Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Δευτέρα, 06 Απριλίου 2020

Υπάρχει ένα τμήμα της νομοθεσίας που αφορά κυρίως τα τεχνικά έργα, ήτοι το επαγγελματικό αντικείμενο του μηχανικού, του οποίου η καλή γνώση είναι απολύτως αναγκαία γι’ αυτόν. Σ’ αυτό το τμήμα γίνεται προσπάθεια για μια σύντομη (και ασφαλώς ατελή) αναφορά, με την υπογράμμιση ότι οι διατάξεις που παρατίθενται δεν εξαντλούν το σύνολο των υποχρεώσεών του. Προηγείται μια ενημέρωση για τις γενικές αρχές της νομοθεσίας.

ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ Θ. Γ. Βουδικλάρης Πολιτικός ΜηχανικόςΠρόλογος Η μνήμη μου, από τα σπουδαστικά μου χρόνια, με διαβεβαιώνει πόσο μικρή σημασία δίναμε όλοι στα μαθήματα που δεν αφορούσαν την αντοχή των υλικών ή τη στατική ή το οπλισμένο σκυρόδεμα, και τους υπολογισμούς που τα συνοδεύουν. Για τα μαθήματα δε, που ήταν τελείως ξένα προς τη νοοτροπία και την ψυχολογία μας, όπως αυτά που είχαν σχέση με τα νομικά ή τα οικονομικά, νοιώθαμε πραγματική περιφρόνηση. Στην μετέπειτα επαγγελματική και κοινωνική και συνδικαλιστική μου ζωή κατάλαβα πόσο λάθος είχαμε, όλοι μας, ιδιαίτερα όταν διεπίστωνα ότι η άγνοια μερικών συναδέλφων μου ήταν τέτοια που δεν τους επέτρεπε να ξεχωρίσουν την ”αγωγή” από τη ”μήνυση”, το Αστικό Δίκαιο από το Ποινικό. Η διαπίστωση αυτή, όμως, ήταν γενική, δεν ήταν μόνο προσωπική. Αυτό δημιούργησε μια πίεση ”εναντίον” μου, να συνδράμω για μια στοιχειώδη κάλυψη του υπάρχοντος κενού, αλλά επίσης να παραθέσω κάποια διδάγματα πείρας ή και να τα παρουσιάσω στους ενδιαφερόμενους. Το κείμενο που ακολουθεί, ασφαλώς ατελές, είναι αποτέλεσμα της σχετικής προσπάθειας.Το παρόν άρθρο έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό ΤΕΧΝΙΚΑ της εταιρείας TeKDOTIKI www.tekdotiki.gr ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ Θ. Γ. Βουδικλάρης Πολιτικός ΜηχανικόςΕισαγωγή Η Νομοθεσία αποτελεί ένα πλέγμα κανόνων και διατάξεων που (πρέπει να) αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋποστηρίζονται. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τον μηχανικό τον αφορά και τον υποχρεώνει εις εφαρμογήν η συνολική Νομοθεσία της πολιτείας, και δεν είναι καθόλου εύκολο (μάλλον είναι αδύνατο) να απομονωθεί ένα μικρό ή μεγάλο κομμάτι νομοθεσίας που μόνο αυτό να τον αφορά αποκλειστικά, και που η γνώση και τήρησή του θα τον καθιστά πλήρως “νόμιμο” και θα τον εξασφαλίζει πλήρως από κάθε δίωξη. Παρά ταύτα υπάρχει ένα τμήμα της που αφορά κυρίως τα τεχνικά έργα, ήτοι το επαγγελματικό αντικείμενο του μηχανικού, του οποίου η καλή γνώση είναι απολύτως αναγκαία γι’ αυτόν. Σ’ αυτό το τμήμα θα προσπαθήσουμε εδώ να κάνουμε μια σύντομη (και ασφαλώς ατελή) αναφορά, υπογραμμίζοντας ότι οι διατάξεις που θα παρατεθούν δεν εξαντλούν το σύνολο των υποχρεώσεών του. Θα προηγηθεί μια ενημέρωση για τις γενικές αρχές της νομοθεσίας - δεν θα παρατεθούν ειδικές διατάξεις, που αφορούν ειδικά θέματα π.χ. πολεοδομίας ή δημ. έργων ή κανονισμών κλπ. Η ανάγκη συντομίας και η έλλειψη ειδικεύσεως τόσο του γράφοντος όσο και των αναγνωστών, καθιστά το παρόν κείμενο απλώς ενημερωτικό, χωρίς απαιτήσεις αυστηρής επιστημονικότητας.Γενικές Αρχές Οι πηγές του Δικαίου είναι οι νόμοι (γραπτή πηγή) και τα έθιμα, οι παραδόσεις (προφορική πηγή). Από αυτές προκύπτουν οι κανόνες Δικαίου. Το Δίκαιο διακρίνεται αδρομερώς σε δύο μεγάλες κατηγορίες, το Δημόσιο Δίκαιο και το Ιδιωτικό Δίκαιο. Το Δημόσιο Δίκαιο περιλαμβάνει το Συνταγματικό, το Διοικητικό, το Ποινικό, το Εκκλησιαστικό και το Διεθνές Δίκαιο και επίσης την Ποινική Δικονομία. Εδώ θα μας απασχολήσει μόνο το Ποινικό Δίκαιο. Το Ιδιωτικό Δίκαιο περιλαμβάνει το Αστικό και το Εμπορικό Δίκαιο και την Πολιτική Δικονομία. Εδώ θα μας απασχολήσει μόνο το Αστικό Δίκαιο. Η Δικονομία καθορίζει τις διαδικασίες απονομής της δικαιοσύνης. Το Δημόσιο Δίκαιο περιλαμβάνει τους υποχρεωτικούς, για όλους τους πολίτες, κανόνες που ρυθμίζουν τη σχέση τους με την πολιτεία. Το δικαίωμα της πολιτείας για την επιβολή ποινών στους παραβάτες του Δημοσίου Δικαίου, ασκείται με τον Ποινικό Κώδικα (ΠΚ) και την Ποινική Δικονομία. Την δίωξη ασκεί ο Εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν εγκλήσεως (καταγγελίας του κατ’ αποκλειστικότητα δικαιουμένου κατά το νόμο, παθόντος) ή μηνύσεως (παντός τρίτου, δικαιουμένου κατά το νόμο), ενώπιον της Ποινικής Δικαιοσύνης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε πολίτης μπορεί να καταθέσει μήνυση για κάθε παράνομη πράξη για την οποία, αν την εγνώριζε, ο εισαγγελέας θα ασκούσε δίωξη αυτεπαγγέλτως. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Ποινική Δικαιοσύνη (στον αρμόδιο εισαγγελέα) και με μηνυτήρια αναφορά, για να γνωστοποιήσει γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή του και1 που πιθανώς δείχνουν ή προοιωνίζονται την διάπραξη αδικήματος, ώστε τα αρμόδια όργανα να ερευνήσουν σχετικώς. Οι πράξεις - αδικήματα (“εγκλήματα”) που τιμωρούνται από τη νομοθεσία με την ποινή του θανάτου ή της καθείρξεως είναι κακουργήματα, αυτές που τιμωρούνται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή ή περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα είναι πλημμελήματα και αυτές που τιμωρούνται με κράτηση ή πρόστιμο χαρακτηρίζονται ως πταίσματα. Η διάκριση αυτή καθορίζει και την δικαιοδοσία των αντιστοίχων δικαστηρίων και την τηρητέα διαδικασία. Το Αστικό Δίκαιο ρυθμίζει, δια του Αστικού Κώδικα (ΑΚ) και με τις διαδικασίες που ορίζει η Πολιτική Δικονομία, τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ των μελών τ ης πολιτείας και ορίζεται από σύνολο κανόνων, από μερικούς εκ των οποίων δεν επιτρέπεται απόκλιση (γι’ αυτό και λέγονται αναγκαστικού δικαίου), ενώ από τους άλλους (που είναι ενδοτικού δικαίου) επιτρέπεται απόκλιση, κατά τη βούληση και τη συμφωνία των συμβαλλομένων. Ο διαχωρισμός των κανόνων αναγκαστικού ενδοτικού δικαίου δεν γίνεται στο νόμο, προκύπτει από τη νομολογία, τις αποφάσεις των δικαστηρίων δηλαδή, και τη γενική αντίληψη. Οι απαιτήσεις ενός πολίτη κατά του άλλου (πιθανώς και ως επί το πλείστον αντισυμβαλλομένου του) προβάλλονται δια της “αγωγής” ενώπιον της Αστικής Δικαιοσύνης. Η παραγωγή, τροποποίηση, κατάργηση κλπ. των γραπτών κανόνων Δικαίου γίνεται με τους Νόμους που ψηφίζει η Βουλή και εκδίδει και δημοσιεύει (με δικαίωμα αναπομπής) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα. Ο τρόπος εφαρμογής των Νόμων και οι διαδικαστικές λεπτομέρειες καθορίζονται (αν απαιτείται) με Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ). Μικρότερης σημασίας θέματα ή και η εκτίμηση της Διοίκησης για τον τρόπο εφαρμογής ή και ερμηνείας του Νόμου καθώς και για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται από τη Διοίκηση τα θέματα που θίγει ο Νόμος, ρυθμίζονται με Υπουργικές Αποφάσεις, Εγκυκλίους ή και Έγγραφα. Κανένας νόμος δεν ισχύει αν δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Καμμία ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί χωρίς νόμο, ο οποίος να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξεως, αναδρομική ισχύς του νόμου (πλην των φορολογικών !!!) είναι αδιανόητη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούται, ύστερα από εισήγηση του Υπουργικού Συμβουλίου, που έχει και την ευθύνη, να εκδώσει Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, όταν αυτό επιβάλλεται από λόγους επείγοντος, από σπουδαία και απρόβλεπτη ανάγκη, ή από λόγους εξωτερικού ή εσωτερικού κινδύνου. Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου πρέπει να υποβληθεί προς έγκρισιν εντός 40 ημερών και να περιβληθεί την έγκριση της Βουλής εντός 3 μηνών από της υποβολής της, αλλοιώς χάνει στο εξής την ισχύ της. Δεν προσβάλλεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αίτηση ακυρώσεως. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει επίσης Κανονιστικά Διατάγματα (που καταρτίζονται και προσυπογράφονται από τον αρμόδιο Υπουργό, ο οποίος και φέρει την ευθύνη), κατόπιν ειδικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (π.χ. σε νόμο - πλαίσιο), για την ρύθμιση ειδικών ή τοπικού χαρακτήρα ή λεπτομερειακών θεμάτων. Στη νομοθεσία μπορεί ακόμη να συναντήσει κανείς Νομοθετικά Διατάγματα, ισοδύναμα προς τους νόμους, η έκδοση των οποίων από τον Ανώτατο Άρχοντα του κράτους, προβλεπόταν από το Σύνταγμα του 1952, του 1926 και του 1911 (επίσης από το ”Σύνταγμα” του 1968 - καταργήθηκε στο Σύνταγμα του 1975), σε περίπτωση εξαιρετικώς επειγουσών περιπτώσεων. Ψηφίσματα είναι συνταγματικοί κανόνες που εκδίδονται από όργανα της Νομοθετικής Εξουσίας (αναθεωρητική Βουλή ή Συντακτική Συνέλευση) και ρυθμίζουν προσωρινά τη λειτουργία του πολιτεύματος, μέχρι την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας, για την αντιμετώπιση σημαντικών προβλημάτων επειγούσης μορφής, διατηρούμενα ή καταργούμενα κατά την επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Σε συνθήκες Συνταγματικής ομαλότητας δεν νοείται έκδοση Ψηφίσματος.Το βασικό κομμάτι αυτού του κειμένου, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον συντάκτη του, ως εισήγηση σε ημερίδα που έγινε στο Ρέθυμνο στις 10 - 6 - 1996. Στο παρόν υπάρχουν πολλές βελτιώσεις και συμπληρώσεις.2 Μπορεί επίσης να συναντήσει κανείς στη νομοθεσία Αναγκαστικούς Νόμους, που έχουν εκδοθεί σε ανώμαλες περιόδους, στις οποίες δεν υπήρχε ή δεν λειτουργούσε το Κοινοβούλιο. Η ιεραρχία των “Κανόνων Δικαίου” βαίνει κατά την προμνησθείσα σειρά : Σύνταγμα - Νόμος Προεδρικό Διάταγμα - Υπουργική Απόφαση - Εγκύκλιος - Έγγραφο. Κανένα νομοθέτημα κατωτέρας τάξεως δεν μπορεί να τροποποιήσει ή να έλθει σε αντίθεση ή να υπερισχύσει άλλου, ανωτέρας. Η σχετική κρίση διατυπώνεται από τα δικαστήρια, που έχουν την αρμοδιότητα να αποφανθούν αν ένας Νόμος έρχεται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα ή αν ένα ΠΔ ή Υπουργική Απόφαση έρχεται σε αντίθεση προς το Νόμο. Στην πραγματικότητα τα δικαστήρια δεν κρίνουν ”απ’ ευθείας” το Νόμο, αλλά την πράξη που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του. Τα δικαστήρια επίσης ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τους κείμενους κανόνες δικαίου, συγκεκριμενοποιούν το περιεχόμενό τους και διαλύουν τις ασάφειες, δημιουργώντας τη Νομολογία, την οποία επιβεβαιώνουν τα Ανώτατα Δικαστήρια, ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η Νομολογία επηρεάζεται και από την επιστημονική νομική βιβλιογραφία, τη ”θεωρία” της νομικής επιστήμης. Το Σύνταγμα και οι Νόμοι δεσμεύουν τα δικαστήρια, όχι όμως και οι Εγκύκλιοι, που αποτελούν απλώς την άποψη της Διοίκησης για τον τρόπο εφαρμογής του Νόμου. Παρά ταύτα οι Εγκύκλιοι, αλλά και τα Έγγραφα, διαθέτουν νομική ισχύ. Ιδιαίτερα, η τήρηση από τον πολίτη των φορολογικών Εγκυκλίων, τον δικαιώνει πάντα στο δικαστήριο. Αλλά και η απάντηση, με Έγγραφο, από την Διοίκηση, στο ερώτημα ενός πολίτη, δημιουργεί μια μορφή ”δικαίου”, αφού δεν είναι βέβαια επιτρεπτό να δοθεί διαφορετική απάντηση, για το ίδιο θέμα, σε άλλον πολίτη. Κατά την ερμηνεία των νόμων λαμβάνονται υπ΄ όψη και οι “προπαρασκευαστικές” εργασίες γεννήσεως του Νόμου, η Αιτιολογική Έκθεση, οι Εισηγήσεις των αρμοδίων Επιτροπών, τα Πρακτικά των συζητήσεων της Βουλής, οι τροπολογίες κλπ., ώστε να ληφθεί υπ’ όψη ή να ερμηνευθεί η πραγματική βούληση του Νομοθέτη. Ειδικό ενδιαφέρον για τους μηχανικούς έχουν τα νομοθετήματα που ρυθμίζουν εντελώς εξειδικευμένα αντικείμενα, όπως είναι οι Τεχνικοί Κανονισμοί (Αντισεισμικός Κανονισμός, Κανονισμός Σκυροδέματος κλπ.), καθώς και οι σχετικές Αιτιολογικές Εκθέσεις, τα Σχόλια κλπ. Τα κείμενα των Κανονισμών αυτών προκύπτουν από ενδελεχή επεξεργασία επιστημονικών θεμάτων, αντιπαράθεση επιστημονικών απόψεων, παρακολούθηση των διεθνών τάσεων κλπ. Είναι προφανές ότι ο Νομοθέτης ενός τέτοιου Κανονισμού δεν μπορεί να έχει αντίληψη του περιεχομένου του, λόγω ακριβώς του εξειδικευμένου χαρακτήρα του. Επομένως η ερμηνεία του Κανονισμού αυτού είναι στενά συνδεδεμένη ή και εξαρτάται από τους επιστημονικούς προβληματισμούς που απεικονίζονται στην Αιτιολογική Έκθεση και τις υποδείξεις ή τα παραδείγματα που δίνονται στα Σχόλια, που σ’ αυτήν την περίπτωση αποκτούν βαρύνουσα σημασία και χρησιμότητα. Παρακάτω παρατίθενται κάποιες διατάξεις, βασικώς του Ποινικού και του Αστικού Κώδικα, αλλά και άλλες, που κρίθηκε ότι έχουν τη στενότερη σχέση με τη δουλειά του μηχανικού.Ο Ποινικός Κώδικας Είναι άξιο αναφοράς ότι το άρθρο 1 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) ορίζει ότι καμμιά ποινή δεν επιβάλλεται, παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες, τις οποίες ο νόμος τις έχει ρητά ορίσει πριν από την τέλεσή τους. Γενικώς άλλωστε, δεν υπάρχει αναδρομική ισχύς νόμου. Ως πρώτο, από τα ενδιαφέροντα τους μηχανικούς άρθρα του ΠΚ, θα αναφερθεί το άρθρο 286, όπως ήταν πριν και όπως διαμορφώθηκε μετά την ψήφιση του άρθρου 20 του Ν 2331 (ΦΕΚ 173/Α/24-8-95), του περίφημου για τους μηχανικούς νόμου της ”ποινικοποίησης” ή του Νόμου Πεπονή, για να μπορούν να κάνουν όλοι τις συγκρίσεις, τις σκέψεις και τις κρίσεις τους.3 Άρθρον 286 (παληό) Παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής Ο κατά την διεύθυνσιν ή διεξαγωγήν οικοδομικού τινός έργου ή κατεδαφίσεως, εκ προθέσεως ή αμελείας, ενεργών παρά τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνας και προξενών ούτω κίνδυνον δια την ζωήν ή την υγείαν ανθρώπου, τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών. Άρθρο 286 (νέο) 1.Όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.2. Παραγραφή της πράξεως αρχίζει από την ημέρα της επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης. 3. Στο τέλος των άρθρων 17 και 112 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται οι λέξεις ”εκτός αν ορίζεται άλλως”. Στο άρθρο έχει προστεθεί (σε σχέση με το παληό), πλην των άλλων, και η ποινικοποίηση της μελέτης. Άρθρον 17 Χρόνος τελέσεως της πράξεως Ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται εκείνος καθ’ όν ο υπαίτιος ενήργησεν ή ώφειλε να ενεργήση, όντος αδιαφόρου του χρόνου, καθ’ όν επήλθε το αποτέλεσμα εκτός αν ορίζεται άλλως Προστέθηκε με τον Ν 2331/95, ως ανωτέρω Άρθρον 112 Έναρξις του χρόνου παραγραφής Η προθεσμία της παραγραφής άρχεται, αφ’ ής ημέρας ετελέσθη η αξιόποινος πράξις εκτός αν ορίζεται άλλως Ως ανωτέρω Άρθρον 111 Χρόνος παραγραφής των εγκλημάτων Το αξιόποινον εξαλείφεται δια της παραγραφής. Τα κακουργήματα παραγράφονται: α) μετά είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει δι’ αυτά την ποινήν του θανάτου ή της ισοβίου καθείρξεως β) μετά δέκα πέντε έτη, εις κάθε άλλην περίπτωσιν. Τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη. Τα πταίσματα παραγράφονται μετά έν έτος. Αι ανωτέρω προθεσμίαι υπολογίζονται κατά το ισχύον ημερολόγιον. Αν ο νόμος ορίζει διαζευκτικώς περισσοτέρας από μίαν ποινάς, αι ανωτέρω προθεσμίαι υπολογίζονται συμφώνως προς την βαρυτέραν εξ αυτών. Άρθρον 434 Παράβασις διατάξεων οικοδομικών Δια κρατήσεως ή προστίμου, εφ’ όσον ετέρα διάταξις δεν επιβάλλει βαρυτέραν ποινήν, τιμωρείται : α) ο παραβαίνων τας δια την ασφάλειαν ή την υγιεινήν των οικοδομών ή προς διακανονισμόν εν γένει της εν τω οικοδομείν τάξεως ή της αποτροπής των εκείθεν κινδύνων εκδιδομένας διατάξεις της αρμοδίας αρχής, και ιδίως της αστυνομικής, β) ο εν τω οικοδομείν γινόμενος υπαίτιος οιασδήποτε αμελείας, εξ ής δύναται να προκύψει βλάβη εις άνθρωπον ή εις ξένον πράγμα, γ) ο γενόμενος υπαίτιος τινός των εν στοιχ. α) και β) πράξεων σχετικώς προς την εκτέλεσιν ετέρου τινός αναλόγου έργου ή κατεδαφίσεως.4 Άρθρον 458 Όστις εκ προθέσεως παραβαίνει επιτακτικήν ή απαγορευτικήν διάταξιν διοικητικών νόμων τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών ή δια χρηματικής ποινής ή δι’ αμφοτέρων, εφ’ όσον η ειδική διάταξις αναφέρεται εις το άρθρον αυτό ως προς την ποινικήν κύρωσιν της παραβάσεως. Άρθρον 289 Εις τας περιπτώσεις των άρθρων ...........και 286 ο υπαίτιος απαλλάσσεται πάσης ποινής, εάν ελευθέρα θελήσει αποτρέψη τον εντεύθεν κίνδυνον ή δια ταχείας προς την αρχήν αγγελίας του δώση αφορμήν εις αποτροπήν αυτού. Άρθρον 302 Ανθρωποκτονία εξ αμελείας Ο εξ αμελείας επιφέρων τον θάνατον ετέρου τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Άρθρον 314 Σωματική βλάβη εξ αμελείας Ο εξ αμελείας προξενών σωματικήν κάκωσιν ετέρου ή βλάβην της υγείας αυτού τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι τριών ετών. Εάν η σωματική βλάβη είναι όλως ελαφρά, επιβάλλεται φυλάκισις το πολύ τριών μηνών ή χρηματική ποινή. Άρθρον 28 Αμέλεια Εξ αμελείας πράττει όστις ένεκεν ελλείψεως της προσοχής ήν ώφειλε εκ των περιστάσεων και ηδύνατο να καταβάλη, είτε δεν προείδε το εκ της πράξεώς του παραχθέν αξιόποινον αποτέλεσμα, είτε προείδε μεν τούτο ως δυνατόν, επίστευσεν όμως ότι δεν θα επήρχετο.Θεμελιώδης όρος της αμέλειας είναι η έλλειψη της “προσηκούσης προσοχής“, το μέτρο της οποίας είναι μεταβλητό, αναλόγως των ειδικών όρων κάθε περιπτώσεως. Ο Ποινικός Κώδικας το προσδιορίζει με τη φράση “προσοχής ήν ώφειλε εκ των περιστάσεων” (αντικειμενικό κριτήριο) “και ηδύνατο να καταβάλη” (υποκειμενικό κριτήριο). Οι λέξεις “και ηδύνατο” δείχνουν ότι κατά την κρίση της πράξεως πρέπει να σταθμισθεί και η κατάσταση του πράττοντος, η πιθανή μυωπία ή βαρηκοΐα του, ο κάματος, η συγκίνηση, η κατάσταση της υγείας του, η συναισθηματική του φόρτιση κλπ. Κατ’ αρχήν ερευνάται ποια είναι η αντικειμενικώς επιβαλλομένη επιμέλεια, δηλαδή πώς έπρεπε να ρυθμίσει ο δράστης την συμπεριφορά του κατά ορθόν τρόπον. Μόνον αν διαπιστωθεί η μη καταβολή της αντικειμενικής επιμέλειας, μόνον τότε ερευνάται αν είναι υποκειμενικώς επίμεμπτος ο συγκεκριμένος δράστης για την πράξη του, αναλόγως των περιστάσεων και των προσωπικών του ικανοτήτων. Άρα το υποκειμενικό κριτήριο λειτουργεί μόνον εις όφελος του κατηγορουμένου. Πάντως η αμέλεια του δράστη μπορεί να έγκειται στο ότι αποδέχθηκε την εκτέλεση πράξεως χωρίς να έχει τις απαιτούμενες προς τούτο προσωπικές ικανότητες. Αν ο δράστης δεν προέβλεψε το “εγκληματικό” αποτέλεσμα (καίτοι ώφειλε και ηδύνατο), τότε υπάρχει άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Τότε υφίσταται άγνοια, πλάνη, η οποία όμως δεν αποκλείει τον καταλογισμό, διότι εξαρτάται εκ της βουλήσεως του πράττοντος να αποφύγει την πλάνη, καταβάλλοντας την προσήκουσα προσοχή. Αν ο δράστης προείδε ως πιθανό το “εγκληματικό” αποτέλεσμα, πίστεψε όμως ότι τούτο δεν θα επέλθει, τότε πρόκειται περί εν συνειδήσει αμελείας. Η ενσυνείδητη αμέλεια συνορεύει προς τον δόλο (στο δόλο ο πράττων επιδιώκει την παραγωγή των παράνομων περιστατικών), ενώ η άνευ συνειδήσεως συνορεύει προς το τυχαίο γεγονός, από το οποίο διαφέρει στο ότι σε εκείνο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί το αποτέλεσμα ακόμα και αν κατεβάλλετο η προσήκουσα προσοχή.5 Η διάκριση μεταξύ ενσυνείδητης και άνευ συνειδήσεως αμέλειας αποτελεί (γενικώς) διαβάθμιση βαρύτητας του αδικήματος και επιδρά στην επιμέτρηση της ποινής.Πέρα από την προηγούμενη άμεση αναφορά στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα, είναι σκόπιμη και μια αναφορά στην Υπεύθυνη Δήλωση του Ν 1599/86 (αυτή με το εθνόσημο, που πολλοί εξακολουθούν να ονομάζουν με το παληό της όνομα Δήλωση του Ν 105/68) που μας ζητείται σε κάθε μας βήμα και που υπογράφουμε αφειδώς σε κάθε μας υπόθεση. Σ’ αυτήν υπογράφουμε ότι γνωρίζουμε τις κυρώσεις που θα υποστούμε σε περίπτωση ψευδούς δηλώσεως, όπως προβλέπονται στην πργρ. 6 του άρθρ. 22 του Ν 1599/86 . Οι κυρώσεις γι’ αυτόν που δηλώνει εν γνώσει του ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, είναι η ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών. Αν μάλιστα ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε περίπτωση ανάκλησης της Υπεύθυνης Δήλωσής του, εφαρμόζονται οι διατάξεις της πργρ. 2 του άρθρου 227 του Ποινικού Κώδικα, που ορίζουν ότι η πράξη μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος ανεκάλεσε με την ελεύθερη θέλησή του την ψευδή δήλωση με νέα, εκτός αν εν τω μεταξύ η Αρχή έχει ήδη εκδώσει απόφαση ή αν επήλθε ήδη σε άλλον έννομη, επιβλαβής συνέπεια. Για τους ταλαιπωρούμενους από την γραφειοκρατία και τον “μανδαρινισμό” πολίτες, αποτελεί ευχάριστη έκπληξη να διαπιστώνουν ότι υπάρχουν Νόμοι που, εκτός από υποχρεώσεις τους αναγνωρίζουν και δικαιώματα. Τέτοιος είναι και ο Νόμος 1599/86 "Σχέσεις κράτους - πολίτη κλπ. ” η καλύτερη γνώση του οποίου είναι χρήσιμη, γιατί αυτός ορίζει και δικαιώματα του πολίτη, άρα και του επιβλέποντος μηχανικού, στις σχέσεις του με τις Δημόσιες Υπηρεσίες και τους εκπροσώπους του κράτους. Σύμφωνα με αυτά, δεν απαιτείται κανένα απολύτως επί πλέον πιστοποιητικό ή βεβαίωση ή δικαιολογητικό για την απόδειξη των στοιχείων που αναγράφονται στην ταυτότητα. Αν κάποιο έχει μεταβληθεί ή απαιτείται κάποιο πρόσθετο, δηλώνεται υποχρεωτικά με την προβλεπόμενη Υπεύθυνη Δήλωση (αρθρ. 8, πργρ. 2). Υπάλληλος που απαιτεί πρόσθετα δικαιολογητικά, τιμωρείται πειθαρχικά και ποινικά (αρθρ. 7, πργρ. 2), κατά το άρθρο 259 του ΠΚ (άρθρο 22, πργρ. 5, φυλάκιση μέχρι 2 ετών). Όλες οι Υπηρεσίες του Δημόσιου Τομέα είναι υποχρεωμένες να δέχονται επικυρωμένα φωτοαντίγραφα πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και δικαιολογητικών, που έχουν την ίδια αποδεικτική αξία με το πρωτότυπο (υπάρχουν εξαιρέσεις). Η επικύρωση γίνεται από οποιαδήποτε δημόσια ή δημοτική ή κοινοτική αρχή ή από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο. Δεν απαιτείται επικύρωση αντιγράφου, αν αυτό συνοδεύεται από την Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 8, στην οποία ο ενδιαφερόμενος βεβαιώνει την πιστότητα των στοιχείων (άρθρο 14, πργρ. 3 και 4). Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων. Ως διοικητικά έγγραφα θεωρούνται όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από όργανα του Δημόσιου Τομέα, ιδίως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιοι, απαντήσεις της διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. Το δικαίωμα ασκείται με επιτόπια μελέτη ή χορήγηση φωτοαντιγράφου (άρθρο 16, πργρ. 1 και 2). Εξαιρούνται του δικαιώματος οι περιπτώσεις στις οποίες παραβιάζεται το απόρρητο των συζητήσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, της Εθνικής Άμυνας και της Εξωτερικής Πολιτικής, ή της δημόσιας πίστης και του νομίσματος, της ασφάλειας του κράτους και της δημόσιας τάξης, το ιατρικό, εμπορικό, τραπεζικό ή βιομηχανικό απόρρητο, και κάθε άλλο απόρρητο που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις ή που μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα δικαστικών, αστυνομικών, στρατιωτικών ή διοικητικών αρχών, σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης (άρθρο 16, πργρ. 3). Οι περιπτώσεις εξαιρέσεως μπορούν να επεκταθούν με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού (άρθρο 16, πργρ. 4). Η Δημόσια Υπηρεσία δεν μπορεί να αρνηθεί σε κάποιον να λάβει γνώση εγγράφου, επικαλούμενη απόρρητο ιατρικό ή ιδιωτικού βίου ή βιομηχανικό ή εμπορικό, εφ' όσον αυτά αναφέρονται αποκλειστικά στον αιτούντα πολίτη (αρθρ. 16, πργρ. 5). Πάντως η άρνηση γνωστοποίησης πρέπει να γίνει εγγράφως εντός μηνός και πρέπει να είναι αιτιολογημένη (άρθρ. 16, πργρ. 6). Η άσκηση του δικαιώματος γνώσης διοικητικού εγγράφου γίνεται με την επιφύλαξη του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν επιτρέπει στους δικαιούχους την δυνατότητα αναπαραγωγής ή εμπορίας των εγγράφων (άρθρο 16, πργρ. 7).6 Αξίζει να αναφερθεί, ότι η Υπεύθυνη Δήλωση (το ίδιο ισχύει για τον χαρακτηρισμό μιας πράξεως ως απάτης, κατά το άρθρο 147 κλπ. του Α.Κ.) έχει κύρος και συνέπειες όταν αναφέρεται σε πράξεις ή καταστάσεις υπάρχουσες κατά τον χρόνο της υπογραφής της και όχι σε υποσχέσεις εκτελέσεως πράξεων στο μέλλον. Παρόμοια διάταξη (σαν αυτή της Υπεύθυνης Δήλωσης), που έχει “εξ αντανακλάσεως” σχέση με τον Ποιν. Κώδικα και τη δουλειά του επιβλέποντος μηχανικού, είναι η πργρ. 12 του άρθρου 34 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ( Ν 614 / 77 ), που προστέθηκε με το άρθρο 6 του Ν 894 / 79 και που παρατίθεται ολόκληρη κατά το αφορών στην επίβλεψη μέρος: Αρθρο 34, § 12 Κ.Ο.Κ. Απαγορεύεται η κατάληψις δι’ οιωνδήποτε μέσων και δι’ οιονδήποτε λόγον μέρους ή ολοκλήρου του οδοστρώματος εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών ή κοινοτικών οδών δια των οποίων διεξάγεται η κυκλοφορία μηχανοκινήτων και μη οχημάτων. Οι εκ προθέσεως παραβαίνοντες την διάταξιν του προηγουμένου εδαφίου, τιμωρούνται δια των ποινών της πργρ. 1 του άρθρου 292 του Ποινικού Κώδικος. Παραλλήλως ......... Ο κίνδυνος για τον επιβλέποντα μηχανικό είναι προφανής. Το άρθρο 292 πργρ. 1 του Π.Κ. ορίζει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών για παρακώλυση συγκοινωνιών εκ προθέσεως.Ο Αστικός Κώδικας Α' Κεφάλαιο: Μίσθωσις έργου (άρθρα 681 ως 702) Έχουμε σύμβαση μισθώσεως όταν η συμφωνία υποχρεώνει τον εργολάβο να εκτελέσει ένα έργο και τον εργοδότη να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 681). Ο εργολάβος δεν δικαιούται να υποκαταστήσει άλλον στην εκτέλεση του έργου, εκτός αν αυτό έχει συμφωνηθεί ή προκύπτει από τη φύση των εργασιών (άρθρο 684). Σε περίπτωση που ο εργοδότης χορηγεί υλικά, ο εργολάβος υποχρεούται να τα χρησιμοποιεί με επιμέλεια, να αποδώσει λογαριασμό για τη χρήση τους και να επιστρέψει το τυχόν υπόλοιπό τους. Αν τα υλικά έχουν ελαττώματα, ο εργολάβος πρέπει να ειδοποιήσει περί αυτού τον εργοδότη, αλλοιώς είναι υπεύθυνος για το κακό αποτέλεσμα (άρθρο 685). Αν ο εργολάβος δεν κάνει εγκαίρως την έναρξη του έργου ή καθυστερεί την εκτέλεσή του χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, με τρόπο αντικείμενο προς τη σύμβαση και καθιστώντα ανέφικτη την έγκαιρη αποπεράτωση, ο εργοδότης δικαιούται να υπαναχωρήσει της συμβάσεως, χωρίς να περιμένει την εξάντληση της προθεσμίας του έργου και χωρίς να χάνει τα δικαιώματά του εκ της πιθανής υπερημερίας του εργολάβου (άρθρο 686). Αν ο εργολάβος εκτελεί ελαττωματικές ή αντισυμβατικές κατασκευές, ο εργοδότης δικαιούται να του τάξει εύλογη προθεσμία διορθώσεως, μετά την πάροδο της οποίας δικαιούται να εκτελέσει εκείνος τη διόρθωση εις βάρος του εργολάβου (άρθρο 687). Αν το έργο έχει επουσιώδη ελαττώματα ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την αποκατάστασή τους εντός ευλόγου προθεσμίας (αν αυτό δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες) ή να προχωρήσει σε ανάλογη μείωση τιμής (άρθρο 688). Αν το έργο παρουσιάζει ουσιώδη ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο ή στερείται συμφωνημένων ιδιοτήτων, ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει αναστροφή της συμβάσεως (εκτελείται συνήθως επί προμηθειών ή πωλήσεων ή συμβάσεων παρεμφερούς αντικειμένου, π.χ. κουφωμάτων), με εφαρμογή των σχετικών άρθρων 541 κλπ. του Αστικού Κώδικα (ΑΚ) για τις πωλήσεις (άρθρο 689). Αντί αναστροφής της συμβάσεως μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση για την μη εκτέλεσή της (άρθρο 690). Ο εργοδότης δεν έχει κανένα δικαίωμα αποζημιώσεως, αν τα ελαττώματα οφείλονται σε οδηγίες που εκείνος έδωσε (παρά τις ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου) ή σε άλλη υπαιτιότητά του (άρθρο 691).7 Μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη (π.χ. την οριστική του παραλαβή) ο εργολάβος απαλλάσσεται από τις ευθύνες ελλείψεων, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν ή απεκρύβησαν δολίως από τον εργολάβο (άρθρο 692). Οι αξιώσεις του εργοδότη επί οικοδομημάτων ή άλλων ακινήτων εγκαταστάσεων, ένεκα ελλείψεων ή ελαττωμάτων, παραγράφονται μετά παρέλευση δεκαετίας από της παραλαβής του έργου (άρθρο 693). Η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται μετά την παράδοση του έργου, συνολικά ή κατά τμήματα. Αν δεν καταβληθεί η χρηματική αμοιβή, φέρει τόκους από τις παραδόσεως του έργου (άρθρο 694). Οι απαιτήσεις του εργολάβου παραγράφονται μετά πενταετίαν. Ο εργολάβος, για τις απαιτήσεις του εκ τις συμβάσεως, έχει νόμιμο ενέχυρο επί των κινητών πραγμάτων του εργοδότη, που κατασκεύασε ή επισκεύασε (άρθρο 695). Αν ο εργολάβος έχει εγγυηθεί την ορθότητα της προσφοράς του, τότε δεν μπορεί να ζητήσει αύξηση της αμοιβής του, επιφυλασσομένων μόνο των διατάξεων του άρθρου 388 του ΑΚ, περί μεταβολής των συνθηκών (άρθρο 696). Ισχύει πάντως και το άρθρο 288 (και επίσης το άρθρο 200) του ΑΚ , σύμφωνα με το οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπ’ όψη και των συναλλακτικών ηθών. Το άρθρο 288 αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, έχει εφαρμογή και στα Δημόσια Έργα και έχει πολλές φορές στηρίξει απαιτήσεις εργολάβων, μερικές φορές μάλιστα τα δικαστήρια προσδιορίζουν την οφειλόμενη παροχή ή αντιπαροχή, με περιστολή ή επέκταση ή συμπλήρωσή της, ακόμα και κατ’ απόκλιση από τη συμφωνία των συμβαλλομένων, προκειμένου να επιτευχθεί η προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων μιας πλευράς, κατά το πνεύμα του άρθρου. Αν ο εργολάβος δεν εγγυηθεί την ακρίβεια της προσφοράς του και είναι αναγκαία ουσιώδης υπέρβαση του προϋπολογισμού, ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη σύμβαση και να πληρώσει μόνο τις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες. Ο εργολάβος οφείλει να ειδοποιήσει τον εργοδότη για την ανάγκη υπέρβασης της δαπάνης, αλλοιώς χάνει τα εξ αυτής δικαιώματά του (άρθρο 697). Μέχρι την παράδοσή του, τον κίνδυνο του έργου φέρει ο εργολάβος. Ο εργοδότης είναι υπεύθυνος αν εκείνος καθυστερεί την παραλαβή. Ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο τυχαίας καταστροφής ή χειροτερεύσεως των χορηγηθέντων υπ’ αυτού υλικών (άρθρο 698). Η διάταξη είναι ενδοτικού και όχι αναγκαστικού δικαίου και επομένως είναι δυνατόν να έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Αν το έργο καταστράφηκε ή χειροτέρευσε κλπ. πριν από την παράδοσή του, ο εργολάβος δικαιούται να απαιτήσει την αμοιβή του, εφ’ όσον εγκαίρως επέστησε την προσοχή του εργοδότη (άρθρο 699). Ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση οποτεδήποτε, μέχρι την περαίωση του έργου. Οφείλει τότε την αμοιβή του εργολάβου, με έκπτωση εξ αυτής της εξοικονομηθείσης δαπάνης εκ της ματαιώσεως της συμβάσεως (άρθρο 700). Δια του θανάτου του εργολάβου λύεται η σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώσει το αναλογούν μέρος αμοιβής (άρθρο 701). Οι εργάτες (κατά τη νομολογία, όχι και οι υπάλληλοι) του εργολάβου που χρησιμοποιούνται στο έργο, έχουν για το μισθό τους απ’ ευθείας απαίτηση κατά του εργοδότη, μέχρι του ποσού που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Από τη στιγμή που ο εργάτης θα γνωστοποιήσει την απαίτησή του στον εργοδότη, εκείνος δεν μπορεί πια να πληρώσει τον εργολάβο ή τον διάδοχό του ή να συμβιβασθεί μαζί τους με ζημιά του εργάτη. Συμφωνία που περιορίζει εκ των προτέρων τα δικαιώματα του εργάτη, είναι άκυρη (άρθρο 702).Β' Κεφάλαιο: Περί κυριότητος ( άρθρα 999 ως 1032 ) Θα παρατεθούν παρακάτω μερικά άρθρα του Κεφαλαίου αυτού, αυτά που είναι περισσότερο χρήσιμα στο μηχανικό, κυρίως στον επιβλέποντα μηχανικό. Στο πνεύμα αυτών των διατάξεων έχουν συνταχθεί και τα σχετικά άρθρα του Κτιριοδομικού Κανονισμού.8 Άρθρον 1006 Κίνδυνος καταπτώσεως οικοδομής. Εάν υπάρχη κίνδυνος, οικοδομή ή άλλο έργον να καταπέση εν όλω ή εν μέρει, εκ τούτου δε απειλήται βλάβη εις το γειτονικόν ακίνητον, ο κύριος τούτου δικαιούται να απαιτήση παρ’ εκείνου όστις κατά τας διατάξεις περί αδικοπραξιών θα είναι υπεύθυνος εις αποζημίωσιν, όπως λάβη τα προς αποτροπήν του κινδύνου απαιτούμενα μέτρα. Άρθρον 1007 Ανόρυξις παρά τα θεμέλια γείτονος. Το ακίνητον δεν επιτρέπεται να ανασκάπτεται μέχρι τοιούτου βάθους ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθή του απαιτουμένου ερείσματος, εκτός εάν ελήφθη πρόνοια περί άλλης επαρκούς στερεώσεως. Ανάλογο είναι και το άρθρο 925 Α.Κ. , με το οποίο ορίζεται ότι ο κύριος ή νομέας κτίσματος ευθύνεται για τη ζημιά που θα προξενήσει σε τρίτον η μερική ή ολική κατάρρευση του κτιρίου, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση. Άρθρον 1010 Ενοικοδόμησις εν μέρει επί γειτονικού ακινήτου. Εάν ο κύριος ακινήτου ανεγείρων επ’ αυτού οικοδομήν επεκτείνη καλή τη πίστη ταύτην επί του γειτονικού οικοπέδου, ο δε κύριος τούτου πριν ή κατά μέγα μέρος συντελεσθή η οικοδομή ουδεμίαν ήγειρε διαμαρτυρίαν, το δικαστήριον δύναται κατ’ εύλογον αυτού κρίσιν να επιδικάση την κυριότητα του καταληφθέντος γηπέδου εις τον κύριον του οικοδομηθέντος ακινήτου, επί καταβολή της εν τω χρόνω της καταλήψεως αξίας αυτού μετά πάσης άλλης ζημίας και ιδία εκ της τυχόν μειώσεως της αξίας του υπολειφθέντος. Άρθρον 1011 Η διάταξις του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και αν εκ της επεκτάσεως της οικοδομής εις το γειτονικόν γήπεδον και της επιδικάσεως, βλάπτωνται έτεροι έχοντες επί τούτου εμπράγματον δικαίωμα. Άρθρον 1018 Ανοχή γείτονος εις επισκευάς Εάν προς επισκευήν ή ανακαίνισιν κτιρίου απαιτήται η εις το γειτονικόν ακίνητον είσοδος και κυκλοφορία του εργαζομένου προσωπικού ή η παροδική τοποθέτησις εν αυτώ εγκαταστάσεων ή οικοδομικού υλικού, ο κύριος του γειτονικού ακινήτου, εφ’ όσον η χρήσις αυτού δεν παρακωλύεται σπουδαίως, υποχρεούται να ανεχθή ταύτα επί αποζημιώσει ή παροχή ασφαλείας δια την τυχόν ζημίαν. Άρθρον 1026 Όμβριον ύδωρ στέγης Ο κύριος οικοδομής υποχρεούται να κατασκευάση την στέγην ούτως ώστε τα όμβρια ύδατα να μη φέρωνται προς το κτήμα του γείτονος. Άρθρον 1031 Σωλήνες δι΄αλλοτρίου ακινήτου. Ο κύριος ακινήτου υποχρεούται, λαμβανομένου υπ’ όψει και του συμφέροντος αυτού, να επιτρέπη επί αναλόγω αποζημιώσει την δια του ακινήτου διέλευσιν σωλήνων υδραγωγών ή φωταερίου ή ηλεκτρικών καλωδίων, εναερίως ή υπογείως χάριν άλλων ακινήτων. Η εγκατάστασις γίνεται κατά τον μάλλον πρόσφορον και ολιγώτερον επαχθή δια το βαρυνόμενον ακίνητον τρόπον. Ο κύριος τούτου δικαιούται να απαιτήση την δαπάναις του δικαιουμένου μετατόπισιν της εγκαταστάσεως εις άλλην θέσιν του ακινήτου.9 Άρθρον 1032 Παραγραφή επί περιορισμών. Αι αξιώσεις εκ των άρθρων 1004 έως 1007........, 1018 , ........... και 1031 δεν υπόκεινται εις παραγραφήν.Γ' Άλλα άρθρα - μερικές έννοιες Άρθρον 388 Απρόοπτος μεταβολή συνθηκών Εάν τα περιστατικά, εφ’ ών κυρίως, λαμβανομένης υπ’ όψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη εστήριξαν την σύναψιν αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, μετεβλήθησαν ύστερον ένεκα λόγων εκτάκτων και μη δυναμένων να προβλεφθώσι, εκ δε της μεταβολής ταύτης η παροχή του οφειλέτου, σκοπουμένης και της αντιπαροχής, κατέστη υπερμέτρως επαχθής, το δικαστήριον αιτήσει αυτού δύναται κατά την κρίσιν του να αναγάγη ταύτην εις το προσήκον μέτρον ή και να αποφασίσει την λύσιν της συμβάσεως εξ ολοκλήρου ή κατά το μήπω εκτελεσθέν μέρος. Αποφασισθείσης της λύσεως της συμβάσεως, αποσβέννυνται αι εξ αυτής υποχρεώσεις προς παροχήν και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως να αποδώσωσι τας ληφθείσας παροχάς κατά τας περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Άρθρον 932 Ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση που κάποιος ζημιώσει άλλον (αδικοπραξίας), εκτός από την υποχρέωση καλύψεως της περιουσιακής ζημιάς, το δικαστήριο είναι δυνατόν να επιδικάσει υπέρ του αδικηθέντος εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδιαίτερα για τον υποστάντα προσβολή της τιμής ή της υγείας του. Σε περίπτωση θανάτου του προσβληθέντος, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Έτσι σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, τις δαπάνες αποκαταστάσεως της υγείας του θύματος καλύπτουν οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, το δικαστήριο όμως είναι δυνατόν να επιδικάσει ικανοποίηση ηθικής βλάβης εις βάρος του υπευθύνου για το ατύχημα (πιθανώς και του επιβλέποντος μηχανικού).Τυχαίο γεγονός - ανωτέρα βία Το τυχαίο γεγονός (οι νομικοί το λένε “τυχηρόν γεγονός”) και η ανωτέρα βία έχουν μεγάλη σημασία στη δουλειά του μηχανικού είτε ως λόγος περιορισμού της ευθύνης είτε ως λόγος αναστολής των προθεσμιών. Η “τύχη”, το “τυχαίον γεγονός”, το “τυχηρόν”, το “γεγονός δι’ ό δεν υπέχει ευθύνην” κλπ. αναφέρονται σε ένα μεγάλο αριθμό άρθρων του Α.Κ., χωρίς να καθορίζεται ρητώς και μονοσήμαντα η έννοιά τους. Φαίνεται ότι είναι ευκολώτερος ο αρνητικός ορισμός : • •“τυχηρόν” είναι ότι δεν είναι δόλος ή αμέλεια του δράστη το “τυχηρόν” αρχίζει εκεί που τελειώνει η αμέλειαΣτο περιεχόμενο των τυχηρών ανήκουν τα γεγονότα που δεν μπορούν να προβλεφθούν, ξεφεύγουν από το σύνηθες, δεν εξαρτώνται από την βούληση και τις ενέργειες του δράστη και δεν μπορούν να αποφευχθούν από τον μέσο συνετό άνθρωπο. Κατά τον κανόνα δεν υπάρχει ευθύνη του δράστη για τα τυχηρά, είναι όμως δυνατόν είτε δια του νόμου είτε δια της συμφωνίας, να επεκταθεί η ευθύνη του και σε μερικά απ’ αυτά. Ένα περιστατικό που είναι τυχαίο για τον οφειλέτη (εργολάβο), μπορεί να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου.10 Η ανωτέρα βία είναι μια ακραία κατηγορία τυχηρών, που είναι αδύνατο (ή πολύ δυσκολώτερο) να αποτραπούν από τις ανθρώπινες δυνάμεις και επομένως είναι πολύ πιο απομακρυσμένη από την αμέλεια. Για τον προσδιορισμό της υπάρχουν δύο θεωρίες : Η αντικειμενική ή απόλυτη θεωρία, αντιλαμβάνεται τον κύκλο των περιστατικών ανωτέρας βίας πολύ πιο περιορισμένο και τα αναζητεί μόνο σε “εξωτερικά” σε σχέση με τον υπόχρεω γεγονότα, που πρέπει να είναι από τη φύση τους αναπότρεπτα, π.χ. για έναν επιχειρηματία-οφειλέτη είναι ανωτέρα βία η απεργία των υπαλλήλων του προμηθευτή του (εξωτερικό γεγονός), αλλά δεν είναι ανωτέρα βία η απεργία (έστω και αναπόφευκτη) των δικών του υπαλλήλων. Η υποκειμενική θεωρία είναι πιο ελαστική, πιο “ανθρώπινη”, επιεικέστερη για τον οφειλέτη (ως πλέον αδύνατο και έχον ανάγκη προστασίας μέρος), δέχεται και τα “εσωτερικά” γεγονότα, υπό την προϋπόθεση ότι τα περιστατικά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμα και για μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως (όχι του μέσου συνετού ανθρώπου, όπως στα τυχηρά). Ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει γενικώς την επιεικέστερη υποκειμενική θεωρία, όχι όμως χωρίς εξαιρέσεις, π.χ. δεν δέχεται ότι η κακοκαιρία συνιστά ανωτέρα βία, αφού ανάγεται στον κύκλο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργολάβου, που είναι σε θέση να την συνυπολογίσει στους επαγγελματικούς του κινδύνους, έστω και αν δεν μπορεί να την αποτρέψει. Πρέπει να σημειωθεί ότι “νομικώς” ένα αναπότρεπτο φυσικό γεγονός (σεισμός, πλημμύρα κλπ.) δεν σημαίνει υποχρεωτικά και αναπ
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.