Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Παρασκευή, 07 Αυγούστου 2020

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από επεξεργασία απόψεων και προβληματισμών που διατυπώθηκαν σε συζήτηση στο LinkedIn επί του ερωτήματος:

Για ποιό λόγο να εφαρμόσει κανείς σε περιβάλλον XS3 σκυρόδεμα κατηγορίας C35/45 ή ανώτερης, με w/c <= 0,45 και επικάλυψη 50 mm, αντί C20/25 με w/c <= 0,65 και επικάλυψη 25 mm σε συνδυσμό με τις απαιτήσεις του EN 1504-2;

ΕΝ 206-1 και ΕΝ 1504: δύο εναλλακτικές (;) προσεγγίσεις στην ανθεκτικότητα του οπλισµένου σκυροδέµατος Από τους Χρήστο Ροδόπουλο Παν. ΑναγνωστόπουλοΤο κείµενο που ακολουθεί προέρχεται από επεξεργασία απόψεων και προβληµατισµών που διατυπώθηκαν σε συζήτηση στο LinkedIn επί του ερωτήµατος:Για ποιό λόγο να εφαρµόσει κανείς σε περιβάλλον XS3 σκυρόδεµα κατηγορίας C35/45 ή ανώτερης, µε w/c ≤ 0,45 και επικάλυψη 50 mm, αντί C20/25 µε w/c≤ 0,65 και επικάλυψη 25 mm σε συνδυσµό µε τις απαιτήσεις του EN 1504-2;Παρατήρηση από τον Παν. Αναγνωστόπουλο, Π-Μ (Π.Α.) Κατ' αρχήν πρέπει να σηµειωθεί ότι για πολλούς η κατηγορία C35/45 και οι τιµές W/C < 0,45 είναι "NASA grade" ... Προέχει λοιπόν να καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές δυσκολίες στην παρασκευή τέτοιων µιγµάτων, ότι το κόστος τους δεν είναι τεράστιο και ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερες εγκαταστάσεις! Απάντηση από τον Χρήστο Ροδόπουλο (Χ.Ρ.) Σίγουρα το C35/45 δεν είναι NASA grade. Είναι αρκετά εύκολο µείγµα να παρασκευαστεί. ∆εν έχει ης ιδιαίτερες κοκκοµετρικές καµπύλες. Το µόνο που χρειάζεται είναι η χρήση ρευστοποιητών 3-4 γενιάς και µε την τεχνογνωσία που υπάρχει, δεν υπάρχει θέµα. Το µόνο θέµα είναι ότι θα χρειαστεί δουλειά ώστε να βγει µε ανταγωνιστική τιµή και να αφήνει κάποιο κέρδος στο παρασκευστήριο. Για εµένα το θέµα είναι τα 50 mm. Εάν η όπλιση είναι και λίγο πυκνή τότε η δόνηση θα έχει πρόβληµα και τα 50 mm δεν θα βγούν όπως πρέπει. Εαν πάµε σε SCC (αυτοσυµπυκνούµενο), τότε προφανώς το κόστος και η δυσκολία παρασκευής του µίγµατος ανεβαίνει. Παναγιώτη εδώ θολώνει το πράγµα µε το ΕΝ 206. ∆εν µιλάει για κατασκευαστικές απαιτήσεις, δεν µιλάει για ποιότητα των 50 mm! Πάρε σου λέει 50 mm και η Παναγιά µαζί σου. Η, καλύτερα, πάρε 50 mm και εάν δεν σου βγει βάλε και το ΕΝ 1504. Ερωτώ λοιπόν εάν δεν χρειάζοµαι C35/45 και δεν µπορώ να διασφαλίσω την ποιότητα των 50 mm γιατί να µην πάω εξ αρχής µε C20/25 και ΕΝ 1504; Στο τέλος θα µου βγει και φθηνότερα και καλύτερα. Π.A. Εδώ είναι που χρειάζεται µια κοστολογική ανάλυση των δύο "εναλλακτικών" λύσεων υπό µορφή case study!1/9 Χ.Ρ. Αντιγράφω απο: Εφαρµογή αυτοσυµπυκνούµενου σκυροδέµατος στην ελληνική προκατασκευή, 15ο Συνέδριο Σκυροδέµατος, ΤΕΕ, ΕΤΕΚ, Αλεξανδρούπολη, 25-27 Οκτωβρίου, 2006 Μία µελέτη σκοπιµότητας εισαγωγής του ΑΣΣ στην παραγωγική διαδικασία ενός εργοστασίου προκατασκευασµένων στοιχείων θα πρέπει να βασιστεί σε συγκρίσεις κόστους µεταξύ συµβατικού σκυροδέµατος και ΑΣΣ. Οι τελευταίες θα πρέπει να πραγµατοποιούνται βάσει µίας οικονοµοτεχνικής θεώρησης, η οποία θα λαµβάνει υπ’ όψιν της τα ακόλουθα: κόστος υλικού (πρώτες ύλες: χηµικά πρόσµικτα, ορυκτά πρόσθετα, µεταφορά, ποιοτικός έλεγχος), κόστος παραγωγής υλικού (ενεργειακές απαιτήσεις ανάµιξης, απόσβεση αγοράς πρόσθετων σιλό αποθήκευσης κονιών, ποιοτικός έλεγχος), κόστος τύπων (για την περίπτωση χρήσης ΑΣΣ απαιτείται προσεκτικότερη συναρµογή των επιµέρους µερών των τύπων για την αποφυγή διαρροών), κόστος εργατικών (διάστρωση, τελειώµατα), κόστος επισκευών µετά την αφαίρεση των τύπων και κόστος αποζηµιώσεων σε περίπτωση εργατικών ατυχηµάτων. Η ποσοτικοποίηση των παραπάνω είναι δυσχερής, καθώς εξαρτάται από πλείστους παράγοντες, πολλοί από τους οποίους είναι τοπικού χαρακτήρα και δεν επιτρέπουν γενικεύσεις. Ωστόσο, µπορεί να ειπωθεί µε ασφάλεια ότι η χρήση ΑΣΣ επιφέρει αύξηση του συνολικού κόστους του υλικού (πρώτες ύλες, παραγωγή, ποιοτικός έλεγχος), ενώ οι δαπάνες για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες είναι σηµαντικά µικρότερες σε σχέση µε τη χρήση κοινού σκυροδέµατος. Ως προς το κόστος των πρώτων υλών, τα δηµοσιευµένα στοιχεία δηµιουργούν κάποια σύγχυση παρουσιάζοντας το ΑΣΣ από 10% έως 50% ακριβότερο του συµβατικού (αν και τιµές άνω του 25% αναφέρονται σε µίγµατα ΑΣΣ για τα οποία δεν έγινε καµία προσπάθεια βελτιστοποίησης της σύνθεσής τους, από πλευράς κόστους). Έτσι, ως γενική θεώρηση, το ΑΣΣ είναι περίπου κατά 10-20% ακριβότερο από το κοινό, ενώ ΑΣΣ µε διµερή ή τριµερή συστήµατα συνδετικής κονίας (τσιµέντο + ιπτάµενη τέφρα, ή τσιµέντο + ιπτάµενη τέφρα + σκωρία υψικαµίνων) είναι δυνατόν να µειώσει ακόµη περισσότερο την διαφορά κόστους µεταξύ ΑΣΣ και κοινού. Εκτιµάται ότι η µείωση στην κατανάλωση ενέργειας, λόγω διακοπής της χρήσης των δονητικών τραπεζών εγγίζει το 10% (Walraven, 2001), ενώ το κόστος εργατικών για την σκυροδέτηση στοιχείων µε περίπλοκες γεωµετρίες ή/και πυκνό οπλισµό υπολογίζεται ως και 80% µικρότερο στην περίπτωση χρήσης ΑΣΣ (Brameshuber and Uebachs, 2005). Παράλληλα, οι δαπάνες επιδιόρθωσης των σκυροδετηµένων µε ΑΣΣ µελών εκτιµώνται περί το 1% του συνολικού κόστους παραγωγής της παρτίδας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την περίπτωση χρήσης κοινού σκυροδέµατος ανέρχεται στο 3% (Brameshuber and Uebachs, 2005). Περαιτέρω µείωση του συνολικού κόστους παραγωγής προκατασκευασµένων δοµικών δύναται να επιτευχθεί µε τη χρήση ΑΣΣ καθώς:στοιχείωνα)Ο χρόνος που µεσολαβεί µεταξύ της παραγωγής του σκυροδέµατος και της σκυροδέτησης των στοιχείων είναι πολύ µικρός (µικρή και ελεγχόµενη η αποµείωση των ρεολογικών χαρακτηριστικών του µίγµατος, εποµένως µικρή η πιθανότητα απόρριψης της παραχθείσας ποσότητας σκυροδέµατος).,β)Ο χρόνος ο οποίος εξοικονοµείται από τη σκυροδέτηση και τις εργασίες τελειοποίησης των ελεύθερων επιφανειών δύναται να χρησιµοποιηθεί για άλλες εργασίες εντός του εργοστασίου (π.χ. συναρµολόγηση νέων καλουπιών), ή/και να αυξήσει τη διάρκεια συντήρησης των στοιχείων εντός του ηµερήσιου κύκλου παραγωγής, µε πιθανό αποτέλεσµα την αποφυγή ενεργοβόρων µεθόδων συντήρησης (π.χ. χρήση ατµού).2/9 γ)Η µείωση των εργατοωρών ανά σκυροδετούµενο στοιχείο (λόγω µείωσης του χρόνου σκυροδέτησης) και των εργατοωρών ανά τελειωµένο στοιχείο (λόγω µείωσης του όγκου εργασιών επιδιόρθωσης) οδηγεί σε αποτελεσµατικότερο καταµερισµό των εργασιών και αποδοτικότερη αξιοποίηση του εργατικού δυναµικού.δ)Η φθορά των καλουπιών λόγω της χρήσης ΑΣΣ είναι σαφώς µικρότερη σε σύγκριση µε εκείνη η οποία οφείλεται στη χρήση συµβατικού σκυροδέµατος.Με λίγα λόγια, θα µπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι στην µονάδα του όγκου κατασκευής το συµβατικό σκυρόδεµα µε το ΑΣΣ δεν έχουν διαφορά στην τιµή. Προφανώς αύξηση κόστους µπορεί να παρατηρηθεί εάν το παρασκευαστήριο δεν έχει την υλικοτεχνική υποδοµή για ΑΣΣ και θα χρειαστεί µια επένδυση. Αρα για εµένα προσωπικά το ενα case study θα πρέπει να γίνει µε βάση την πιθανή υποβάθµιση ποιότητας επιφάνειας. Η άποψή µου είναι ότι στην περίπτωση περιβάλλοντος XS3 η σειρά κινείται υπο µορφή κόστους κάπως έτσι, απο το ακριβότερο στο φθηνότερο: Σενάριο Α (α) Συµβατικό C35/45 µε αστοχία επιφάνειας + ΕΝ 1504 (β) Συµβατικό C20/25 µε αστοχία επιφάνειας + ΕΝ 1504 (γ) ΑΣΣ C35/45 χωρίς αστοχία επιφάνειας Σενάριο Β (α) Συµβατικό C35/45 µε αστοχία επιφάνειας + ΕΝ 1504 (β) Συµβατικό C20/25 χωρίς αστοχία επιφάνειας + ΕΝ 1504 ή ΑΣΣ C35/45 χωρίς αστοχία επιφάνειας Το θέµα λοιπόν είναι τι ορίζουµε ως αστοχία επιφάνειας. Παγκοσµίως αυτό µπορεί να γίνει µε µέτρηση αερο-διαπερατότητας, υγρο-αερο-περατοτητας και της τιµής RCPT (Rapid Chloride-Ion Permeability Test - Ταχεία δοκιµή διαπερατότητας χλωριόντων). Με τα παραπάνω, επειδή και τα τρία ακολουθούν την ίδια κατανοµή, µπορούµε να εξάγουµε µια τιµή β (βαθµός αξιοπιστίας). Με µια τέτοια ανάλυση θα δούµε οτι η πιθανότητα ένα συµβατικό C35/45 µε 50 mm επικάλυψη να παρουσιάσει χαµηλή τιµή β είναι µεγαλύτερη από ενα συµβατικό C20/25 µε 25 mm επικάλυψη και πολύ µεγαλύτερη απο ενα ΑΣΣ C35/45. Εδώ είναι και η βασική µου διαφωνία µε το ΕΝ206-1. Το πρόβληµα δεν είναι η κατηγορία του σκυροδέµατος αλλα πως µε τέτοια κατηγορία σκυροδέµατος (ειδικά όσον αφορα το Ν/Τ), µε µεγάλα αδρανή που κατά κανόνα έχουν µάθει να βάζουν, χωρίς εξειδικευµένους µεταλλότυπους και προσωπικό, θα επιτύχεις µια καλή ποιότητα επικάλυψης > 25mm; Και δεν µιλάω για τα µεγάλα έργα, που πες ότι το παλεύουν! Εάν πάµε σε κανένα νησί µε τέτοιες απαιτήσεις τότε έχουµε συνταγή αποτυχίας και προφανώς το κόστος θα πάει στον αέρα. Αρα, ή δηµιουργούµε στο ΕΝ206-1 απαιτήσεις ποιότητας και αξιοπιστίας σε όλα τα στάδια και τις τηρούµε µε σοβαρούς ελέγχους ή πάµε σε ΑΣΣ ή η Παναγιά µαζί µας. -Με το Πρώτο ειδικά στην Ελλάδα είναι σαν να δίνεις license υπέρβασης κόστους Με το ∆ευτερο τα πρώτα χρόνια θα ψάχνεις παρασκευαστήριο µε το ντουφέκι (τώρα µε την κρίση) Με το Τρίτο ....3/9 Εάν δει κανείς τα παραπάνω και σκεφτεί τι του προσφέρει το ΕΝ 1504 ως λύσεις και αξιοπιστία, τότε χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο µέχρι να βρεί τι κάνει. Εαν σκεφτεί µάλιστα ότι και το ΕΝ 206-1 (νέος ΚΤΣ) και το ΕΝ 1504 θα βρίσκονται σε παράλληλη ισχύ τότε αρχίζει και ρωτά εάν είναι ο γιαλός είναι στραβός ή εµείς τραβάµε λάθος. Π.A. Κατά βάση πρέπει να ξεκαθαριστεί το τί προσφέρει το C35/45 µε 50 mm επικάλυψη και τι το C20/25 µε πρόσθετη επεξεργασία κατά ΕΝ 1504 (και, βέβαια, ποιά θα είναι η επεξεργασία αυτή). Είναι καθαρά θέµα επιδόσεων. Το ΕΝ 206-1, κατά την γνώµη µου αναφέρεται σε stand alone concrete, ενώ το ΕΝ 1504 σε ... assisted concrete. Τελικά είναι θέµα V/M ή/και θέµα know-how! Θα ήθελα να συζητήσουµε την προσέγγιση αυτή. Χ.Ρ. Παναγιώτη, τα ερωτήµατα που βάζεις είναι δύσκολο να απαντηθούν διότι διαφέρουν στην βασική προσέγγιση. Το ΕΝ 206-1 προσπαθεί κάτω απο βασικές έννοιες όπως Ν/Τ, ποσότητα τσιµέντου και αντοχή να περιλάβει κάποιες βασικές έννοιες ανθεκτικότητας. Αυτές ανάλογα την κατηγορία µπορεί να είναι από την υδατο/αερο-περατότητα µέχρι την αντοχή στην διείσδυση χλωριόντων και άλλων εξωγενών παραγόντων. Επειδή θέλει να απλοποιήσει τα πράγµατα δεν θέτει ελάχιστες τιµές επι των παραπάνω αλλά ελάχιστες απαιτήσεις στα βασικά συστατικά. Θεωρώ οτι η επιτροπή είχε στο µυαλό της να διατηρήσει στον κανονισµό µια λογική να µην πάει "ανοικτά" σε ελάχιστες καταστάσεις απόδοσης. Μπορώ να πιθανολογήσω χιλιάδες λόγους, όπως να µην δηµιουργήσει αναστάτωση στην αγορά, να µην προωθήσει µονοπώλια εταιρειών, κλπ. Στο δικό µου το κεφάλι και γνωρίζοντας 1, 2 πράγµατα θα έλεγα ότι το ΕΝ 206-1 αποτελεί εν µέρει και αποτέλεσµα lobbying. Εδώ στην πρώτη θέση θα βρούµε την χαλυβουργία. Οι τζίροι τεράστιοι και προφανώς κλίµακες µεγαλύτερες απο αυτές της τσιµεντοβιοµηχανίας. Εδω και 50 και πλέον χρόνια µιλάµε για οξείδωση του οπλισµού που είναι και το βασικό πρόβληµα του ΕΝ 206-1. Η Επιστηµονική κοινότητα επανειληµµένα έχει διενεργήσει έρευνες και πολλές χιλιάδες άρθρα έχουν δηµοσιευθεί για την χαµηλή αντίσταση του δοµικού χάλυβα στην διάβρωση. ∆εν µιλάω για ανοξείδωτο ή άλλα πολύπλοκα κράµατα, αλλα για τον δοµικό χάλυβα που όλοι ξέρουµε και που θέλουµε να αγοράζουµε σε µία "λογική τιµή". Εδω υπάρχει άπειρο πληροφοριακό υλικό που επιβεβαιώνει οτι το πρόβληµα της χαµηλής αντίστασης οξείδωσης του δοµικού χάλυβα µπορεί να οφείλεται σε παραµέτρους που ξεκινούν από το scrap και επεκτείνονται µέχρι και το tempering. Πρόσεξε, η λογική πάντα είναι η "λογική τιµή". Είναι προφανές οτι η χαλυβουργία δεν θέλει µε κανένα τρόπο να βελτιώσει "σοβαρά" το προϊόν και ούτε έχει την εµπορική ευελιξία για να το κάνει. Βασίστηκε και βασίζεται εδώ και πολλά χρόνια στο γεγονός ότι το πρόβληµα της διάβρωσης του χάλυβα έγκειται κατά βάση στην επικάλυψη και στην ποιότητα του ηλεκτρολύτη (σκυρόδεµα). Η τσιµεντοβιοµηχανία, µικρότερο "παιδάκι" (άρα πιο αδύνατο lobbying), προφανώς αναγκάστηκε να λύσει το πρόβληµα. Με λίγα λόγια το ΕΝ 206-1 είναι η "πολιτική" αποδοχή της τσιµεντοβιοµηχανίας ότι θα αναλάβει να λύσει το πρόβληµα. Είναι βασικό να καταλάβουµε οτι η τσιµεντοβιοµηχανία ήδη από το 1970 έχει την τεχνογνωσία σε σκυροδέµατα επιδόσεως. Σε κάθε µεγάλη εταιρεία υπάρχουν χιλιάδες πιστοποιηµένες συνταγές. Θα έλεγε κάποιος ότι το ΕΝ 206-1 από την στιγµή που χρησιµοποιεί περισσότερο τσιµέντο θα αυξήσει τους τζίρους της τσιµεντοβιοµηχανίας και άρα την κερδοφορία της. Τα πράγµατα δεν είναι καθόλου έτσι. Εδω υπάρχει το κόστος εισαγωγής του κανονισµού στην αγορά, που πλέον η τσιµεντοβιοµηχανία θα πρέπει να πληρώσει από την τσέπη της. Εδώ µπορούµε να έχουµε χιλιάδες προβλήµατα, όπως δίκτυα, πιστώσεις σε πελάτες, χρηµατοδότηση, κλπ.4/9 Εδώ ο ίδιος ο κανονισµός δίνει µια ευελιξία στην τσιµεντοβιοµηχανία να εναρµονίσει την αγορά στο πρότυπο, µε όσον το δυνατό χαµηλότερο ανταγωνιστικό κόστος. ∆ηλαδή αντί να µιλάει για π.χ. RCPT ≤ 1500 Coulombs µιλάει για Ν/Τ, τσιµέντο και αντοχές. Με λίγα λόγια δίνει στην αγορά την ευελιξία της προσαρµογής. Είναι προφανές ότι στις επιτροπές του κανονισµού οι άνθρωποι δεν είναι χθεσινοί και γνωρίζουν αρκετά πράγµατα. Το ερώτηµα βέβαια είναι ότι αποδέχτηκαν κάτω από την λογική της ευελιξίας προσαρµογής, να "θυσιάσουν" κάποια πράγµατα ή να µπουν σε καταστάσεις αυξηµένου ρίσκου. Αυτό, νοµίζω, φαίνεται ξεκάθαρα στις επιλογές του πάχους επικάλυψης. Εαν παρατηρήσουµε προσεκτικά το Ελληνικό Προσάρτηµα θα δούµε µια παράξενη σχέση: Π.χ. στην κατηγορία έκθεσης XS1 έχουµε επικάλυψη 45 mm στο C25/30 µε CEM II, II IV (εκτός Β-LL), 40 mm στο C26/32 µε CEM II, II IV (εκτός Β-LL).ενώ και τα 2 έχουν ελάχιστο τσιµέντο 330 kg και µέγιστο Ν/Τ 0,.5. Και για την ίδια κατηγορία XS1: 40 mm στο 30/37 για CEM I, II B-LL µε ελάχιστο τσιµέντο 330 kg και µέγιστο Ν/Τ 0.5. Εδω βλέπουµε ξεκάθαρα 3 πράγµατα: (α) την προσπάθεια να δoθεί µια ευελιξία στην αγορά, (β) οτι γίνεται µια προσπάθεια να κινηθούν προς καταστάσεις απόδοσης και (γ) ότι στην ουσία υπήρξε αλλαγή της τελευταίας στιγµής. ∆εν θα επεκταθώ στο (γ) διότι θα χρειαστούµε άπειρες σελίδες και απλά θα πω ότι όσοι γνωρίζουν καταλαβαίνουν. Η ευελιξία στην αγορά φαίνεται στο C25/30 και στο C26/32. Ως κατηγορίες είναι τραγικά κοντά και εύκολα παίζεις µε τις κοκκοµετρικές καµπύλες ή µε µίγµα τσιµέντων 32,5 και 42,5 ή πας ελάχιστα χαµηλότερα το νερό ή επιλέγεις ρευστοποιητή που σου δίνει τέτοια ελάχιστη αύξηση. Εκεί που είναι το παιχνίδι είναι µε το C30/37. Εδω τα πράγµατα, κοστολογικά και απο πλευράς ποιοτικού ελέγχου, δυσκολεύουν. Καταρχήν το C30/37 δεν έχει καµία σχέση µε το C25/30. Το επιπλέον "παράλογο" είναι οτι και τα δύο είναι κάτω απο την οµπρέλα των 330 kg και N/T = 0,5. Κοκκοµετρικά το να πας να σηκώσεις το C25/30 σε C30/37 δεν είναι εύκολο και θα µπλέξεις. Θα πας σε ακριβότερο ρευστοποιητή και χιλιάδες άλλα πράγµατα. Με λίγα λόγια η τσιµεντοβιοµηχανία θα "κλειδώσει" στο C25/30 και θα µεταφέρει το πρόβληµα στην κατασκευή. Να εξηγήσω τα πράγµατα λίγο πιο "µηχανικά". Ενα C25/30 µε CEM II, II IV, µε 330 kg και N/T = 0,5 θα µας δώσει RCPT στην καλύτερη περίπτωση από 16.000 έως 4.000 Coulombs. Αντίστοιχα ένα C30/37 κυµαίνεται απο 8.500-1.500 Coulombs. Για να δούµε τι σηµαίνει το 16.000-7.500 Coulombs θα πρέπει να το συγκρίνουµε µε γνωστά µίγµατα ανθεκτικότητας για την κατηγορία XS. Βλπ. σχετική παρουσίαση στο link: http://e-archimedes.gr/latest/item/5313Εκεί βλέπουµε ότι το RCPT κυµαίνεται γενικά σε τιµές χαµηλότερες απο 2.000 Coulombs, ενώ το πάχος επικάλυψης µπορεί να είναι ακόµα και 35 mm, όπως για παράδειγµα στο µίγµα 5 του άρθρου, του οποίου αντοχή είναι κοντά στα όρια του C30/37. Εδώ λοιπόν είναι το πρόβληµα της φιλοσοφίας του ΕΝ 206-1. ∆ηλαδή για να καταφέρει να µην τραντάξει την αγορά και τα συµφέροντα δηµιουργεί καταστάσεις απόκλισης επίδοσης τόσο µεγάλες ώστε να χάνεται η λογική της επίδοσης (πχ ενα µείγµα µε 2.000 Coulombs είναι περίπου 17 φορές πιο ανθεκτικό στα χλωριόντα απο ότι ένα µε 8.500). Εαν το ΕΝ 206-1 ήταν performance based αντί για descriptive based, δηλ. εάν το ΕΝ 206-1 είχε αποφασίσει να "δει" το πρόβληµα της ανθεκτιτότητας σοβαρά, µε βάση παραµέτρους αξιοπιστίας επίδοσης και όχι σε ένα γενικό πλαίσιο, τότε ο Πίνακας ΣΤ.1 στο ΕΘΝΙΚΟ µας Προσάρτηµα (και των άλλων χωρών βέβαια... ) αντί να είναι της µορφής που ακολουθεί:5/9 θα έπρεπε να είναι ως εξής:6/9 Το ερώτηµα λοιπόν είναι εαν το C30/37 µε τα 8.500 Coulombs και τα 40 mm θα κρατήσει έστω και για 50 χρόνια. Η απάντηση βάσει επίσηµης βιβλιογραφίας και των Βulletins της FIB είναι πως όχι. Με λίγα λόγια, πολύ απλά, δεν µιλάµε για αξιοπιστία επίδοσης αλλά για ελάχιστη πιθανότητα επίδοσης. 3Το ένα παρασκευαστήριο λοιπόν θα πουλάει C25/30 µε 75 €/m και το άλλο µε το µικρότερο RCPT πάλι στο C25/30 θα πουλάει µε 105 €/m3. Εδώ, τόσο ο ιδιοκτήτης όσο και ο µηχανικός που δεν ξέρουν -και δεν χρειάζεται να ξέρουν- θα πάνε στα 75 €. Το παρασκευαστήριο µε τα 105 € θα το ρίξει και αυτό στα 75 € και τελείωσε η ιστορία, µαζί και το ΕΝ 206-1. Επαναλαµβάνω το πρότυπο εξ αρχής στήθηκε µε αυτή την φιλοσοφία. Τίποτα δεν έγινε τυχαία. Το ΕΝ 1504 είναι αποτέλεσµα του Vision 2020. Αυτό είναι ένα πρόγραµµα που ξεκίνησε αρχικά στις ΗΠΑ την δεκαετία του 1990, µετά από πίεση της Γερουσίας, επειδή πλήρωναν τις επισκευές ξανά και ξανά χωρίς να βγαίνει οικονοµοτεχνικά µια άκρη. Για παράδειγµα την εποχή εκείνη η αντοχή στο χρόνο επισκευαστικών κονιαµάτων ήταν στην καλύτερη περίπτωση 5 χρόνια. Μαζευτήκαν λοιπόν τα µεγάλα παιδιά της χηµικής βιοµηχανίας και έβαλαν κάποιους στόχους. Ενδεικτικά: •• •• • • •• •••By the year 2010, the industry will have established mechanisms for industry cooperation to facilitate better and faster worldwide creation of concrete repair and protection technology and dissemination of information about the technology. Develop and implement means of accelerating the process of document creation and dissemination within industry associations. By 2007. Creating a repair/rehabilitation code to establish evaluation, design, materials, field and inspection practices that raise the level of performance of repair and protection systems, establish clear responsibilities and authorities for all participants, and provide the local building officials a means of issue permits. Develop performance-based guide specifications for specific and generic repair designs to improve specifications. By 2010 and ongoing. Improve repair material design and performance to eliminate cracking, to carry structural loads, and to have set and cure properties established by the construction process Develop environmentally and worker friendly repair methods, equipment, and materials that will greatly reduce the adverse effects on workers, the public and the earth’s ecosystem. Develop a means for predicting repair system performance to help ensure the use of proper materials, design details and installation methods based upon predictive models validated by experience. Develop and implement a strategic research plan for the repair industry Increase the number of material, engineering and construction related professionals interested in and skilled in repair and protection practice to support the growing need for evaluation, design, new materials, and construction professionals. Develop selection processes, contractual agreements, procurement methods and relationship arrangements (partnering) that will greatly reduce conflicts, rework, claims, and lawsuits resulting from disagreements among contractors, general contractors, engineers and owners. Develop facility owner education that will promote awareness of the effects of deterioration and the means to reduce the risks while protecting their investments.Κατ' ουσίαν το Vision 2020 είδε οτι η αγορά των κατασκευών κινείται προς τις επισκευές, ενισχύσεις, συντηρήσεις πιο δυναµικά απο ότι προς τιςι νέες κατασκευές. Ο OECD σε µια ανάλυση που έκανε το 2000 γράφει: "Worldwide the expected cost for infrastructure over the next forty years is approximately US $70 trillion"7/9 Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκε το 2009 που είναι και η πρώτη χρονιά που ο τζίρος επισκευών και ενισχύσεων ξεπερνάει τον τζίρο νέων κατασκευών. Εαν µάλιστα εξαιρέσουµε την Κίνα, που συµµετέχει κατά 17% στις νέες κατασκευές παγκοσµίως, τότε µιλάµε για τροµερή ανατροπή του ισοζυγίου και την έναρξη µιας νέας αγοράς στις κατασκευές. Είναι αντιληπτό οτι α) υπήρχε µεν η απαίτηση για εργασίες µε γνώµονα την ποιότητα /ανθεκτικότητα/ επιδόσεις αλλά και β) το παιχνίδι είναι µεγάλο. Το βασικό πριν προχωρήσουµε αυτή την ιστορική αναδροµή είναι να δούµε κάτι που σε πολύ κόσµο διαφεύγει. Το ΕΝ 1504 αναφέρεται σε Repair and Protection ταυτόχρονα. Με λίγα λόγια ακόµα και οι βαφές που θα µπουν σε µια νέα κατασκευή θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του προτύπου. Αρα δεν απλά ενα πρότυπο αλλά ενα super πρότυπο που προσπαθεί να ελέγξει ένα παγκόσµιο ετήσιο τζίρο της τάξεως του 1 τρις δολλαρίων. Κάποια βασικά για το VISION 2020 θα βρούµε στο: http://www.concretesdc.org/_pdfs/Vision2020-Version1.0_%20May2006.pdf http://www.concretesdc.org/meetings/past_meeting&sessions/session27/6.pdf Το δεύτερο βασικό που πρέπει να καταλάβουµε είναι οτι το ΕΝ 1504 είναι το ευρωπαϊκό κοµµάτι του αµερικάνικου VISION 2020. To Vision 2020 + EN 1504 βάζουν στην ζωή µας τις παρακάτω λέξεις -proper materials level of performance field and inspection practices predicting repair system performance performance-based guide specifications facility owner education ιnstallation methods establish clear responsibilitiesΜε λίγα λόγια για πρώτη φορά έχουµε ενα κανονισµό, όχι µονο υλικών, αλλά καθολικής διαδικασίας που ελέγχει µέσα απο συγκεκριµένα πρότυπα τις επιδόσεις. Εδώ έγκειται και η διαφορά µε το ΕΝ 206-1, το οποίο όπως είπαµε παραπάνω δεν θέτει συγκεκριµένους στόχους επιδόσεων αλλα ελάχιστους στόχους πιθανότητας επίδοσης. Ας πάρουµε λοιπόν την κατηγορία XC4 (αναφέρεται σε στοιχεία σκυροδέµατος εξωτερικών χώρων που παρουσιάζουν κύκλους υγρασίας και είναι εκτεθειµένα σε βροχή) του ΕΝ 206-1 και να προσπαθήσουµε να επιλέξουµε ένα αντίστοιχο βάσει του ΕΝ 1504. Βάσει του ΕΝ 206-1 θα χρειαστούµε ως ελάχιστες απαιτήσεις, C30/37, 320 kg/m3 + 35mm. Βάσει του ΕΝ1504 θα χρειαστούµε ως ελάχιστες απαιτήσεις, αντίσταση διαπερατότητας CO2 (κατά ΕΝ 1062-6) Sd>50m (Class III), τριχοειδή απορρόφηση και διαπερατότητα υγρού νερού (κατά 2 ΕΝ 1062-3) W< 0.1 kg/m x SQRT(h). Το καταπληκτικό είναι οτι τα παραπάνω αναφέρονται σε µέγιστο πάχος 5mm.8/9 Είναι επίσης προφανές οτι εαν θέλουµε να αντιστοιχίσουµε τις παραπάνω απαιτήσεις του ΕΝ 1504 βάσει του ΕΝ 206-1 προφανώς θα κοιτάγαµε σε κατηγορία πολύ µα πολύ πάνω απο C30/37, 320 3 kg/m + 35mm. Η ερώτηση έθετε την διαφορά µεταξύ "stand alone concrete" και "assisted concrete". Το ΕΝ 206-1 µιλάει για προστασία απο διάβρωση, όπως και το ΕΝ 1504. Οπως πολύ καλά ξέρουµε, η προστασία απο διάβρωση αναφέρεται σε καταστάσεις near surface. Η αδυναµία του ΕΝ 206-1 είναι οτι δεν µπορεί διαχωρίσει the surface from the bulk. Ας δούµε ένα παράδειγµα: Ας πάρουµε ένα υποστύλωµα µήκους 1,0 m µε διαστάσεις 0,60x0,60 που ανήκει στη κλάση XC4. 33O συνολικός όγκος είναι 0,36 m , ενώ ο όγκος προστασίας µε επικάλυψη 35 mm είναι 0,0791 m , δηλ. 22% του όγκου. Με λίγα λόγια, υποβιβάζουµε την φέρουσα ικανότητα (από πλευράς στατικής) του στοιχείου, επειδή θέλουµε να προστατεύσουµε το 22% του όγκου του στοιχείου. Εδω είναι η βασική αδυναµία του ΕΝ 206-1 και των προτύπων κατασκευής. Το ερώτηµα που δηµιουργείται είναι το εξής (ας ξεχάσουµε το κόστος ή άλλα πράγµατα και να το δούµε επί της αρχής). Γιατί ο Ευρωκώδικας δεν µε αφήνει να σκυροδετήσω σε 2 φάσεις (δηλαδή µέχρι τον οπλισµό να βάλω C20/25 και µετά τα 35 mm να τα κάνω µε C30/37), ενώ µου επιτρέπει πάνω απο τα 35 να βάλω 5mm υλικό βάσει του ΕΝ 1504; Η απάντηση σε αυτό το ερώτηµα µπορεί να δοθεί µόνο υπό το πρίσµα του κατά πόσο µπορούµε και θέλουµε ως τεχνικός κόσµος να αντιληφθούµε οτι οι απαιτήσεις έχουν αλλάξει. Οτι πλέον δεν µπορούµε να κινούµαστε σαν shotgun που τα κάνουµε όλα αλλά οτι χρειάζεται διαδραστικότητα γνώσεων. Ηδη σε πολλά πανεπιστήµια, σε µεταπτυχιακό επίπεδο, λειτουργούν προγράµµατα στο Durability and Maintenance Engineering. Εαν δεν δούµε οτι η κατασκευή µπορεί να µην διέπεται µόνο απο το probalistic safety αλλα και ότι υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπως deemed to satisfy ή avoidance approach ή ακόµα πιο πολύπλοκα, όπως life cycle cost, τότε αυτή η απάντηση δεν θα δοθεί.9/9
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.