Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021

Κείμενο του πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ, δημοσιευμένο σε αφιέρωμα της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ το 2001

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ Του πρωτοπρ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ"Η θεραπεία του τυφλού". Εργο του Nicolas Poussin (Μουσείο Λούβρου, Παρίσι)Ο χρόνος νοείται χριστιανικά ως τо πλαίσιο ото οποίο εκδιπλώνεχαι η αποκάλυψη του Θεού και συντελείται η σωτηρία του ανθρώπου και ο αγιασμός της κτίσεως και της ιστορίας. Εχει δηλαδή σωτηριολογική σημασία, συνδεόμενος πάντοτε με την ανάπτυξη του σχεδίου της "θείας οικονομίας". Γι’ αυτό και δεν νοείται κυκλικά, ως ατέρμονη ανακύκληση, αλλά γραμμικά. Η ροή του είναι ανεπανάληπτη, με γεγονότα μοναδικά και σωτήρια, "εφ’ άπαξ" και "εις το διηνεκές". Κέντρο και "εντελέχεια" του γραμμικού ευθύγραμμου- χρόνου είναι ο Χριστός, το A και το Ω της ιστορίας, η Αρχή και το Τέλος. Η χριστιανική προοπτική είναι μόνιμα εσχατολογική και από αυτού αντλούν το περιεχόμενό τους οι περί χρόνου αντιλήψεις της Εκκλησίας. Κόσμος και χρόνος νοούνται στο χριστιανισμό ως δημιουργία του Τριαδικού Θεού "εκ του μηδενός", έξω από κάθε έννοια "αρχετύπων" ή "ιδεών". Κάθε έννοια "αναλογίας", άλλωστε, μεταξύ "κτιστού" (δημιουργίας) κατ "Ακτιστου" (Τριαδικού Θεού) είναι χριστιανικά (ορθόδοξα) ανύπαρκτη. Ο κόσμος και ο χρόνος έχουν αρχή και τέλος, προορισμό δηλαδή και "πλήρωμα" (Γαλ. 4,4). Ο Θεός, λοιπόν, δημιουργεί το χρόνο, ως των "πάντων ποιητής, των τε αιώνων και πάντων των όντων" (I. Δαμαοκηνός). Ο Θεός είναι "ο την του χρόνου φύσιν κατασκευάσας" (Μ. Βασίλειος). Ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος προσδιορίζει μάλιστα και τη σχετικότητα του χρόνου, αφού τον ορίζει ως "το κινήσει τινί μεριζόμενον και μετρούμενον". Η κίνηση της Γης και των λοιπών ουρανίων σωμάτων δημιουργεί τη συνείδηση της χρονικότητας και τη "μέτρησή" της. Στην πραγματικότητα η μέτρηση του χρόνου είναι συμβατική για την Εκκλησία, ως "σώμα Χριστού" και "εν Χριστώ κοινωνία". Επειδή ζει όμως και κινείται η Εκκλησία μέσα στον κόσμο, έστω και αν δεν είναι "εκ του κόσμου" (Ιω. 18, 36), δέχτηκε στην πορεία της τα εν χρήσει ημερολόγια των κοινωνιών, στις οποίες ζούσε το πλήρωμά της και αγωνιζόταν για τη σωτηρία του. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι χριστιανικά - ορθόδοξα σωτηρία δεν είναι η οποταδήποτε φυγή από το χρόνο και τον κόσμο, αλλά η νίκη πάνω στο κακό του κόσμου, την αμαρτία. Τα ημερολόγια, συνεπώς, είναι ένα "πρόσλημμα" στο χριστιανισμό για τη διευθέτηση των ενδοκοσμικών συμβατικοτήτων χωρίς υποταγή σ’ αυτό.1 / 11 Λέγοντας χριστιανικό κόσμο, εννοούμε το νέο πολιτειακό μόρφωμα, που αρχίζοντας ως μια άτυπη χριστιανική κοινοπολιτεία στους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ. εμφανίζεται ως συγκροτημένο πολιτειακό-κρατικό μέγεθος με τα εγκαίνια της Νέας ΡώμηςΚωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου του 330 (= Ρωμανία - αυτοκρατορία της Ν. Ρώμης). Ως τον 6ο με 7ο αι. ο χριστιανικός κόσμος χρησιμοποιεί τα τοπικά ή εθνικά ημερολόγια και χρονολογεί με το σύστημα των εθνικών. Δεν έχει δηλαδή ενιαίο και κοινό ημερολόγιο, ούτε αρχίζει τη χρονολογία του από Χριστού. Λόγω δε της σχέσης του με την Παλαιά Διαθήκη (την προφητική δηλαδή παράδοση) γινόταν από το χριστιανισμό αρχικά δεκτός ο εβραϊκός προσδιορισμός της ηλικίας του κόσμου, που φυσικά απέχει πολύ από τον υπολογισμό της επιστήμης. Μόλις το 691 μ.Χ. καθορίστηκε, με τον 3ο κανόνα της "εν Τρούλλω" Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο χριστιανικός προσδιορισμός της ηλικίας του κόσμου, με υπολογισμό της "κτίσεώς" (δημιουργίας) του το 5508 πριν από την ενανθρώπηση του Χριστού. Αυτό έγινε δεκτό από ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, που είχε ήδη αρχίσει να διαφοροποιείται, πολιτικά στην αρχή και πνευματικά - πολιτισμικά αργότερα, σε "ανατολικό" και "δυτικό". Ο πρώτος χριστιανικά χρονολογικός προσδιορισμός είναι, συνεπώς, "από κτίσεως κόσμου".Ο Ηλιος, οι μήνες και ο ζωδιακός κύκλος σε αστρονομικούς πίνακες του Πτολεμαίου (Αποστολική Βιβλιοθήκη Βατικανού).2 / 11 "Ενας αστρονόμος και ένας γραφέας", γαλλικό χειρόγραφοΤο 691 μ.Χ. καθορίστηκε ο χριστιανικός προσδιορισμός της ηλικίας του κόσμου, με υπολογισμό της "κτίσεως" του το 5508 π.Χ.Αλμανάκ με προβλέψεις εκλείψεων και άλλες πληροφορίες, που τυπώθηκε στη Λιέγη του ΒελγίουΗ υπάρχουοα στην παγκόσμια χριστιαντκή κοινωνία ελευθερία φαίνεται από τον καθορισμό των εορτών ήδη στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Με βάση το ηλιακό ημερολόγιο, το ιουλιανό, που άρχισε να εφαρμόζεται το έτος 45 π.Χ., καθορίστηκαν οι χριστιανικές εορτές. Ετσι, η σύλληψη του Προδρόμου ορίστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου και η σύλληψη του I. Χριστού (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου), σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, έξι μήνες μετά, στις 25 Μαρτίου.3 / 11 Αντίστοιχα η Γέννηση του Προδρόμου ορίσθηκε στις 24 Ιουνίου και του Χριστού (τελικά) στις 25 Δεκεμβρίου, με προϋπόθεση τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια και συμβολική ερμηνεία του λόγου του Προδρόμου για τον Χριστό: "Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι" (Ιω. 3, 30). Τα κριτήρια, δηλαδή, είναι πνευματικά και όχι κοσμικά ή επιστημονικά. Δεν πρέπει, εν τούτοις, να λησμονείται ότι το πολιτικό έτος άρχιζε στην Ανατολή στις 23 Σεπτεμβρίου, που ήταν και αρχή της Ινδίκτου ως το 460, όταν έγινε μετάθεση στην 1η Σεπτεμβρίου. Η τελευταία ημερομηνία απέκτησε και εκκλησιαστική σημασία ως αρχή του λειτουργικού έτους, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα. Δεν είναι βέβαια γνωστό πότε άρχισε αυτή η πρακτική, μαρτυρείται όμως τον 8ο αιώνα. Η ίδια ελευθερία φαίνεται σтη μετακίνηση χριστιανικών εορτών. Η περίπτωση του εορτασμού του Πάσχα είναι το κλασικότερο παράδειγμα, αλλά σ’ αυτό θα επανέλθουμε. Κάτι ανάλογο όμως συνέβη και με τα Χριστούγεννα. Μέχρι το 336 μ.Χ. εορτάζονταν μαζί με τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου (κατά το ιουλιανό, πάντα, ημερολόγιο). Το έτος αυτό όμως στη Δύση μεταφέρθηκε η εορτή στις 25 Δεκεμβρίου, για την αντιμετώπιση κυρίως των εορτών του Μίθρα - θεού Ηλιου, που λάμβαναν χώρα κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Στην Ανατολή η νέα ημερομηνία της εορτής εισήχθη περί το 380. Ακολούθησε δε ο προσδιορισμός των ημερομηνιών και των άλλων εορτών που συνδέονταν με τα Χριστούγεννα (Περιτομή, Υπαπαντή, Ευαγγελισμός κ.λπ.). Εδώ πρέπει να γίνει λόγος για το σύστημα; των Ινδικτιώνων, που ακολούθησε και ο χριστιανικός κόσμος. Indictio σημαίνει "ορισμός" και συνδέθηκε αρχικά με το φορολογικό σύστημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η χρήση του συστήματος αυτού άρχισε επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (297/8), αλλά με διάρκεια της Ινδίκτου 5 έτη. Για πρώτη φορά Ινδικτιών με διάρκεια 15 ετών αρχίζει το 312 μ.Χ. (πρώτη μνεία σε αυτοκρατορικά έγγραφα το 356/7. Εκκλησιαστικά έγινε δεκτή το 327 με αρχή την 24η Σεπτεμβρίου. Είναι λοιπόν η Ινδικτιών περίοδος 15 ετών, χρησιμοποιούμενη για τη χρονολόγηση εγγράφων ή και γεγονότων. Μετά τη συμπλήρωση αυτού του χρονικού διαστήματος άρχιζε νέα Ινδικτιών και προσδιοριζόταν το έτος αναφοράς (πρώτο, δεύτερο κ.ο.κ. - κάτι ανάλογο με το σύστημα των Ολυμπιάδων). Η συνήθης Ινδικτιών ονομάζεται βυζαντινή ή και ελληνική και αρχίζει, όπως ειπώθηκε, την 1η Σεπτεμβρίου. Το σύστημα αυτό επικράτησε σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο κατά τη βυζαντινή περίοδο, αλλά συνεχίστηκε και στα μεταβυζανττνά ελληνικά κείμενα (τα πατριαρχικά - εθναρχικά). Η χρονολόγηση από τη Γέννηση του Ι. Χριστού αρχίζει τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Το νέο σύστημα ήταν έμπνευση του Διονυσίου του Μικρού ή Βραχέος (Exiguus), Σκύθη την καταγωγή και κατά την ιδιότητα μοναχού, κανονολόγου κατ χρονολόγου. Περί το 500 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη και ασχολήθηκε με χρονολογικά ζητήματα (πασχάλιους πίνακες λ.χ.). Κατά την σύνταξη του έργου του Cyclus Decem Novennalis (532) για τον υπολογισμό του Πάσχα, διαιώνισε το όνομά του με τη σημείωση των ετών του πίνακα βάσει της χρονολογήσεως από τη Γέννηση του Χριστού και όχι "από κτίσεως Ρώμης", όπως γινόταν στη Δύση ή από του Αβραάμ ή της 1ης Ολυμπιάδος. Η νέα αυτή χρονολόγηοη διαδόθηκε με βραδύτητα στη Δύση (Γαλλία και Αγγλία), πρώτος δε ιστορικός που τη χρησιμοποίησε σταθερά ήταν ο Βέδας ο Αιδέσιμος (Venerabilis) τον 8ο αιώνα. Από τότε επιβλήθηκε σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο, αλλά και το μη χρστιανικό, όπως συμβαίνει σήμερα. Ο Διονύσιος όμως δτέπραξε ένα μοιραίο λάθος. Ως έτος Γεννήσεως του Χριστού δέχτηκε το 754 από κτίσεως Ρώμης ("Ab urbe condita"), ενώ είναι γνωστό ότι ο Ηρώδης πέθανε το 750/51, λίγο μετά τη σφαγή των νηπίων (Ματθ. 2,16 ε.), ο δε Χριστός κατά τη σφαγή των νηπίων ήταν περίπου δύο ετών. Αρα πρέπει να γεννήθηκε το έτος 748/749 από κτίσεως Ρώμης. Αρα η σημερινή χρονολογία υπολείπεται κατά 5 ή 6 έτη . Παρά τη συμβατικότητα όμως των ημερολογίων και της μετρήσεως του χρόνου στη χριστιανική συνείδηση, ο χρονολογικός προσδιορισμός επηρέασε και τη χριστιανική κοινωνία σε σημαντικά θεολογικά θέματα, όπως ο εορτασμός του Πάσχα.4 / 11 Το χριστιανικό Πάσχα, συνδεόμενο τυπολογικά με το ιουδαϊκό (πασχάλιος αμνός "εσφαγμένον αρνίον/Χριστός", πρβλ. Αποκ. 5, 12), καθιερώθηκε από τους Αποστόλους για την "ανάμνηση" της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Το περιεχόμενο όμως της εορτής και η ημέρα του εορτασμού της προκάλεσε σοβαρά προβλήματα. Οι ιουδαϊζοντες χριστιανοί τόνιζαν το γεγονός της Σταυρώσεως και γιόρταζαν τη 14η του μηνός Νισάν μαζί με τους Εβραίους (τεσσαρεσκαιδεκατίτες) της Μ. Ασίας. Αντίθετα, οι εξ Εθνών Χριστιανοί τόνιζαν την Ανάσταση του Χριστού και ουνέδεσαν το Πάσχα με την Κυριακή, την αναστάσιμη ημέρα της εβδομάδος, μετά τη 14η Νισάν, για να μη συμπίπτει με το ιουδαϊκό Πάσχα. Το ζήτημα το 2ο αιώνα έλαβε τη μορφή έριδας μεταξύ των Εκκληστών Ρώμης και Μικρασίας, διότι και οι δύο πλευρές είχαν τους υποστηρικτές τους. Βέβαια, η έρις δεν οδήγησε σε σχίσμα με την επέμβαση φωτισμένων Ποιμένων (Ανίκητος Ρώμης, Πολύκαρπος Σμύρνης, Ειρηναίος Λυγδούνου κ.ά.), αλλά τη λύση του ζητήματος έδωσε η Α Οικουμενική Σύνοδος (325), ορίζοντας τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την (πρώτη) πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, ώστε να μη συμπίπτει ποτέ με το εβραϊκό, αφού "το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη (θυστάστηκε) Χριστός" (А Κορ. 5,7). Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας (η πόλη είχε παράδοση στην αστρονομική επιστήμη λόγω των εκεί Ελλήνων αστρονόμων) ανέλαβε να αναγγέλλει κάθε χρόνο στη χριστιανική οικουμένη την ημερομηνία του Πάσχα. Για τον υπολογισμό, συνεπώς, της ημερομηνίας του Πάσχα χρειάζεται ο υπολογισμός της ημερομηνίας της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Ετσι, η χριστιανική κοινωνία ακολουθεί και εδώ τον επιστημονικό καθορισμό της εαρινής ισημερίας. Ο Διονύσιος ο Μικρός δέχτηκε ως πρώτη εαρινή πανσέληνο εκείνη που ακολουθεί την 20ή Μαρτίου και συνεπώς τον εορτασμό του Πάσχα μεταξύ 22ας Μαρτίου και 25ης Απριλίου. Από τον 7ο αιώνα άρχισαν να συντάσσονται ειδικοί πίνακες, τα Πασχάλια, που καθορίζουν την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα σε μακρά σειρά ετών.Η λαϊκή έκφραση "έχασα τα πασχάλια" σημαίνει σύγχυση και ανάγεται στις διαφοροποιήσεις στην ημερομηνία του Πάσχα. Τα Πασχάλια επικράτησε να συντάσσονται με βάση το ιουλτανό ημερολόγιο, στο οποίο στηρίχθηκε και η Α Οικουμεντκή Σύνοδος. Το ημερολόγιο όμως αυτό παρουσιάζει ατέλειες, ένα σφάλμα δηλαδή 0,008 ημέρας κατ’ έτος. Το 1582, επί πάπα Ρώμης Γρηγορίου ΙΓ', το σφάλμα είχε εκταθεί στις δέκα ημέρες. Ετσι, η εαρινή ισημερία συνέπιπτε με την 11η Μαρτίου. Την ατέλεια αυτή είχε διακριβώσει η Σύνοδος του Τριδέντου (Trento), το 1545, και αποφάσισε τη διόρθωση του λάθους. Το έργο αυτό ανέλαβε τελικά ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' (1572-1585) με τη συνεργασία του Ιησουίτη αστρονόμου Χριστοφόρου Κλάβιους (1537-1612) και με βάση τις προτάσεις του αστρονόμου Λουίτζι Λίλιο (L. Lilio, +1576). Η σχετική παπική Βούλα εμφανίστηκε το Φεβρουάριο του 1582.5 / 11 Ο Ιησουίτης αστρονόμος Χριστόφορος ΚλάβιουςΗ εαρινή ισημερία επαναφέρθηκε στις 21 Μαρτίου, έγινε δε αποδεκτή η διάρκεια του έτους των 365,2422 ημερών, που οδηγεί σε σφάλμα 3,12 ημερών σε διάρκεια τετρακοσίων ετών. Ετσι προέκυψε η αναγνώριση ως δισέκτου του τελευταίου έτους κάθε τέταρτου αιώνα, δηλαδή του έτους που διαιρείται ακριβώς με το 4. Ενώ λοιπόν τα έτη 1700, 1800 και 1900 δεν ήσαν δίσεκτα, το τελευταίο έτος του 20ού αι., το 2000, είναι δίσεκτο. Η παπική βούλα θέσπισε κανόνες και για τον εορτασμό και του Πάσχα και επέβαλε την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του έτους. Στη συνέχεια, όμως, πρέπει να σταθούμε λίγο στον προσδιορισμό των ισημεριών, διότι είναι το επίκεντρο του προβληματισμού, που οδήγησε στη διαφορά Ανατολής και Δύσης για τον εορτασμό του Πάσχα. Με το ιουλιανό ημερολόγιο, λόγω της ελλειπτικής τροχιάς της Γης, διαφοροποιείται στη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους η διάρκεια ημέρας και νύχτας, ως τις 6 ώρες. Οταν η ημέρα έχει 9 ώρες, η νύχτα έχει 15, και αντίστροφα. Δύο φορές όμως το χρόνο συμπίπτει ημέρα και νύχτα να έχουν ίσες ώρες (12). Αυτό ονομάζεται ισημερία. Με το ιουλιανό ημερολόγιο οι ισημερίες συνέπιπταν στην εποχή της Α' Οικουμενικής Συνόδου την 21η Μαρτίου και την 21η Σεπτεμβρίου, ώστε το έτος 1923 να φθάσουν αντίστοιχα στις 8 Μαρτίου και 8 Σεπτεμβρίου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή η διόρθωση του ημερολογίου έγινε με πρωτοβουλία του Πάπα, επέμεινε στον υπολογισμό του Πάσχα με αφετηρία την 20ή Μαρτίου κατά το ιουλιανό ημερολόγιο. Την ίδια ημέρα δέχεται ως αφετηρία και ο δυτικός χριστιανισμός, αλλά με βάση το νέο γρηγοριανό ημερολόγιο. Ετσι, όταν στη Δύση γίνεται σήμερα λόγος για εαρινή ισημερία, εννοείται ημερομηνία που προηγείται κατά 13 ημέρες του υπολογισμού της ανατολικής χριστιανοσύνης. Σε περίπτωση που η (πρώτη) πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία συμπίπτει, τότε υπάρχει σύμπτωση και στην ημέρα του Πάσχα. Αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια. Βέβαια, πρέπει να λεχθεί όχι πρώτοι οι Ελληνες του Βυζαντίου είχαν επισημάνει τις ατέλειες του ιουλιανού ημερολογίου και πρότειναν την αντικατάστασή του. Το 1324 ο Βυζαντινός λόγιος Νικηφόρος Γρηγορός, ασχολούμενος με τις θετικές επιστήμες, πρότεινε τη διόρθωση του ημερολογίου, που όμως δεν έγινε δεκτή "διά τον φόβον συγχύσεως των αμαθών και μερισμού χης Εκκλησίας". Το 1450 ο φιλόσοφος Γ. ΠλήθωνΓεμιστός συνέταξε ημερολόγιο δικής του εμπνεύσεως, που αν εφαρμοζόταν δεν θα χρειαζόταν η γρηγοριανή μεταρρύθμιση (Alexandre, Γάλλος ακαδημαϊκός)..6 / 11 Εκδοση στα λατινικά για την εισαγωγή του γρηγοριανού ημερολογίου.Η Ορθόδοξη Εκκλησία κινούμενη στο πνεύμα της εποχής, αλλά και λόγω του παπικού κινδύνου, το 1583 και το 1593 (σύνοδος επί πατριάρχου Ιερεμίου В ) απέρριψε το γρηγοριανό ημερολόγιο (κανόνας Η ), λόγω του όχι αθετήθηκε η απόφαση της Α Οικουμενικής Συνόδου και του Ζ Αποστολικού Κανόνα, που απαγορεύει το συνεορτασμό χριστιανικού και εβραϊκού Πάσχα. Αλλωστε και σ’ αυτή τη Δύση προοδευτικά έγινε δεκτό το γρηγοριανό ημερολόγιο. Η Βρετανία το δέχθηκε το 1752, η Σουηδία το 1753 και η Γερμανία το 1776, λόγω διαφορών στον καθορισμό του Πάσχα. Οταν όμως οι κίνδυνοι προσηλυτισμού φάνηκαν να υποχωρούν, η Ορθόδοξη Ανατολή άρχισε να σκέπτεται την αντκατάσταση του ιουλιανού ημερολογίου. Ετσι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ανθιμος Ζ’, το 1895, εξέφραζε "πόθους και ευχάς υπέρ ενός ενιαίου ημερολογίου δι’ άπαντας τους χριστιανικούς λαούς". Ενέργειες, δε, θετικές είχε αναλάβει με την εγκύλιό του το 1902 και ο μεγάλος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ'. Και η Εκκλησία της Ελλάδος ανέθεσε το 1919 το ζήτημα σε επιτροπή, η οποία θεώρησε δυνατή τη μεταβολή "μετά ουνεννόησιν πασών των αυτοκεφάλων Εκκληστών". Με αναμονή της συνεννόησης αποφάσισε να μείνει πιστή εορτολογικά στο ιουλιανό ημερολόγιο, η δε πολιτεία να προχωρήσει πολιτικά στην καθιέρωση του νέου ημερολογίου, πράγμα που έγινε την 1η Μαρτίου 1923. Οι πρακτικές δυσκολίες, όμως, των δύο ημερολογίων οδήγησαν και την Εκκλησία της Ελλάδος στην αποδοχή και εορτολογικά του νέου ημερολογίου, χωρίς όμως να θιγεί το Πασχάλιο. Η αλλαγή έγινε σττς 10 Μαρτίου 1924, που χαρακτηρίστηκε ως 23η Μαρτίου. Οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας, μέχρι πρόσφατα δε και της Βουλγαρίας και το Αγιον Ορος διατήρησαν και εορτολογικά το ιουλιανό ημερολόγιο, δεν διέκοψαν όμως την εκκλησταστική κοινωνία με ττς Εκκλησίες που αποδέχθηκαν το νέο.7 / 11 Η δημιουργία του Αδάμ και της Εύας σε ένα λατινικό βιβλίο του 14ου αιώνα, με το ωρολόγιο των φραγκισκανώνΕνας απλός "εξάντας" αποτελούσε το μόνο όργανο των αστρονόμων πριν από την ανακάλυψη του τηλεσκοπίου, όπως δείχνει αυτό το μπρούντζινο ανάγλυφο (14ος αιώνας) του Andrea PisanoΤο γρηγοριανό ημερολόγιο καθιερώθηκε στην Ελλάδα το Μάρτιο 1923, αλλά εορτολογικά για την εκκλησία ίσχυσε το 19248 / 11 Αστρολάβος κατασκευασμένος στη Λουβέν του Βελγίου, για να δωρηθεί το 1566 στον Φίλιππο Β' της ΙσπανίαςΟ πάπας Γρηγόριος ΙΓ' συναντά την επιτροπή του ημερολογίου περί το 1581.9 / 11 Το παράδειγμα των παλαιών τεσσαρεοκαιδεκατιτών ακολούθησαν το 1924 οι Παλαιοημερολογίτες της Ελλάδας και έτσι δημιουργήθηκε το "παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα", που οδήγησε σε σχίσμα, ανοικτή πληγή στο εκκλησιαστικό σώμα της Ελλάδος. Στην υπόθεση όμως αυτή δεν βάρυνε η επιστημονικά επιβαλλόμενη μεταβολή, αλλά η αλλαγή του εορτολογίου, η οποία, σύμφωνα με την ενωτικού περιεχομένου εγκύκλιο (διάγγελμα) του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1920, θα γινόταν για τη διευκόλυνση του Οικουμενισμού ("... προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών"), Αρα το πράγμα ελάμβανε όχι επτοτημονική, αλλά σαφώς εκκλησιολογική διάσταση. Οι συνέπειες, όμως, υπερβαίνουν τα όρια αυτού του σημειώματος. Η ευρύτερη αναζήτηση των χριστιανών, στα όρια του οικουμενικού διαλόγου, για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα και την εφαρμογή συνεπώς κοινού διαχριστιανικά ημερολογίου, που συζητείται στις τελευταίες δεκαετίες, θα οδηγήσει σε νέες περιπέτειες, πόσο μάλλον αν αυτό συνδυαστεί με την αποδοχή και από την ορθόδοξη πλευρά, όπως προτείνεται, σταθερής Κυριακής για τον εορτασμό του Πάσχα, με αθέτηση και απόρριψη των αποφάσεων της Α Οικουμενικής Συνόδου, που είναι απαράβατες για την Ορθόδοξη Εκκλησία.Το κείμενο προέρχεται από ένθετο της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του έτους 2001 με θέμα "Χρόνος και χρονολόγια"10 / 11 11 / 11
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.