Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Δευτέρα, 06 Απριλίου 2020

Η πολύ μεγάλη τύχη προκαλεί τον φθόνο των θεών

Πολυκράτης Ο Πολυκράτης ήταν για 10 περίπου χρόνια τύραννος Σάμου, στο δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα. Ήταν δευτερότοκος γιος του Αιάκη, που πρωτοστάτησε στην κατάργηση της ολιγαρχίας στη Σάμο και την επάνοδο της δημοκρατίας, περί το 600 π.Χ., και ο οποίος υπήρξε για ένα διάστημα δημοκρατικός κυβερνήτης και επιστάτης του ναού του Ηραίου. Ο Πολυκράτης ήταν ιδιαιτέρως ευφυής και φιλόδοξος και κατάφερε με τη βοήθεια του μεγαλύτερου αδελφού του Παντογνώτη και του μικρότερου Σολοσώντος, να οργανώσει συνομωσία κατά των δημοκρατικών αρχών, να καταλύσει τη δημοκρατία και να γίνει τύραννος του νησιού περί το 532 π.Χ. Στην αρχή ο Πολυκράτης χώρισε τη Σάμο σε τρία κομμάτια και μοιράστηκε τη διοίκησή της με τους δύο αδελφούς του, πολύ γρήγορα όμως σκότωσε τον μεγαλύτερο και εξόρισε τον μικρότερο και έμεινε μόνος του κυρίαρχος όλου του νησιού. Ήταν ικανός και τυχερός και έτσι, κατά τη διάρκεια της τυραννίας του, η Σάμος γνώρισε μέρες προόδου και ισχύος. Μετεκάλεσε στη Σάμο τον μηχανικό – υδραυλικό Ευπαλίνον τον Μεγαρέα, ο οποίος έφτιαξε το γνωστό Ευπαλίνειο υδραγωγείο, ένα πραγματικό τεχνικό θαύμα της εποχής, με το οποίο ήταν δυνατή, με σήραγγα, η ασφαλής ύδρευση της πόλεως σε περίπτωση πολιορκίας. Κάλεσε διακεκριμένους ποιητές, καλλιτέχνες και επιστήμονες από όλο τον κόσμο για να προαγάγει τον πολιτισμό. Οι λυρικοί ποιητές Ανακρέων από την Τέω και Ίβυκος από το Ρήγιο ήταν ομοτράπεζοί του. Προστάτεψε και συνεργάστηκε με τους Σάμιους καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες Θεόδωρο και Ροίκο, οι οποίοι συνέβαλαν στην αποπεράτωση του Ηραίου, έτσι ώστε να γίνει ο μεγαλύτερος ναός της εποχής του. Στην αυλή του εσύχναζαν Χαλδαίοι αστρολόγοι και Έλληνες μάντεις. Από το άλλο μέρος παρασύρθηκε σε πολυτελή, τρυφηλή ζωή και επιδείξεις πλούτου, κατά τα «ανατολικά» ήθη, που σιγά – σιγά παραμέρισαν τα Ελληνικά και διέφθειραν τη νεολαία με ακολασίες. Αλλά και στο στρατιωτικό επίπεδο ανέπτυξε δραστηριότητα ο Πολυκράτης. Μεγάλωσε το πολεμικό λιμάνι με προέκταση του μώλου (με βάθος 20 οργιές, λέει ο Ηρόδοτος) και οργάνωσε στόλο από 150 πεντηκόντορους, τον μεγαλύτερο της εποχής του. Έφτιαξε δυνατό στρατό που τον ενίσχυσε με 1.000 μισθοφόρους τοξότες από το στρατό του τυράννου της Νάξου Λύγδαμι, που τους χρησιμοποιούσε ως προσωπική σωματοφυλακή, μαζί με τους Σκύθες φρουρούς του. Όλες οι επιχειρήσεις στις οποίες ενεπλάκη, ήταν επιτυχείς. Ξεκίνησε από την επιτυχία της αντιστάσεως επί 40 ημέρες στην πολιορκία της Σάμου από τους Λακεδαιμόνιους, και την υποχρέωσή τους να αποχωρήσουν.1 Τους Λακεδαιμόνιους κάλεσαν σε βοήθεια οι Σάμιοι που είχε διώξει ο Πολυκράτης επειδή τους θεωρούσε αντιπάλους του. Αυτοί έστειλαν πρεσβεία στη Σπάρτη η οποία ανέπτυξε αναλυτικά το αίτημα. Οι Σπαρτιάτες, που φημίζονταν για την βραχυλογία τους, τους θεώρησαν πολύ φλύαρους και γι’ αυτό απάντησαν: «Όσα είπατε στην αρχή τα έχουμε ξεχάσει και όσα είπατε στο τέλος δεν τα καταλάβαμε». Οι Σαμιώτες, που πήραν το μήνυμα, ξαναπαρουσιάστηκαν στους Εφόρους κρατώντας ένα δερμάτινο σακκί και είπαν μόνο: «το σακκί είναι άδειο και πρέπει να γεμίσει αλεύρι». Οι Λακεδαιμόνιοι τους θεώρησαν και πάλι φλύαρους, αφού το έβλεπαν και μόνοι τους ότι το σακκί ήταν άδειο, δέχτηκαν όμως να στείλουν βοήθεια, επειδή είχαν κάποια προηγούμενα με τη Σάμο. Στην εκστρατεία συμπράξανε και οι Κορίνθιοι, που είχαν και αυτοί προηγούμενα με τους Σάμιους. Όταν όμως πέρασαν 40 μέρες χωρίς να μπορέσουν να καταλάβουν την ακρόπολη της Σάμου που πολιορκούσαν, αποχώρησαν άπρακτοι. Κυκλοφόρησε και μια αφήγηση, που ο Ηρόδοτος δεν τη βρίσκει αξιόπιστη, ότι ο Πολυκράτης έφτιαξε πλήθος νομισμάτων από μολύβι, τα επιχρύσωσε και μ’ αυτά δωροδόκησε τους Λακεδαιμόνιους για να φύγουν. Επιτυχίες είχε και άλλες ο Πολυκράτης, εναντίον των Λεσβίων και των Μιλησίων τους οποίους κατενίκησε σε ναυμαχία. Έχοντας γίνει θαλασσοκράτορας υπέτασσε, λεηλατούσε και ρήμαζε τις διάφορες νησιωτικές πόλεις, και μάλιστα χωρίς καμμία διάκριση. Έλεγε ότι ένας φίλος είναι περισσότερο ευχαριστημένος αν του επιστρέψεις εκείνα που του πήρες, παρά αν δεν του πάρεις ποτέ τίποτα. Λόγω στόλου, είχε γίνει επίσης περιζήτητος ως σύμμαχος. Έκανε συνθήκη φιλίας με τον φαραώ της Αιγύπτου Άμασι, με τον οποίο αντήλλασσαν επιστολές και δώρα. Αλλά και ο βασιληάς των Περσών Καμβύσης του ζήτησε να τον ενισχύσει με το Σαμιακό ναυτικό στην εκστρατεία του εναντίον της Αιγύπτου, κάτι που ο Πολυκράτης δέχτηκε, με σκοπό να στείλει ως πληρώματα αυτούς που υποπτευόταν ότι θα μπορούσαν να επαναστατήσουν εναντίον του. Ο Άμασις παρακολουθούσε την πορεία των πραγμάτων και δεν του διέφυγαν οι συνεχείς επιτυχίες του Πολυκράτη. Του έστειλε λοιπόν ένα γράμμα, σε πάπυρο, που έγραφε ότι είναι πολύ ευχάριστο να ακούει κανείς ότι ο φίλος του ευτυχεί, αλλά εκείνον τον ανησυχεί αυτό το εξαιρετικά μεγάλο μέγεθος ευτυχίας το φίλου του, γιατί ξέρει ότι οι Θεοί είναι φθονεροί. Γιατί το φυσικό είναι οι επιτυχίες να εναλλάσσονται με κάποιες αποτυχίες ή ατυχίες, και ο ίδιος δεν έχει ακούσει ποτέ, ένας άνθρωπος που του έρχονταν όλα βολικά στη ζωή του, να μην είχε κακό τέλος. «Γι’ αυτό, φρόντισε να βρεις πιο είναι το πιο πολύτιμο αγαθό σου, αυτό που θα σε στενοχωρήσει περισσότερο αν το χάσεις, και φρόντισε να το χάσεις οριστικά και να μην το ξαναβρείς ποτέ πια», του έγραψε.2 Ο Πολυκράτης εξετίμησε τόσο την συμβουλή του Άμασι, όσο και το πραγματικό ενδιαφέρον και τη φιλία του για εκείνον. Έψαξε τους θησαυρούς του για να βρει πιο πράγμα θα τον στενοχωρούσε περισσότερο αν το έχανε. Και βρήκε ότι αυτό ήταν μια σφραγίδα του βαλμένη σε δαχτυλίδι, που το φορούσε πάντοτε. Ήταν από σμαράγδι και το είχε φιλοτεχνήσει ο Θεόδωρος ο Σάμιος, γιος του Τηλεκλή, και ήταν πραγματικό αριστούργημα. Αυτό έπρεπε να χάσει. Ανέβηκε λοιπόν σε μια πεντηκόντορο, ανοίχτηκε στο πέλαγος και εκεί, μπροστά στο πλήρωμα, έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλό του και το πέταξε στη θάλασσα. Γύρισε στο σπίτι του στενοχωρημένος, έχοντας ήδη μετανοιώσει. Σε πέντε ή έξι μέρες εμφανίστηκε στο ανάκτορο ένας ψαράς, κρατώντας ένα μεγάλο ψάρι και ζητώντας να τον παρουσιάσουν στον Πολυκράτη για να του το χαρίσει. «Άρχοντά μου» του είπε «είμαι τόσα χρόνια ψαράς και τέτοιο ψάρι δεν έχω ξαναπιάσει. Γι’ αυτό θεώρησα ότι έπρεπε να το χαρίσω σε σένα». Ο άρχοντας ευχαριστήθηκε πολύ και τον κάλεσε στο δείπνο. Όταν ο μάγειρος άνοιξε το ψάρι για να το καθαρίσει βρήκε μέσα το δαχτυλίδι. Ο Πολυκράτης κατάλαβε ότι επρόκειτο για θέλημα των Θεών. Έγραψε όλα όσα έγιναν στον Άμασι. Εκείνος κατάλαβε ότι ένας άνθρωπος δεν μπορούσε να αλλάξει το πεπρωμένο ενός άλλου, ενώ εξ άλλου βεβαιώθηκε ότι ο Πολυκράτης δεν θα είχε καλό τέλος. Έστειλε μήνυμα ότι καταγγέλλει τη συμφωνία φιλίας τους, δεν ήθελε να στενοχωρηθεί από τη συμφορά που θα συμβεί σε ένα φίλο του. Έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι ενοχλήθηκε από τη συμμαχία του Πολυκράτη με το Καμβύση, που εξεστράτευε τότε εναντίον της Αιγύπτου. Έτσι συνεχίστηκαν οι επιτυχίες και η ευτυχία του Πολυκράτη. Είχε γίνει ευπρόσδεκτος σύμμαχος και φίλος για όλους, γι’ αυτό δεν πονηρεύτηκε όταν πήρε πρόταση συνεργασίας και πρόσκληση επισκέψεως από τον Ορσίτη, Πέρση ύπαρχο των Σάρδεων, με τον οποίο δεν είχε ποτέ σύγκρουση ή κακές σχέσεις. Ο Ορσίτης είχε λογομαχήσει κάποτε με τον Μιτροβάτη, Σατράπη του Δασκυλείου, για το ποιος είναι ο πιο ανδρείος. «Σιγά τον άντρα» του είπε ο Μιτροβάτης, «που δεν στάθηκες ικανός να προσαρτήσεις για χάρη του βασιληά σου τη Σάμο, δυο βήματα από σένα, που κατάφερε να την καταλάβει ο Πολυκράτης με δέκα πέντε ανθρώπους, και να είναι τώρα ο τύραννός της». Ο Ορσίτης λοιπόν αισθάνθηκε προσβεβλημένος όχι από αυτόν που τον πρόσβαλε αλλά από αυτόν εξ αιτίας του οποίου προσβλήθηκε, και του δημιουργήθηκε η επιθυμία να τον εκδικηθεί. Η εν γένει συμπεριφορά του δείχνει άνθρωπο που δεν έχει σώας τας φρένας. Του έγραψε ότι γνωρίζει πως ο Πολυκράτης δεν έχει αρκετά χρήματα για να πετύχει τους σκοπούς του (είχε διαφανεί ότι σκόπευε να κυριαρχήσει στη θάλασσα και τα παράλια). Από το άλλο μέρος εκείνος έχει πολλά λεφτά, αλλά κινδυνεύει από τον βασιληά Καμβύση, που σχεδιάζει να τον θανατώσει.3 Γι’ αυτό του πρότεινε να πάει ο Πολυκράτης στις Σάρδεις για να πάρει τον Ορσίτη και τα λεφτά, και μετά να κρατήσει όσα του χρειάζονται για να κυριαρχήσει στην Ελλάδα και να αφήσει στον Ορσίτη τα υπόλοιπα. «Αν δεν με πιστεύεις για τα λεφτά, στείλε ένα δικό σου άνθρωπο να δει», πρότεινε. Ο Πολυκράτης έστειλε για έλεγχο τον Μαιάνδριο, γραμματέα του. Ο Ορσίτης γέμισε με πέτρες οκτώ κιβώτια, έβαλε χρυσάφι στην τελευταία στρώση, τα έδεσε καλά και τα έδειξε. Ο Μαιάνδριος έκανε την αναφορά του, «υπάρχουν χρήματα πολλά». Αφού τα νέα ήταν καλά, ο Πολυκράτης ετοιμάστηκε να πάει στις Σάρδεις. Οι χρησμοί και η φίλοι του τον απέτρεπαν, αλλά περισσότερο απ’ όλους τον παρακαλούσε η κόρη του που είχε δει ένα κακό όνειρο. Ο Πολυκράτης τους αγνόησε όλους, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ιδέα των χρημάτων που θα του επέτρεπαν να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Μόλις όμως έφτασε στον Ορσίτη, εκείνος τον δολοφόνησε με τρόπο απαίσιο. Τον βασάνισε με τρόπο τόσο φριχτό, που ο Ηρόδοτος δεν θέλει να τον αφηγηθεί (εκτιμάται ότι τον έγδαρε ζωντανό) και ύστερα τον σταύρωσε. Έτσι η πρόβλεψη του Άμασι για το τέλος του Πολυκράτη, βγήκε αληθινή. Και μας άφησε ως δίδαγμα ότι δεν πρέπει να αγανακτούμε αν πότε - πότε κάτι δεν μας πάει καλά, αντιθέτως πρέπει να ανησυχούμε αν είμαστε τυχεροί σε όλα.Αφήγηση:4Θ. Γ. Βουδικλάρης Πολιτικός Μηχανικός
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.