Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2020

Αναδημοσίευση ενδιαφέροντος άρθρου.

Δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο «Υπό το μηδέν. Τέσσερα σχόλια για την κρίση» εκδ. Ωκεανίδα Δεκέμβριος 2010 (αναθεωρημενη έκδοση)

Πριν και µετά το µνηµόνιο. Η ιστορία της ελληνικής χρεοκοπίας. ∆ηµοσιεύτηκε στον συλλογικό τόµο «Υπό το µηδέν. Τέσσερα σχόλια για την κρίση» εκδ. Ωκεανίδα ∆εκέµβριος 2010 (αναθεωρηµενη έκδοση)Πολλά µπορούν να ειπωθούν για το πολιτικό σύστηµα της µεταπολίτευσης, ένα όµως διαρκώς αποσιωπάται. Η χώρα από το 1974 και µετά γύρισε οριστικά σελίδα. ∆εν αναφερόµαστε µόνο στο γεγονός ότι η χώρα γνώρισε για πρώτη φορά στην ιστορία της την µακροβιότερη περίοδο ∆ηµοκρατίας· αυτό δεν είναι λίγο. Αν κοιτάξει κανείς τα φύλλα των εφηµερίδων του παρελθόντος θα διαπιστώσει ότι σπανίως οι πολιτικοί συντάκτες ασχολιόταν, όπως σήµερα, µε ερωτήµατα αν θα γίνει ανασχηµατισµός ή αν προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές. Συνηθέστερα τους απασχολούσε το ερώτηµα αν θα γίνει πραξικόπηµα και ποιος θα το κάνει. Αναφερόµαστε στην µεγάλη και αδιάλειπτη οικονοµική ανάπτυξη που γνώρισε ο τόπος. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της Παγκόσµιας Τράπεζας, η Ελλάδα το 1974 είχε κατά κεφαλή ΑΕΠ 2.722 δολάρια και το 2008 είχε 31.670 δολάρια. (1) Κι αν τα νούµερα σε κάποιους δεν λένε πολλά ας δουν τους πρωτοσέλιδους τίτλους των εφηµερίδων στις 3 Νοεµβρίου του 1977. Τα οκτάστηλα της εποχής κραύγαζαν για 38 νεκρούς από πληµµύρες. Όχι στο Μπαγκλαντές ή στην Ινδία, αλλά στο Περιστέρι. ∆εν ήταν τα πάντα καλώς καµωµένα αυτή την περίοδο. Και αστοχίες έγιναν και σκάνδαλα υπήρξαν, και χρήµατα σπαταλήθηκαν, και λαϊκισµοί αναπτύχθηκαν. Απλώς στις ώρες της δυσθυµίας τείνουµε να υπογραµµίζουµε τα κακώς καµωµένα και να ξεχνάµε τις κατακτήσεις. Όπως και να κοιτάξουµε την Ελλάδα του 2010 είναι σε όλα καλύτερη από το 1974. Παρά τις όποιες θεµιτές και δικαιολογηµένες αντιρρήσεις που µπορεί να έχει κάποιος για την λειτουργία του ΕΣΥ -για τις υπηρεσίες και για τις σπατάλες του-, το στοιχείο που τείνουµε να ξεχνάµε είναι ότι οι Έλληνες ζούνε πιο πολύ. Στην Ελλάδα το προσδόκιµο επιβίωσης το 1974 ήταν 73 χρόνια. Το 2006 έφτασε τα 79,5 χρόνια (2). Βεβαίως υπήρξε τεράστια πρόοδος της ιατρικής επιστήµης, αλλά στις ΗΠΑ το προσδόκιµο επιβίωσης από τα 72 έτη που ήταν το 1974, έφτασε το 77,7 το 2006 (3). Θα συµφωνήσουµε επίσης ότι την ίδια περίοδο όλος ο κόσµος (µε εξαίρεση την υποσαχάρια Αφρική) έγινε πιο πλούσιος, αλλά η Ελλάδα από την 36η θέση (στο κατά κεφαλή ΑΕΠ) το 1974 έφτασε στην 25η το 2006. Παράλληλα η Ελλάδα σ’ αυτή την περίοδο έγινε µέλος της Ευρωπαϊκής Οικονοµικής Κοινότητας, της Οικονοµικής και Νοµισµατικής Ένωσης, και πλήθους άλλων οργανισµών που ενίσχυσαν την διεθνή της θέση. Μπορούσε να πάει καλύτερα; Φυσικά· ο κόσµος των πιθανών αποτελεσµάτων είναι άπειρος. Αλλά συγκρίνοντας την πολύ συγκεκριµένη σηµερινή πραγµατικότητα µε ένα ιδανικό, αλλά φανταστικό, κόσµο αδικούµε την πραγµατικότητα. Οι φανταστικοί κόσµοι δεν έχουν τους περιορισµούς της πραγµατικότητας. Γι' αυτό πλάθονται άπειροι στα καφενεία. ∆εύτερον, διαπράττουµε ένα µεθοδολογικό λάθος. Όχι µόνο επειδή συγκρίνουµε µήλα µε φανταστικά πορτοκάλια· κυρίως επειδή ο χώρος των πιθανών εκβάσεων της ιστορίας είναι άπειρος.1 / 12 Μπορούµε να συγκρίνουµε την σηµερινή πραγµατικότητα µε το καλύτερο πιθανό σενάριο (π.χ. η Ελλάδα πρωτεύουσα χώρα της πληροφορικής τεχνολογίας µε τα κεντρικά της Microsoft στο Κιλκίς) ή το χειρότερο (π.χ. µια Ελλάδα που αποτυγχάνει στον δηµοκρατικό εκσυγχρονισµό της και µένει εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης). Αυτό λοιπόν που µπορούµε να συγκρίνουµε είναι το πραγµατικό παρόν άλλων χωρών µε το πραγµατικό παρόν της δικής µας χώρας, ή το πραγµατικό δικό µας παρελθόν µε το πραγµατικό παρόν. Μπορούµε επίσης να εξειδικεύουµε τις συγκρίσεις ανά περιόδους. Κοιτώντας λοιπόν πίσω, θα δούµε βελτίωση, αλλά θα παρατηρήσουµε επίσης ότι αυτή η βελτίωση δεν ήταν γραµµική. Υπήρξαν άλµατα, υπήρξαν µικρά βήµατα, υπήρξαν ολιγωρίες, όπως υπήρξαν και οπισθοχωρήσεις. Παρατηρώντας λίγο καλύτερα µπορεί να δούµε ότι σε κάποιες περιόδους υπήρξαν ταυτοχρόνως άλµατα και οπισθοχωρήσεις. Στην περίοδο του εκσυγχρονισµού, για παράδειγµα, έγιναν βαθιές τοµές που έφτιαξαν το θαύµα της ταχύτατης οικονοµικής ανάπτυξης 1996-2008, αλλά ταυτόχρονα φούντωσε η διαφθορά. Αποκτήσαµε κεφαλαιαγορά, αλλά ζήσαµε και το «σκάνδαλο του χρηµατιστηρίου» (στο οποίο, παρεµπιπτόντως συµµετείχαν σε µικρότερο ή µεγαλύτερο βαθµό όλοι ακόµη και οι κοιλαράδες που κυκλοφορούσαν µε το κινητό στην παραλία και είχαν -ή νόµιζαν ότι είχαν- εσωτερική πληροφόρηση για το παιγνίδι µε την «Γενική Αποθηκών»). Γενικώς έγιναν πολλά, αλλά επίσης ολιγωρήσαµε για πολλά άλλα. Κυρίως σε ότι αφορά το κράτος και τις δαπάνες του. Συνηθίζουµε να λέµε ότι τα δεινά της ελληνικής οικονοµίας ξεκινούν στις 18 Οκτωβρίου του 1981, την ηµέρα που το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές. Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Όπως γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης «η ελληνική κοινωνία βγήκε από την δικτατορία έχοντας ένα καταπιεσµένο δυναµικό διεκδίκησης και ταυτόχρονα µια εµπεδωµένη προσδοκία συνεχούς βελτίωσης» (4). Ο πρώτος που απάντησε απλόχερα σ’ αυτές τις διεκδικήσεις ήταν ο Κωνσταντίνος Καραµανλής. «Σε ετήσια βάση κατά την περίοδο 1974-1981 οι πραγµατικοί µισθοί αυξήθηκαν κατά 3,5% ξεπερνώντας την αύξηση της παραγωγικότητας που ήταν 2,4%. Μάλιστα την περίοδο 1974-1978, µέχρι δηλαδή να ξεσπάσει η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση, η µέση ετήσια αύξηση των πραγµατικών µισθών ήταν πάνω από 8%.» (5) Αντιθέτως την περίοδο 19821985 η µέση ετήσια αύξηση των πραγµατικών µισθών ήταν 2,2% ενώ η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 1,2%. (6) Και παρά τα ειωθότα «από το 1975 µέχρι το 1985 η απασχόληση στο δηµόσιο αυξανόταν µε ετήσιο ρυθµό 3,5%, κοινός περίπου και στις δύο κυβερνήσεις» (7). Ο εκλογικός κύκλος της έκρηξης των δαπανών δεν ξεκινά µε το ΠΑΣΟΚ, αλλά µε την τελευταία κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας την δεκαετία του '70: «Ο καθαρός δανεισµός της Γενικής κυβέρνησης από 2,6% του ΑΕΠ το 1980 εκτινάχτηκε κοντά στο 9,1% το 1981, ενώ στο προεκλογικό επίσης 1985 έφτασε στο 11,7% του ΑΕΠ από 8,4% του προηγουµένου έτους 1984» (8). Το µεγάλο δηµοσιονοµικό πρόβληµα στην δεκαετία του '80 δεν είναι τόσο οι δηµόσιες δαπάνες, όσο -ότι ακριβώς ισχύει και σήµερα- τα δηµόσια έσοδα. «Το 1981 το σύνολο των δηµόσιων δαπανών της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ έφτανε το 38% και των τρεχόντων εσόδων το 29%, ενώ τα αντίστοιχα µεγέθη ήταν 48,5% και 43,5% αντίστοιχα. Το 1989 οι δαπάνες στην Ελλάδα έφτασαν το 43,6% και τα έσοδα έµειναν ουσιαστικά στάσιµα στο 29,2% (Σ.Σ. παρά την εισαγωγή για πρώτη φορά του ΦΠΑ στην Ελλάδα). Στην Ε.Ε. οι δαπάνες µειώθηκαν στο 47,2% και τα έσοδα αυξήθηκαν στο 44,8%» (9) Αυτή η υστέρηση συνεχίζεται και σήµερα.2 / 12 Παρά τους κλαυθµούς και οδυρµούς για υψηλή φορολόγηση στην Ελλάδα που γίνεται εµπόδιο στην ανάπτυξη, σύµφωνα µε τη Eurostat (10) η Ελλάδα το 2008 είχε χαµηλότερη φορολογία από τον µέσο όρο της Ευρωζώνης. Στους έµµεσους φόρους οι Ελληνες έδιναν το 12,4% του ΑΕΠ, ενώ οι υπόλοιποι της Ευρωζώνης το 13,5%. Στους άµεσους φόρους οι Ελληνες έδιναν το 8% του ΑΕΠ και οι της Ευρωζώνης το 12,2%. Η φορολογία εισοδήµατος επίσης ήταν χαµηλότερη (Ελλάδα: 4,7% του ΑΕΠ, Ευρωζώνη: 7,9%) το ίδιο και η φορολόγηση των επιχειρήσεων (Ελλάδα: 2,5%, Ευρωζώνη: 3,5%). Σήµερα η Ελλάδα έχει ανώτερο συντελεστή φορολογίας εισοδήµατος στο 45%, ενώ ο µέσος όρος των ανώτατων συντελεστών της Ευρωζώνης είναι 42,5%. Τα κέρδη των επιχειρήσεων φορολογούνται µε 20%, ενώ ο µέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 25,7%. Η ουσιαστικότερη κριτική που µπορεί να γίνει στις κυβερνήσεις της µεταπολίτευσης είναι αυτή που κάνει ο Γιάννης Βούλγαρης στην πρώτη κυβέρνηση της Ν∆ της περιόδου 1974-1981: «ελάχιστα βοήθησε να συνειδητοποιηθούν οι αλλαγές που είχαν επέλθει ή επερχόταν. Ουσιαστικά έµεινε εγκλωβισµένη στον τύπο της ανάπτυξης της δεκαετίας του ’60 προτείνοντας την διεύρυνση του κράτους-επιχειρηµατία ως κύριου εργαλείου» (11) Ακόµη και στην περίοδο διακυβέρνησης του Κώστα Μητσοτάκη (1990-1993) ή του Κώστα Σηµίτη (1996-2004) όταν πραγµατικά απελευθερώνονται από τον έλεγχο του κράτους πολλές παραγωγικές δυνάµεις, αυτή η απελευθέρωση λογίζεται σαν ένα αναγκαίο κακό· κάτι σαν αντίδωρο στις επιδοτήσεις των ευρωπαίων ή σαν φόρος στην κακή παγκοσµιοποίηση. Το θεωρητικό µοντέλο της χώρας, που αναγκαστικά µετατρέπεται σε συγκεκριµένες πολιτικές αποφάσεις, παραµένει κρατικοκεντρικό. Ταυτοχρόνως όµως, όλα αυτά τα χρόνια, το πολιτικό σύστηµα δείχνει µια αξιοσηµείωτη περιοδική υπευθυνότητα. Οποτεδήποτε αυτό το κρατικοκεντρικό µοντέλο αγκοµαχά, οποτεδήποτε οι οικονοµικοί δείκτες πλησιάζουν στο κόκκινο, κάνει ένα πρόγραµµα σταθεροποίησης της οικονοµίας, αποτρέποντας έτσι την χρεοκοπία του. Έτσι µετά την δηµοσιονοµική εκτροπή της περιόδου 1980-1985 έχουµε το σταθεροποιητικό πρόγραµµα Σηµίτη (1985-1987), µετά την προεκλογική και οικουµενική σπατάλη τής περιόδου 1988-1990, έχουµε το σταθεροποιητικό πρόγραµµα Μητσοτάκη (1990-1993), όπως και σε ήπια σταθεροποίηση κινούνται και οι πολιτικές του ΠΑΣΟΚ 1993-1999 για να µπούµε στην Οικονοµική και Νοµισµατική Ένωση. Εµφανίζεται βέβαια και µια αντίστροφη περιοδική ανευθυνότητα: Καθ’ όλη την περίοδο 1974-2010, το 1996 και το 2000 είναι τα µόνα εκλογικά έτη χωρίς ορατό εκλογικό κύκλο, δηλαδή αύξηση του δηµόσιου ελλείµµατος κατά το έτος των εθνικών εκλογών. (12) Ο εκτροχιασµός της ελληνικής οικονοµίας γίνεται την περίοδο 2007-2009 επειδή για πρώτη φορά το πολιτικό σύστηµα δεν επιδεικνύει την περιοδική έκλαµψη υπευθυνότητας. Η πρώτη κυβέρνηση Κώστα Καραµανλή µετά την εξτραβαγκάντζα των Ολυµπιακών δεν συµµάζεψε τις δαπάνες, απλώς έπαιξε µε την καταµέτρηση του ελλείµµατος. Ειδικά µετά το 2007, έχοντας όλους τους οικονοµικούς δείκτες στα κόκκινα, όχι µόνο δεν προχώρησε σε πρόγραµµα δηµοσιονοµικής πειθαρχίας, αλλά αποδύθηκε σε ένα όργιο δαπανών. Γράφει ο καθηγητής χρηµατοοικονοµικής στο πανεπιστήµιο Πειραιά κ. Γκίκας Χαρδούβελης: «Η κεντροδεξιά κυβέρνηση Καραµανλή εξασφάλισε ξεκάθαρη εκλογική νίκη το Μάρτιο του 2004 υποσχόµενη µεταρρυθµίσεις, αλλά, περιέργως, δεν εφάρµοσε την προεκλογική ατζέντα των αλλαγών, παρά τη µεγάλη κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Ο πληθωρισµός στη χώρα αυξήθηκε και παρέµενε σταθερά υψηλότερα από το µέσο όρο της ευρωζώνης, η διεθνής κατάταξη της χώρας όσον αφορά την ανταγωνιστικότητά της βούλιαξε, ενώ το έλλειµµα3 / 12 τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε σε πρωτοφανές ιστορικό µέγιστο. Το Σεπτέµβριο του 2007, η κατάσταση χειροτέρεψε απότοµα. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία διαβρώθηκε και η δεύτερη τετραετία της κυβέρνησης Καραµανλή ξεκίνησε ένα όργιο δαπανών, εγκαταλείποντας πρακτικά τη δηµοσιονοµική σύνεση. Οι δηµοσιονοµικές δαπάνες ως ποσοστό επί του µεγέθους της οικονοµίας, εκτοξεύτηκαν σε υψηλά επίπεδα ρεκόρ, πέντε ποσοστιαίες µονάδες πάνω από το µέσο όρο των τελευταίων 25 ετών.» (13) Πέντε ποσοστιαίες µονάδες πάνω από το µέσο όρο των τελευταίων 25 ετών! ∆ηλαδή: αυτό που ζούµε σήµερα µε την δηµοσιονοµική κατάρρευση, δεν ήταν νοµοτελειακό ακόµη και µε τους νόµους της µεταπολίτευσης. Μπορεί οι δοµικές αδυναµίες της οικονοµίας να µην διορθώνονται απ’ όλες τις προηγούµενες κυβερνήσεις, µπορεί η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους να ανιχνεύεται στις χρόνιες παθογένειες του, ποτέ όµως αυτές οι παθογένειες δεν διογκώθηκαν τόσο ώστε να γίνουν εκρηκτικές, όσο την περίοδο της διακυβέρνησης από την Νέα ∆ηµοκρατία (2004-2009). ∆εν ξέρουµε βέβαια πως θα ήταν η χώρα αν στο ξεκίνηµα της κρίσης (µε την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέµβριο του 2008) η κυβέρνηση δεν υιοθετούσε το προπαγανδιστικό δόγµα περί «θωρακισµένης οικονοµίας» και προχωρούσε σε κάποιο πρόγραµµα σταθεροποίησης. Εδώ µπαίνουµε και πάλι στον άπειρο χώρο των φανταστικών πιθανοτήτων. Μπορεί, δηλαδή, να γλιτώναµε την δηµοσιονοµική κατάρρευση του 2009, µπορεί επίσης η νεανική έκρηξη του ∆εκεµβρίου 2008 να γινόταν κοινωνική έκρηξη και η Ελλάδα να βρισκόταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ αυτή που είναι σήµερα. Μεταξύ όµως µιας ταχύτατης απάντησης στην επερχόµενη κρίση (όπως έκανε η Ιρλανδία περικόπτοντας αµέσως µισθούς, συντάξεις και άλλες δηµόσιες δαπάνες) και του οργίου σπατάλης που έγινε στην Ελλάδα το 2009 υπάρχει µεγάλη απόσταση. Το 2009 είναι για τους περισσότερους υπουργούς κάτι σαν τις τελευταίες µέρες της Ποµπηϊας. Ξοδεύουν, ξοδεύουν, ξοδεύουν... Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η διεθνής κρίση µαίνεται κι ενώ το έλλειµµα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι στο βαθύ κόκκινο -φτάνει το πρωτοφανές 14,3% του ΑΕΠ (13)τον Αύγουστο του 2009 η κυβέρνηση ανακοινώνει πρόγραµµα φορολογικής επιδότησης για την απόσυρση αυτοκινήτων διοχετεύοντας ακόµα περισσότερο εθνικό εισόδηµα σε εισαγωγές που διευρύνουν το ήδη υπερβολικά υψηλό εξωτερικό έλλειµµα! Οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισµού (αυτές δηλαδή που δεν περιλαµβάνουν τόκους παλαιότερων δανείων), παρουσιάζουν µόνο το 2009 αύξηση 19,1%! Το κράτος το 2009 ξόδεψε για την λειτουργία του 10,4 δισεκατοµµύρια ευρώ περισσότερα σε σχέση µε το 2008 (14). Για να καταλάβουµε αυτό το µέγεθος, πρέπει να σηµειώσουµε ότι οι περικοπές του Προγράµµατος Σταθεροποίησης της Οικονοµίας το 2010 -αυτές που χαρακτηρίζονται «δραστικές», «δραµατικές», «βαθιές», «επίπονες», «αντιλαϊκές» κ.λπ.- είναι 5,8 δισ. ευρώ (15) Με άλλα λόγια, φέτος θα περικόψουµε την µισή περίπου αύξηση των πρωτογενών δαπανών που έγινε µόνο το 2009. Οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισµού υπερδιπλασιάζονται την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας ∆ηµοκρατίας. Από 31,319 δισ. ευρώ το 2003 (16) φτάνουν τα 64,429 δις. ευρώ το 2009 (17). Το 2009 η ελληνική οικονοµία είναι πλέον εντελώς γυµνή. Υπάρχουν οι χρόνιες δοµικές αδυναµίες, που εµφανίζονται ανάγλυφα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: το έλλειµµα είναι ήδη µεγάλο από το 2003: µείον 6,6% του ΑΕΠ.4 / 12 Έχουν προστεθεί οι δαπάνες των Ολυµπιακών Αγώνων που υπολογίζονται σε 12,5 δισ. ευρώ και τέλος προστίθεται και η απίστευτη σπατάλη των κυβερνήσεων της Νέας ∆ηµοκρατίας. Το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης από τα 177,812 δισ. ευρώ που ήταν στις 31.12.2003 (18), φτάνει στις 30.6.2009 στα 292,306 δισ. ευρώ! (19) Παρά όµως την δραµατική δηµοσιονοµική επιδείνωση η διαφορά επιτοκίου του ελληνικού κρατικού οµολόγου από το γερµανικό (τα διαβόητα spreads) παραµένουν σχεδόν σταθερά σε ολόκληρη την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Η Ελλάδα, ως µέλος της Ευρωζώνης, απολαµβάνει χαµηλά επιτόκια για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, στις αγορές επικρατεί ο πυρετός του χρηµατοοικονοµικού χρυσού. Οι τράπεζες δανείζουν τους πάντες· δίνουν, για παράδειγµα, στεγαστικά δάνεια ακόµη και σε φτωχούς αµερικανούς µε µόνη εγγύηση τα υπερτιµηµένα ακίνητα που αγοράζουν. ∆εύτερον, η Ελλάδα και άλλες φτωχότερες χώρες της ευρωζώνης βρίσκονται κάτω από την σκέπη της οικονοµικά κραταιάς Γερµανίας. Αυτό τουλάχιστον νοµίζουν όλοι και σε ένα βαθµό είναι αλήθεια. Το πείραµα της ευρωζώνης είναι κάτι εντελώς καινούργιο και ουδείς -ούτε καν η Γερµανία- έχει κατασταλαγµένες απόψεις πως πρέπει να προχωρήσει, ή τι πρέπει να κάνει στην περίπτωση ενός δηµοσιονοµικά απείθαρχου µέλους. Έτσι κι αλλιώς η Ελλάδα µε το µικρό µέγεθος της οικονοµίας της θεωρήθηκε ότι δεν µπορεί να είναι πραγµατική απειλή. Στα 11.809 δισεκατοµµύρια ευρώ που είναι το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα 240 δισ. του ελληνικού ΑΕΠ είναι ελάχιστα. Αυτά τα δύο στοιχεία που εξασφαλίζουν στην Ελλάδα τον φθηνό δανεισµό αρχίζουν να αλλάζουν στο δεύτερο εξάµηνο του 2008 Πρώτον έρχεται η χρηµατοοικονοµική κρίση και οι τράπεζες αρχίζουν να µετράνε από ποιους µπορούνε πραγµατικά να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Ειδικά µετά την κρίση του Dubai (Νοέµβριος 2009) στο ραντάρ του διεθνούς χρηµατοπιστωτικού συστήµατος µπαίνει για πρώτη φορά µπαίνει ακόµη και το κρατικό χρέος χωρών και ειδικά της Ευρωζώνης. ∆εύτερον στους συντηρητικούς κύκλους της Ε.Ε., οι οποίοι µάλιστα κυβερνούν, αρχίζει να αναπτύσσεται ένας πρωτοφανής στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης προβληµατισµός. Προφανώς δεν είχε να κάνει µόνο µε το «ελληνικό πρόβληµα», το οποίο ήταν για τα µεγέθη της ευρωζώνης µικρό, αλλά µε το ισοζύγιο ισχύος εντός της Ε.Ε. και το ποιος χρηµατοδοτεί την περαιτέρω ενοποίηση. Η άποψη που υπερισχύει είναι της τιµωρίας εκείνων των µελών που δεν δείχνουν τις προτεσταντικές αρετές της συγκράτησης των δαπανών. Από τον ∆εκέµβριο του 2008 ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σηµίτης προειδοποιεί στην Βουλή: «Aποτελεί κοινό µυστικό στους κύκλους της Eυρωπαϊκής Eπιτροπής ότι η Eλλάδα δεν προσαρµόζεται στις επιταγές της ONE και ότι επίσης οι όποιες νουθεσίες και επιτηρήσεις δεν αρκούν. Θεωρούν ότι η τωρινή πολιτική ηγεσία της χώρας που στηρίχτηκε στην E.E. σε όλες τις σηµαντικές επιδιώξεις της, την απογραφή, την αναθεώρηση του AEΠ, τη γρήγορη έξοδο από την επιτήρηση, εκµεταλλεύτηκε αυτήν τη συµπαράσταση για να µην τηρήσει τις δεσµεύσεις. Aπλώς, τους κορόιδεψε. H Eλλάδα, πιστεύουν ότι, καλό θα ήταν να αναγκαστεί να προσφύγει στο ∆ιεθνές Nοµισµατικό Tαµείο για δανεισµό, ώστε η παρακολούθηση της ελληνικής οικονοµίας να είναι αρµοδιότητά του και όχι φροντίδα της Eπιτροπής» (21). Μια χώρα της ευρωζώνης στο ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο; Αυτό φαινόταν τόσο απίθανο που σχεδόν καµιά εφηµερίδα δεν δηµοσίευσε την είδηση (Σ.Σ.: ασχολήθηκαν µε τις ...τριβές στο κόµµα της αξιωµατικής αντιπολίτευσης, επισηµαίνοντας το γεγονός ότι ο κ. Σηµίτης δεν ανέφερε στην οµιλία του την λέξη ΠΑΣΟΚ).5 / 12 O πρώην υπουργός Οικονοµίας και Οικονοµικών κ. Γιώργος Αλογοσκούφης απάντησε στη Βουλή ότι «δυστυχώς, ακόµη και ο πρώην πρωθυπουργός, ο κύριος Σηµίτης, έφθασε χθες να κινδυνολογεί για δήθεν προσφυγή της Ελλάδας στο ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο, επικαλούµενος "κύκλους" της Ευρωπαϊκής Ενωσης» (22). Με τη σειρά του, ο υφυπουργός Οικονοµίας Γιάννης Παπαθανασίου επεσήµανε ότι «το τελευταίο που χρειαζόµαστε είναι ένα κλίµα συντέλειας και πανικού, ένα κλίµα υπερβολής που µεγεθύνει τις πραγµατικές διαστάσεις της κρίσης και πολλαπλασιάζει τις επιπτώσεις της» (23). Μπορεί να έφταιγε η παντελής απουσία της χώρας από τα διεθνή και ευρωπαϊκά δρώµενα εκείνη την περίοδο, µε αποτέλεσµα να µην αντιλαµβάνεται κανείς την αλλαγή του κλίµατος σε βάρος της Ελλάδος. Μπορεί, πάλι, να έφταιγε ο διάχυτος επαρχιωτισµός που χαρακτηρίζει την ελληνική ιθύνουσα τάξη (πολικούς, ΜΜΕ, επιχειρηµατίες) οι οποίοι θεωρούν την Αθήνα κέντρο του κόσµου, ή έστω µια καλά προστατευµένη γωνιά του. Μπορεί να έφταιξε το γεγονός ότι το κράτος είχε αποκτήσει στο µυαλό όλων των Ελλήνων µεταφυσικές διαστάσεις και κανείς δεν µπορούσε να φανταστεί ότι υπάρχει η πιθανότητα να χρεοκοπήσει. Το γεγονός όµως είναι ένα. Η κυβέρνηση συνέχιζε να ξοδεύει µε επιταχυνόµενους ρυθµούς. Το µόνο που σκεφτόταν ήταν πως θα κάνει µε τους καλύτερους δυνατόν όρους πρόωρες εκλογές, εξ ου και τα 500 εκατοµµύρια που δόθηκαν άµεσα, τον Φεβρουάριο του 2009, στους αγρότες για να λύσουν τα µπλόκα. Τον Ιούνιο του 2009 ο αρµόδιος επίτροπος για τις οικονοµικές υποθέσεις Χοακίµ Αλµούνια «ανακοίνωσε ενώπιον των άλλων υπουργών τής ΕΕ ότι η Ελλάδα βαδίζει προς την πτώχευση και ότι "το έλλειµµά της θα υπερβεί στο τέλος του έτους το 10% του ΑΕΠ". Εστειλε δε και µια επιστολή στην Αθήνα, την οποία δεν δηµοσιοποίησε. Αντί της απαντήσεως που ανέµενε, ο κ. Αλµούνια έλαβε το φθινόπωρο µια επιστολή από τον κ. Παπαθανασίου στην οποία λακωνικά του ανακοίνωνε ότι λόγω των εκλογών στην Ελλάδα δεν θα παραστεί στο Συµβούλιο (Σ.Σ. Οικονοµικών υποθέσεων)» (24). Είναι πλέον κοινό µυστικό ότι το ελληνικό έλλειµµα θα ξεπεράσει το 10% του ΑΕΠ και όλοι ξέρουν την εξωφρενική διόγκωση του δηµόσιου χρέους. Παρ’ όλα αυτά όµως η διαφορά των επιτοκίων µεταξύ ελληνικών και γερµανικών οµολόγων (spreads) παραµένει σταθερή και χαµηλή, εκτός από ένα σκαµπανέβασµα τον Φεβρουάριο του 2009. Και στις διεθνείς αγορές κυριαρχεί η πεποίθηση ότι χώρα της ευρωζώνης δεν µπορεί να χρεοκοπήσει ή να βρεθεί εκτός ευρώ· δεν προβλέπεται εξάλλου από τις διαδικασίες. Θα χρειαστεί και η διεθνής συγκυρία για να µπει η Ελλάδα στο µάτι του κυκλώνα. Ούτε ο Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος εκλέχτηκε τον Οκτώβριο του 2009 µε το σύνθηµα «λεφτά υπάρχουν», σκέφτηκε ποτέ ότι η Ελλάδα θα αφεθεί στους ανέµους των διεθνών αγορών µόνη της. Θεώρησε ότι µπορεί να επιτύχει µια πολιτική συµφωνία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (σαν αυτές που πάντα έκανε η Ελλάδα) για να προχωρήσει στις διαρθρωτικές αλλαγές που πίστευε ότι χρειάζεται η χώρα. Ο ∆ιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Προβόπουλος ανακοίνωνει για πρώτη φορά επίσηµα στις 10 Οκτωβρίου 2009 ότι το έλλειµµα της χώρας θα υπερβεί το 12% . Η επίσηµη ανακοίνωση για το ύψος του ελλείµµατος γίνεται από την ελληνική κυβέρνηση στις 21 Οκτωβρίου. Τα spreads όµως αρχίζουν να ανεβαίνουν µετά τα µέσα Νοεµβρίου. Τι συνέβη τον Νοέµβριο; ∆ύο πράγµατα. Πρώτον η κρατική εταιρία Dubai World ανακοινώνει στάση πληρωµών. Όλοι συνειδητοποιούν ότι αφενός η κρίση ξέφυγε από τον χρηµατοπιστωτικό τοµέα (τις τράπεζες και τα funds) και αφετέρου µπορεί να χτυπήσει και τα καλύτερα µαγαζιά. Τότε αρχίζει ένας ορυµαγδός δηµοσιευµάτων στον ξένο τύπο µε πανοµοιότυπους τίτλους «Will Greece be the next Dubai?».6 / 12 ∆εύτερο και κυριότερο η Γερµανία ξεκαθαρίζει για πρώτη φορά µε επίσηµες δηλώσεις ότι δεν είναι εγγυήτρια των χρεών που δηµιουργούν οι Έλληνες. «Σε περίπτωση που η Ελλάδα ερχόταν αντιµέτωπη µε δυσχέρειες πληρωµών (αδυναµία πληρωµών) -αυτό δεν είναι κάτι που αναµένουµε, αλλά είναι πιθανό να συµβεί- στην περίπτωση λοιπόν αυτή εκτιµούµε ότι η ΕΕ δια της Κοµισιόν ή δια του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου θα συνιστούσε στην Ελλάδα να αναζητήσει βοήθεια στο ∆ΝΤ, όπως έκανε και στην περίπτωση άλλων χωρών της ΕΕ, που δεν είναι µέλη της Ευρωζώνης», δήλωσε στις 26.11.2009 ο επικεφαλής οικονοµολόγος, αρµόδιος για θέµατα Ευρώπης της Deutsche Bank Τόµας Μάγιερ (25). Τα ίδια ανέφερε και σε σχετική έκθεση µε τίτλο «Η Ελλάδα υπό πίεση». (26) Όλα αυτά δηµιουργούν την πεποίθηση στους επενδυτές ότι δεν υπάρχει πίσω από το ελληνικό χρέος η µεγάλη γερµανική εγγύηση. Η Ελλάδα, ως µέλος της ευρωζώνης, απολάµβανε επί µία δεκαετία χαµηλά επιτόκια, επειδή πολλοί θεωρούσαν ότι το να δανείζουν την χώρα µας ήταν σαν να δανείζουν την Γερµανία. Το ρίσκο εθεωρείτο χαµηλό. Και γι’ αυτό, παρά την επιδείνωση των δηµοσιονοµικών της, η διαφορά επιτοκίου µεταξύ των ελληνικών και γερµανικών κρατικών οµόλογων (spreads) παρέµενε χαµηλή και σταθερή. Από την στιγµή όµως που α) η ρευστότητα στην αγορά, λόγω της χρηµατοοικονοµικής κρίσης µειώνεται, β) η κρίση ξεφεύγει από τον στενό χρηµατοπιστωτικό τοµέα και υπάρχουν κράτη σαν το Ντουµπάι αφήνουν τις εταιρίες τους να κηρύξουν στάση πληρωµών, και γ) η Ευρώπη µε πρώτη την Γερµανία ξεχωρίζει τα χρέη του νότου από την προτεσταντική διαχείριση του Βορρά, η χώρα µας µπαίνει στην δίνη των αγορών. Αρχίζει µια αντίστροφη υπερβολή· οτιδήποτε ακούγεται για την Ελλάδα έχει πλέον αρνητικό πρόσηµο. Κάποιοι την θεωρούν υπαίτιο µέχρι και για την καταστροφή της ζώνης του ευρώ· την ...µελλοντική. Η λέξη «Greece» βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα όλου του διεθνούς τύπου, τα spreads σκαρφαλώνουν ταχύτατα. Ο δανεισµός του ελληνικού κράτους στις αγορές καθίσταται αδύνατος. Αρχίζει ένα πολυπαραγοντικό παζάρι εντός της Ένωσης. Ενα πράγµα που τείνουµε να ξεχνάµε είναι αυτό που είχε πει ο Κίσιγκερ για την Ευρώπη: «Ποιο είναι το τηλέφωνο του υπουργού εξωτερικών για να συνεννοηθώ µε την Ευρώπη;» ∆υστυχώς δεν υπάρχει τηλεφωνικός αριθµός, ούτε του ευρωπαίου υπουργού Οικονοµικών. Οι αποφάσεις δεν λαµβάνονται µε τον τυπικό τρόπο που λαµβάνονται σε ένα ιεραρχικό σύστηµα. Μια απόφαση για την δανειακή στήριξη της Ελλάδος πρέπει πρώτα να συµβιβάσει τις διαφορετικές ατζέντες της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεκάξι χωρών µελών της ΟΝΕ που πρέπει να πείσουν τα κοινοβούλιά τους να αναλάβουν το ρίσκο δανειοδότησης µιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπία κ.λπ. Πρωτίστως και κυρίως όµως πρέπει να πεισθεί η Γερµανία. Η Γερµανία, χρησιµοποιώντας το επιχείρηµα ότι τα ευρωπαϊκά όργανα δεν έχουν µηχανισµούς ελέγχου της παρακολούθησης των προγραµµάτων σταθεροποίησης, ήθελε µόνο το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο στον µηχανισµό στήριξης της ελληνικής οικονοµίας, ή όποιας άλλης αντιµετώπιζε παρόµοια προβλήµατα µε την Ελλάδα. Η Ελλάδα, µπορεί να απειλούσε µε προσφυγή στο ∆ΝΤ -κάτι που έτσι κι αλλιώς θα αναγκαζόταν να κάνει αν δεν έβρισκε πουθενά αλλού δανεικά- αλλά ήθελε αµιγή ευρωπαϊκή στήριξη. Το ίδιο και άλλες χώρες του νότου που πιθανώς να βρισκόταν µελλοντικά στην κατάσταση της Ελλάδος. Τελικώς επικράτησε η µέση λύση του τριµερούς µηχανισµού (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο) µε ένα τεράστιο για τα παγκόσµια δεδοµένα πρόγραµµα στήριξης ύψους 110 δισ. ευρώ. για την επόµενη τριετία. Η χώρα καταφεύγει στο δανειακό µηχανισµό διάσωσης που έχει φτιαχτεί για αυτήν και µε τούς όρους που αποτυπώνονται στο µνηµόνιο.7 / 12 Μπορούσαµε να αποφύγουµε αυτόν τον συµβιβασµό, για να αποφύγουµε και τα µέτρα που τον συνοδεύουν; (πιο σωστό είναι το ερώτηµα «θα έπρεπε να µην επιδιώξουµε αυτόν τον συµβιβασµό;») Αν και πάλι µπαίνουµε στο ολισθηρό δρόµο των φανταστικών «άλλων κόσµων που µπορεί να είναι εφικτοί», η απάντηση είναι: µάλλον δεν µπορούσαµε παρά να επιδιώξουµε κάποιον συµβιβασµό και σίγουρα δεν µπορούσαµε να αποφύγουµε τα µέτρα. Από την στιγµή που έγινε φανερό ότι οι στρόφιγγα δανεισµού, που συντηρούσε το προηγούµενο καταναλωτικό πρότυπο, έκλεινε για την Ελλάδα ή χώρα είχε περιορισµένες επιλογές και όλες επώδυνες. Την στάση πληρωµών, δηλαδή την χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, δεν την συζητά κανείς. Οι επιπτώσεις θα ήταν τόσο δριµείες που ούτε οι υπερεπαναστάτες αυτής της χώρας δεν τολµούν να το σκεφτούν. Αυτό που κηρύσσουν ευρέως είναι το σενάριο της αναδιάρθρωσης του χρέους, δηλαδή µια συµφωνία µε τους πιστωτές της χώρας να πάρουν πίσω µέρος των δανείων τους π.χ. 80 λεπτά για κάθε ευρώ που µάς έχουν δανείσει. Ακούγεται µια ευχάριστη λύση, αλλά ας δούµε πιθανές επιπτώσεις της. Κατ' αρχήν οι πιστωτές µας δεν είναι µόνο οι επονοµαζόµενοι «καρχαρίες της Wall Street», ούτε οι µεγάλες ξένες τράπεζες. Οι πιστωτές του ελληνικού κράτους είναι κυρίως ασφαλιστικά ταµεία, ξένων (ως επί το πλείστον) και Ελλήνων εργαζοµένων. Αυτό σηµαίνει ότι για µερικά χρόνια η Ελλάδα θα έπρεπε να βρίσκεται εκτός αγορών, διότι όπως και να το κάνουµε µια αθέτηση υποχρεώσεων δηµιουργεί ένα τεράστιο κακό προηγούµενο. Αν, για παράδειγµα, οι Έλληνες εργαζόµενοι µάθαιναν ότι το ΙΚΑ τοποθέτησε τα αποθεµατικά του σε οµόλογα Αργεντινής δικαίως θα ξεσηκωνόταν κατά της διοίκησης του ταµείου τους και θα απαιτούσαν να αποσυρθεί κατά της επισφαλούς αυτής τοποθέτησης. Επειδή κανείς δεν είναι διατεθειµένος να παίξει µε την σύνταξή του, όλοι µας θα προτιµούσαµε τα γερµανικά οµόλογα που είναι πιο ασφαλή. Αλλά ακόµη κι αν υποθέταµε ότι έπρεπε να προσέχαν οι Ευρωπαίοι εργαζόµενοι για το πως τοποθετούσαν τα λεφτά τους, µια αναδιάρθρωση του χρέους θα µείωνε και τα αποθεµατικά των δικών µας ασφαλιστικών ταµείων. Σύµφωνα µε κάποιους υπολογισµούς (27) το 30% της περιουσίας των ταµείων είναι τοποθετηµένα σε κρατικά οµόλογα. Αυτό σηµαίνει µεγαλύτερη επιβάρυνση σε ένα ήδη πολύ επιβαρηµένο ασφαλιστικό σύστηµα και φυσικά αναγκαστικές περικοπές συντάξεων ή αύξηση εισφορών. Το αίτηµα της αναδιάρθρωσης του χρέους, είναι ο παλιός ροµαντισµός της επανάστασης, που κάποιοι πιστεύουν ότι µπορεί να γίνει µε χρηµατοπιστωτικά µέσα. Είναι ταυτόχρονα το συσσωρευµένο γινάτι πολλών αριστερών ενάντια στον καπιταλισµό, που το µασκαρεύουν σε επαναστατικό αίτηµα, χωρίς όµως να εξηγούν τις παράπλευρες ζηµίες. Το σύνθηµα δηλαδή «να πληρώσουν οι τράπεζες (ή ο καπιταλισµός) την κρίση» είναι πλασµατικό. Την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα την πλήρωναν τα ασφαλιστικά ταµεία, δηλαδή οι Έλληνες και ξένοι εργαζόµενοι (οι τράπεζες θα έχαναν απλώς προµήθειες) και ο καπιταλισµός σίγουρα θα είχε µια εύκολη ανάρρωση, αν το 0,46% της παγκόσµιας οικονοµίας έκανε ακόµη και στάση πληρωµών. Σίγουρα θα είχε δηµιουργηθεί αναστάτωση στις διεθνείς χρηµαταγορές. Η άποψη, όµως, ότι η Ελλάδα θα µπορούσε να προκαλέσει (έστω µε το φαινόµενο ντόµινο) κατάρρευση του παγκόσµιου καπιταλισµού, θυµίζει το ανέκδοτο µε το µυρµήγκι που κατάφερε µετά από πολλές προσπάθειες να ανεβεί στον λαιµό του ελέφαντα και τα άλλα µυρµήγκια γύρω φωνάζουν εν χορώ «πνίξ’ τον, γιατί µας τσαλαπατάει! Πνίξ' τον!». Το ελληνικό τραύµα θα είχε επιµέρους επιπτώσεις, αλλά ο παγκόσµιος καπιταλισµός θα το επούλωνε ταχύτατα. Οι χειρότερες επιπτώσεις θα βάρυναν την Ελλάδα.8 / 12 Ας υποθέσουµε ότι µπορούσαµε να αναδιαρθρώσουµε το χρέος µέχρι το έσχατο σηµείο, δηλαδή στο µηδέν. Τι θα κάναµε την επόµενη µέρα; Από τον εκτελεσθέντα προϋπολογισµό του 2009 προκύπτει ότι οι πρωτογενείς δαπάνες τού κράτους (δηλαδή χωρίς τους τόκους για τα προηγούµενα δάνεια, τα οποία υποθετικά θα είχαµε σβήσει παντελώς) ήταν περίπου 24 δισεκατοµµύρια ευρώ περισσότερες από τα έσοδα του κράτους (28) Εποµένως ακόµη κι αν σταµατούσαµε να εκπληρώνουµε τις παλιότερες υποχρεώσεις µας, θα έπρεπε να προχωρήσουµε σε περικοπές δαπανών ή αύξηση φόρων ύψους 24 δισεκατοµµυρίων ευρώ. Πολλοί πιστεύουν ότι αν η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας συνέχιζε το µεταρρυθµιστικό πρόγραµµα των κυβερνήσεων Σηµίτη -πρόγραµµα που έµεινε ξέπνοο µετά το 2000- τα πράγµατα θα ήταν πολύ διαφορετικά σήµερα. Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι αν προχωρούσε στις µεγάλες τοµές στο ασφαλιστικό, στην αγορά εργασίας, στις ∆ΕΚΟ κ.λπ. η χώρα δεν θα έµπαινε στην δίνη της κρίσης. Πιθανώς αυτό να είναι αλήθεια, αν και το πιθανότερο είναι να έµπαινε στην κρίση υπό διαφορετικούς όρους, όπως µπήκαν εξάλλου και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. ∆εν µπορούµε να γνωρίζουµε πως θα εξελισσόταν τα πράγµατα και δεν µπορούµε να γνωρίζουµε αν η Νέα ∆ηµοκρατία µπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. ∆υστυχώς η ελληνική ∆εξιά δεν κατόρθωσε ποτέ να αρθρώσει συνεπή και συνετή ιδεολογική πρόταση. Μετά τον Κωνσταντίνο Καραµανλή που (στα πλαίσια της κείνσιανής ορθοδοξίας της εποχής) είχε ένα σαφές πρόγραµµα για την χώρα και αν εξαιρέσουµε το βραχύ διάστηµα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η Νέα ∆ηµοκρατία όλα αυτά τα χρόνια παράδερνε µεταξύ του δεξιού και αριστερού συντηρητισµού, κάτι µάλιστα που το ιδεολογικοποίησε µε το σόφισµα του «µεσαίου χώρου». Τα γεγονότα πάντως είναι αδιαµφισβήτητα. Οι παθογένειες (µεγάλο, συγκεντρωτικό και πελατειακό κράτος, διαφθορά, έλλειψη µηχανισµών ισορροπιών και ελέγχων τής πολιτικής εξουσίας κ.λπ.) ήταν υπαρκτές σε όλη την µεταπολιτευτική περίοδο. Οι κυβερνήσεις της Νέας ∆ηµοκρατίας (2004-2009) τις µεγιστοποίησαν. Ίσως ακουστεί περίεργο, αλλά η διόγκωση αυτών των παθογενειών ίσως είναι και η µεγαλύτερη συνεισφορά της προηγούµενης διακυβέρνησης στον τόπο. Μεγαλώνοντας τόσο πολύ τα κακώς κείµενα, µάς ανάγκασε να τα δούµε. Οδηγώντας την χώρα σε δηµοσιονοµικό αδιέξοδο, υποχρεωθήκαµε να προσέξουµε όλες τις προηγούµενες παθογένειες που είχαν σωρευτεί. Η κρίση αλλάζει τον τρόπο θεώρησης των πραγµάτων, αλλάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό Παράδειγµα στην χώρα (29). Μέχρι φέτος το µεγαλύτερο µέρος της ελληνικής κοινωνίας θεωρούσε το κράτος κάτι άτρωτο που παράγει χρήµατα για να τα µοιράζει. Η συνειδητοποίηση της ενδεχόµενης χρεοκοπίας του «κράτους-πατερούλη» ήταν σίγουρα ένα τραυµατικό σοκ για το κοινωνικό σύνολο. Από την άλλη πλευρά όµως δηµιουργεί νέα εθνική αυτογνωσία, η οποία βρίσκεται πλησιέστερα στην πραγµατικότητα. ∆εν είναι λίγο, αν σκεφθούµε πόσα ταµπού κατέρρευσαν από τον Μάιο και µετά. Για παράδειγµα: το 1998 ο πρώην πρόεδρος της ΓΣΕΕ κ. Χρήστος Πολυζωγόπουλος διαβεβαίωνε για την βιωσιµότητα του ασφαλιστικού συστήµατος λέγοντας ότι «πρώτα θα χρεοκοπήσει το κράτος και µετά το ασφαλιστικό σύστηµα» (30). Ε, να λοιπόν που το κράτος χρεοκόπησε και αναγκαστήκαµε να ασχοληθούµε µε το ασφαλιστικό, το οποίο βέβαια, από µόνο του, οδηγούσε το κράτος σε χρεοκοπία (31). Σήµερα η χώρα βρίσκεται σε µια δύσκολη καµπή. Οι σωρευµένες παθογένειες µέχρι τώρα επιδοτούνταν από το δηµόσιο και συνεπώς διαιωνιζόταν και διογκωνόταν. Με κλειστή την9 / 12 στρόφιγγα των αγορών έχασαν τον τροφοδότη λογαριασµό τους. Το κράτος δεν µπορεί να δανειστεί κι εποµένως δεν µπορεί να χρηµατοδοτήσει τα πολυπλόκαµα πελατειακά του δίκτυα. Μιλώντας για πελατειακές σχέσεις το µυαλό όλων πάει στις αθρόες προσλήψεις του δηµοσίου, στα προνόµια των ισχυρών συντεχνιών των ∆ΕΚΟ και άλλα πράγµατα που αφορούν αποκλειστικά τους εργαζόµενους στον στενό κι ευρύτερο δηµόσιο τοµέα. Αυτό όµως είναι ένα µεγάλο και ίσως το πιο ορατό κοµµάτι του πελατειακού δικτύου που ανέπτυξε το πολιτικό σύστηµα της χώρας, όχι µόνο κατά την διάρκεια της µεταπολίτευσης, αλλά από τον εµφύλιο και µετά. Με µια σειρά νόµων, αποφάσεων, διαταγµάτων το ελληνικό κράτος ευνόησε µεγάλες οµάδες προσοδοθήρων. Η προσοδοθηρία είναι η δραστηριότητα οργανωµένων οµάδων πίεσης που σκοπό έχει να επηρεάσει την κρατική πολιτική προς όφελος των µελών των, είτε για τη διατήρηση προνοµίων που απέκτησαν στο παρελθόν, είτε για την επίτευξη ειδικής µεταχείρισης έναντι του υπόλοιπου πληθυσµού (32). Η δια νόµου κατοχύρωση του υψηλού ποσοστού κέρδους (23,8%) των φαρµακοποιών είναι κοµµάτι αυτής της προσοδοθηρίας. Οι φραγµοί εισόδου σε διάφορες αγορές, όπως π.χ. στις οδικές µεταφορές, διόγκωσε τεχνητά την αξία των αδειών για τα φορτηγά και βυτιοφόρα ∆ηµόσιας Χρήσης. Με µια διοικητική απόφαση δηµιουργήθηκαν «περιουσίες» εκεί που δεν υπήρχαν. Η νοµοθετηµένη ποσοστιαία αµοιβή των συµβολαιογράφων (που έφτασε µε την τελευταία απόφαση Αλογοσκούφη-Παπαληγούρα το 2006 στο 1,2% της αξίας του ακινήτου, ανεξαρτήτως ύψους της αξίας του), δηµιούργησε τροµαχτικές προσόδους. Όπως έγραφε ο κ. Στέφανος Μάνος: «στη Γερµανία, όπως επιβάλλει η κοινή λογική, η ποσοστιαία αµοιβή του συµβολαιογράφου φθίνει όσο µεγαλώνει η αξία. Στις συνήθεις συναλλαγές των 500.000 ευρώ η αµοιβή του συµβολαιογράφου στην Ελλάδα είναι σχεδόν τετραπλάσια της αντίστοιχης στη Γερµανία». Για ένα σύνηθες ακίνητο των 500.000 ευρώ η αµοιβή τού συµβολαιογράφου στην Ελλάδα είναι 6.000 ευρώ ενώ στην Γερµανία 1.614 ευρώ (33). Από εκεί και πέρα υπάρχουν και µια σειρά άλλων αφανών προσόδων που διόγκωσαν υπέρµετρα κάποιους επιχειρηµατικούς κλάδους. Η βιοµηχανία των Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης είναι ένας από αυτούς. ∆εν είναι µόνο η κρατική διαφήµιση· να σηµειώσουµε ότι κι αυτή η κρατική δαπάνη διογκώθηκε υπερβολικά τα τελευταία χρόνια: από 42 εκατ. ευρώ το 2003 (34), έφτασε στα 83 εκατ. το 2008 (35). Υπάρχουν και πολλές άλλες πρόσοδοι για τα ΜΜΕ, όπως είναι η νοµοθετηµένη υποχρέωση δηµοσίευσης ισολογισµών, προκηρύξεων, διακηρύξεων και άλλων στοιχείων, παρ’ όλο που στην εποχή του διαδικτύου είναι κόστος χωρίς όφελος. Παλιότερα η κρατική «Ολυµπιακή» µετέφερε δωρεάν τις εφηµερίδες, οι εκδότες µπορούσαν να δικαιολογήσουν το 2% του τζίρου τους χωρίς παραστατικά και πλήθος άλλων ρυθµίσεων του κράτους που δηµιούργησαν κίνητρα να διογκωθεί υπερβολικά µια αγορά χωρίς... αγοραστές: «η ελληνική αγορά κατακλύζεται από ένα πλήθος τηλεοπτικών σταθµών (γύρω στους 160), ραδιοφωνικών σταθµών (περίπου 1.200), εφηµερίδων (περίπου 280 τοπικές, περιφερειακές και εθνικής κυκλοφορίας) και περιοδικών (περίπου 800), καθώς και ενός πλήθους ιντερνετικών πυλών και συναφών ιστολογίων.» (36) Οι εµφανείς και αφανείς κρατικές επιδοτήσεις δεν διόγκωσαν µόνο τον χώρο των ΜΜΕ. Και η πολιτιστική παραγωγή είναι εξαιρετικά διογκωµένη (η Αθήνα πρέπει να είναι η πρωτεύουσα των θεάτρων) και εµφανίζεται µεγάλη συγκέντρωση σε κάποια επαγγέλµατα. «Σε πανελλαδικό επίπεδο ο αριθµός των δικηγόρων προσδιορίζεται περίπου στους 43.500. Κάθε χρόνο εισέρχονται στο επάγγελµα περίπου 1.200 δικηγόροι σε όλη την Ελλάδα, ενώ αποχωρούν περίπου 400» (37) Έχουµε δηλαδή ένα δικηγόρο ανά 250 κατοίκους, όταν στη Γερµανία η αναλογία είναι ένας δικηγόρος ανά 593 Γερµανούς και στη Γαλλία ένας ανά 1.403. Στην Ελλάδα αντιστοιχεί ένας συµβολαιογράφος σε 3.446 κατοίκους, στη Γαλλία ένας συµβολαιογράφος για 7.28710 / 12 κατοίκους, στην Ιταλία ένας προς 12.023 και στην Αυστρία ένας προς 17.926 κατοίκους. Στην Ελλάδα αντιστοιχεί ένα φαρµακείο ανά 950 κατοίκους, όταν στην Ευρώπη υπάρχει ένα φαρµακείο ανά 4.000 κατοίκους. Μετά την Ελλάδα είναι το Βέλγιο, που έχει ένα φαρµακείο ανά 2.450 κατοίκους. (38) Αυτές οι τεράστιες διαφορές µε την υπόλοιπη Ευρώπη δεν οφείλονται σε ιδιόµορφα χαρακτηριστικά της χώρας µας (η Ελλάδα, έτσι κι αλλιώς, δεν βρίσκεται σε άλλο πλανήτη) αλλά στο γεγονός ότι µε νοµοθετικές αποφάσεις είναι εξασφαλισµένο µια µικρή ή µεγαλύτερη πρόσοδος από την άσκηση αυτών των επαγγελµάτων. Αυτές οι πρόσοδοι µαζί µε τις εµφανείς ή αφανείς κρατικές επιδοτήσεις χρηµατοδοτούνταν µέσω δανεισµού. ∆ηµιούργησαν µια χώρα πλασµατικής ευηµερίας (τα χρήµατα αυτά γινόταν κατανάλωση) κι όλοι νοµίζαµε ότι είµαστε σίγουροι κι ανεπτυγµένοι. Το σοκ της κρίσης βέβαια δεν απορροφάται εύκολα. Κυρίως από όλους εκείνους που είχαν βολευτεί στην προηγούµενη κατάσταση. Τα ΜΜΕ, για παράδειγµα, πιέζουν διαρκώς για κάποιο τρόπο επιχορηγήσεων ή µέχρι και για την απόσυρση αυτοκινήτων. Κάθε φορά που το κράτος επιδοτεί την απόσυρση (έστω σε βάρος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών) η διαφηµιστική δαπάνη των εµπόρων αυτοκινήτων αυξάνει κατακόρυφα. Οι αποκαλούµενες «παραγωγικές» τάξεις της χώρας πιέζουν για «αναπτυξιακή διέξοδο» τής οικονοµίας, ζητώντας από το κράτος να
Έχει δημοσιευτεί 1 σχόλιοΜετάβαση στην αρχή του άρθρου
27 Απριλίου 2014

Μιά καθαρή οικονομική ανάλυση από οικονομολόγους των γραφείων που δεν έχουν καταλάβει ποτέ τους τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κράτους. Σε ποια χώρα τις ευρώπης απαιτείται για κάθε έγγραφο το γνήσιο της υπογραφής;(!) Σε ποια χώρα το ΣΔΟΕ καταφέρνει πάντα(!) να βρει "παραβάσεις" σε κάθε επιχείρηση που ελέγχει(!) και να εισπράτει μεγάλα ποσά που αφαιρούν τη ρευστότητα της επιχείρησης; (!!) Την ίδια στιγμή το ίδιο χρωστά ποσά σε επιχειρήσεις και τις αναγκάζει για αυτά τα λεφτά να του πληρώσουν ΦΠΑ και φόρο!!!!!!! Γι' αυτό λοιπόν το κράτος μας πληρώνει ακριβότερα παροχές που η υπολοιπη Ευρώπη τος πληρώνει στη μισή τιμή. Κι γι' αυτή την ανάλυση δεν χρειάζεται πτυχίο οικονομολόγου αλλά κοινή λογική!!!

Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.