Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2022

Από τον κ. Δημ. Κουρκουμέλη, Δικηγόρο, Νομικό Σύμβουλο κατασκευαστικών επιχειρήσεων

ΕΥΘΥΝΗ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ Επιμέλεια: Δημ. Κουρκουμέλης, Δικηγόρος Νομικός Σύμβουλος κατασκευαστικών επιχειρήσεων1.Ευθύνη Μηχανικών στα Δημόσια Έργα (Ν. 1418/1984, ΠΔ 609/1985).Ο Νόμος 1418/1984, άρθρο 4 παρ. 1, προβλέπει την κατασκευή δημοσίων έργων με το σύστημα της αυτεπιστασίας ή με κατάρτιση σύμβαση εργολαβίας. Kατασκευή με αυτεπιστασία Oλες οι ευθύνες και οι κίνδυνοι αναλαμβάνονται από τον ίδιο τον «κύριο» του έργου / «φορέα» κατασκευής / εργοδότη, ο οποίος μάλιστα φέρει και τον κίνδυνο από την τυχαία καταστροφή ή χειροτέρευση του έργου κατά την διάρκεια κατασκευής του. Η έννομη σχέση του «κυρίου» του έργου με την Τεχνική του Υπηρεσία ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις του Οργανισμού του, αναφορικά με την πρόσληψη του προσωπικού και την αγορά ή μίσθωση μηχανημάτων κλπ. που απαιτούνται για την εκτέλεση του έργου. Βρισκόμαστε επομένως στο χώρο της σύμβασης εργασίας (πβ. άρθρα 648 - 680 ΑΚ), η δε Τεχνική Υπηρεσία και το λοιπό υπαλληλικό ή εργατοτεχνικό προσωπικό του κυρίου του έργου υπακούει στο «διευθυντικό δικαίωμα» του τελευταίου και δεν έχει ευθύνη για το αποτέλεσμα των προσφερόμενων υπηρεσιών, σε καμία δε περίπτωση δεν φέρει τον κίνδυνο του έργου. Σύμβαση εργολαβίας Η σύμβαση εργολαβίας όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία κατασκευών δημοσίων έργων έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης έργου του ΑΚ (άρθρα 681 - 702, βλ. παρακάτω υπ’ αριθμόν 3). Επιπλέον, ο οποιοσδήποτε εργολάβος ο οποίος αναλαμβάνει την κατασκευή δημοσίου έργου ασκεί εμπορική επιχείρηση, υπόκειται σε προσωποκράτηση, αν είναι φυσικό πρόσωπο ή ομόρρυθμο μέλος προσωπικής εταιρείας, και σε κάθε περίπτωση σε πτώχευση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 7 του Ν. 1418/1984, και το άρθρο 34 του ΠΔ 609/1985, ο ανάδοχος δημοσίου έργου είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και με τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής, όπως και να διαθέτει το αναγκαίο επιστημονικό και βοηθητικό τεχνικό προσωπικό και κάθε είδους μηχανήματα και εγκαταστάσεις, μεταφορικά μέσα και εργαλεία για την εκτέλεση του έργου. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος. Ειδικότερα, αν κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου ή και μετά από αυτή, μέχρι και την οριστική παραλαβή, διαπιστωθεί ότι η κατασκευή δεν πληροί τους όρους της τέχνης, της επιστήμης και της σύμβασης, ή τα χρησιμοποιούμενα υλικά δεν είναι κατάλληλα, κοινοποιείται ειδική διαταγή στον ανάδοχο που ορίζει το είδος και την έκταση των κακοτεχνιών και τα μέτρα που πρέπει να λάβει για την επανόρθωσή τους.1 Αν το ελάττωμα είναι ουσιώδες, ο κύριος του έργου μπορεί να επιβάλει διόρθωση των κακοτεχνιών, ενώ στην περίπτωση που πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα, επέρχεται ανάλογη μείωση της αμοιβής του αναδόχου. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η νομοθεσία για την κατασκευή δημοσίων έργων δεν αναφέρεται στον προσδιορισμό της έννοιας «ουσιώδες» και «επουσιώδες» εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ οι σχετικές με τη σύμβαση έργου (άρθρα 688 και 689 ΑΚ). Στo πλαίσιo της σύμβασης εργολαβίας όπως ρυθμίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία περί κατασκευών δημοσίων έργων, και δεδομένου ότι η σχετική έννομη σχέση ακολουθεί τους μηχανισμούς της σύμβασης έργου του ΑΚ, ο ανάδοχος αναλαμβάνει έναντι του εργοδότη όλες τις ευθύνες και τους κινδύνους να του παράσχει το συμφωνηθέν έργο έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής. Σε περίπτωση δε τυχαίας καταστροφής ή χειροτέρευσης του έργου κατά τη διάρκειας της κατασκευής και μέχρι την παράδοσή του και την οριστική παραλαβή από τον «φορέα» κατασκευής, οι κίνδυνοι βαρύνουν τον εργολάβο. Το εργαζόμενο προσωπικό δεν συνδέεται με έννομη σχέση με τον «κύριο» του έργου, αλλά έχει απέναντί του ως εργοδότη, τον εργολήπτη - κατασκευαστή με όλες τις εντεύθεν, σε βάρος του τελευταίου, συνέπειες από την εργασιακή αυτή σχέση που πηγάζουν όχι μόνο από την εργατική νομοθεσία αλλά και τη νομοθεσία περί κοινωνικής (κύριας ή επικουρικής) ασφάλισης. Ακόμη, ο εργολήπτης, ως προστήσας κατά την έννοια της διάταξης του ΑΚ 922, ευθύνεται και έναντι των τρίτων για πράξεις και παραλείψεις του προσωπικού του. Πειθαρχική ευθύνη κατά τον Ν. 1418/1984 Πέραν της τυχόν αστικής, κατά τα ανωτέρω, και πιθανώς ποινικής ευθύνης του εργολάβου - κατασκευαστή, για πράξεις / παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών, ο Ν. 1418/1984 προβλέπει και ρυθμίζει και την πειθαρχική - διοικητική του ευθύνη σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του ή εν γένει για συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την εργολαβική ιδιότητα. Ειδικότερα, με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 15 του Ν. 1418/1984 και τις διατάξεις του ΠΔ 278/1999 που ακολούθησε προς εκτέλεσή του, καθιερώνεται πειθαρχικός έλεγχος των εγγεγραμμένων στο Μ.Ε.Ε.Π. εργοληπτικών επιχειρήσεων και των εγγεγραμμένων στο Μ.Ε.Κ. στελεχών αυτών. Σε περίπτωση αθέτησης των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων έναντι του κυρίου του έργου ή του φορέα κατασκευής του ή συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με την εργολαβική ιδιότητα ή χρήσης της βεβαίωσης (περάτωσης του έργου) χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, και ειδικότερα οι εξής: α) αποκλεισμός από δημοπρασίες της εργοληπτικής επιχείρησης μέχρι έξι (6) μήνες. β) υποβιβασμός της τάξης της εργοληπτικής επιχείρησης από ορισμένης ή όλες της κατηγορίες έργων. γ) προσωρινή διαγραφή της εργοληπτικής επιχείρησης ή του στελέχους της από το Μητρώο που τηρεί η αρμόδια υπηρεσία της Γ.Γ.Δ.Ε., από έξι (6) μήνες έως τρία (3) χρόνια. δ) οριστική διαγραφή της επιχείρησης ή του στελέχους της από τα τηρούμενα ως άνω Μητρώα. Επίσης δυνατόν είναι να επιβάλλονται και παρεπόμενες χρηματικές κυρώσεις (μέχρι 25.000.000 δρχ κατά την παρ. 5 και έως 1.500.000 € κατά την παρ. 6). Παρέχεται, πάντως, δυνατότητα άσκησης ανακοπής, μόνον όμως κατά την πράξη επιβολής προστίμου.2 2.Ευθύνη Μηχανικών στις Δημόσιες Συμβάσεις μελετών και παροχής υπηρεσιών (Ν. 3316/2005).Συμβατική ευθύνη αναδόχου Κατά το άρθρο 31 του Ν. 3316/2005, το οποίο ρυθμίζει τις υποχρεώσεις του αναδόχου κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, ο ανάδοχος εκτελεί τη σύμβαση με βάση τους όρους της, τις ισχύουσες προδιαγραφές και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και φέρει την πλήρη ευθύνη για την αρτιότητα του αντικειμένου της παροχής του. Οι αξιώσεις του εργοδότη κατά του αναδόχου παραγράφονται μέσα σε έξι χρόνια από την παραλαβή του αντικειμένου ή την με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης. Ελαττώματα ή παραλείψεις, που εμφανίζονται κατά την εκτέλεση της σύμβασης αλλά και μετά την οριστική παραλαβή του αντικειμένου και μέχρι την παραγραφή των σχετικών αξιώσεων του εργοδότη, αποκαθίστανται με δαπάνες του αναδόχου. Αν το ελάττωμα ή η παράλειψη διαπιστωθεί μέχρι την έναρξη κατασκευής του έργου, ο ανάδοχος υποχρεούται να προβεί στις αναγκαίες συμπληρώσεις/διορθώσεις, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται προς τον σκοπό αυτό. Αν ο ανάδοχος αρνείται να συμμορφωθεί, η αποκατάσταση γίνεται από τον εργοδότη σε βάρος και για λογαριασμό του αναδόχου, με απευθείας ανάθεση των σχετικών εργασιών σε μελετητή που έχει τα νόμιμα προσόντα. Η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται και όταν διαπιστώνεται ανάγκη τροποποίησης της εγκεκριμένης μελέτης με απόφαση της Προϊστάμενης Αρχής, η τροποποίηση επιβάλλεται λόγω ελαττωμάτων/παραλείψεων του μελετητή και δεν έχουν παραγραφεί οι σχετικές αξιώσεις του εργοδότη. Ο ανάδοχος καλείται να τροποποιήσει την εγκεκριμένη μελέτη, εφόσον αποδέχεται την ευθύνη του, δικαιούται όμως να ασκήσει αίτηση θεραπείας κατά της απόφασης περί τροποποίησης, αναστέλλοντας έτσι τις εις βάρος του οικονομικές συνέπειες και την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας, όχι όμως και την εφαρμογή της τροποποιημένης μελέτης. Αν ο ανάδοχος αρνείται να συμμορφωθεί, η τροποποίηση της μελέτης γίνεται σε βάρος και για λογαριασμό του, με απευθείας ανάθεσή της σε μελετητή που έχει τα νόμιμα προσόντα. Τονίζεται ότι ο αντισυμβαλλόμενος έχει ως βασική του υποχρέωση να προβαίνει κατά την εκτέλεση της σύμβασης στη χρησιμοποίηση της ομάδας που δήλωσε κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού και η οποία αποτέλεσε κριτήριο βαθμολόγησης της τεχνικής του προσφοράς. Η τυχόν αποχώρηση μέλους της ομάδας ελέγχεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία έτσι, ώστε να αναπληρωθεί από στέλεχος με αντίστοιχα προσόντα. Ειδικότερα, ερευνώνται οι λόγοι της αποχώρησης και είναι δυνατό να εγκριθεί η αναπλήρωση με αντίστοιχο στέλεχος ίσης τουλάχιστον εμπειρίας, αν η αποχώρηση οφείλεται σε σπουδαίο λόγο. Αν δεν συντρέχει τέτοιος λόγος επιβάλλονται κυρώσεις στον υπαίτιο. Ειδικότερα, δεν επιτρέπεται να λάβει μέρος στο δυναμικό άλλης εταιρείας και δεν έχει δικαίωμα να λαμβάνει ατομικά μέρος σε διαγωνισμούς για χρονικό διάστημα έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης της διευθύνουσας υπηρεσίας σχετικά με την αναπλήρωσή του. Σε περίπτωση που η αποχώρηση έγινε με ευθύνη του αναδόχου και δεν κριθεί δικαιολογημένη, συνιστά λόγο δυνητικής κήρυξής του ως εκπτώτου. Συνολικά, η διάταξη αυτή του νόμου περιορίζεται σε συνοπτική ρύθμιση της συμβατικής ευθύνης του αναδόχου - μελετητή, αναφέροντας ότι στις εν γένει υποχρεώσεις του αναδόχου από τη σύμβαση εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα (βλ. παρακάτω υπ’ αριθμόν 3).3 Πειθαρχική ευθύνη αναδόχου Κατά το άρθρο 40 του Ν. 3316/2005, οι μελετητές, οι εταιρείες μελετών και τα στελέχη τους υπόκεινται στον πειθαρχικό έλεγχο του Κράτους. Αρμόδια όργανα για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου είναι τα θεσμοθετημένα Επιμελητήρια για τα μέλη τους και οι Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ. Πειθαρχικό αδίκημα συνιστά κάθε υπαίτια αντισυμβατική πράξη ή παράλειψη, ιδίως δε: α)η συνεννόηση για την αποφυγή του πραγματικού συναγωνισμού σε διαγωνισμούς του Ν. 3316/2005,β)η δυστροπία επανόρθωσης ελλιπούς ή εσφαλμένης μελέτης, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του νόμου,γ)η έκπτωση,δ)η υποβολή ψευδών δηλώσεων κατά τη διαδικασία των διαγωνισμών,ε)η υποκατάσταση κατά την εκπόνηση της μελέτης, χωρίς έγκριση της υπηρεσίας,στ)η αμετάκλητη καταδίκη σε κάποιο από τα αδικήματα της παραγράφου 4 του άρθρου 16 του Ν. 3316/2005.Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται είναι οι ακόλουθες κατά αύξουσα σειρά βαρύτητας: α)αποκλεισμός από τους διαγωνισμούς για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες,β)υποβιβασμός της τάξης του πτυχίου σε μία ή περισσότερες κατηγορίες μελετών,γ)προσωρινή διαγραφή από το μητρώο για χρονικό διάστημα από έξι μήνες έως τρία χρόνια,δ) οριστική διαγραφή από τα μητρώα. Το αρμόδιο για την πειθαρχική ποινή όργανο μπορεί να επιβάλλει και παρεπόμενες χρηματικές ποινές υπέρ του Δημοσίου, ύψους από 10.000 έως 50.000 € αναλόγως των συνθηκών και της βαρύτητας του αδικήματος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 25 του Ν. 3316/2005, αναφορικά με τη διοίκηση της σύμβασης μελέτης/παροχής υπηρεσιών, όταν τα καθήκοντα επίβλεψης ανατίθενται σε ανάδοχο παροχής υπηρεσιών συμβούλου της υπηρεσίας. Ο ανάδοχος της σύμβασης παροχής υπηρεσιών και, στην περίπτωση νομικού προσώπου, οι διοικούντες και υπάλληλοι υπέχουν κατά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους ποινική ευθύνη δημοσίου υπαλλήλου.3.Ευθύνη Μηχανικών στη σύμβαση έργου (Αστική Ευθύνη)Ευθύνη του εργολάβου για καθυστερήσεις κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο ΑΚ 686 (διάταξη ενδοτικού δικαίου). Η διάταξη αυτή παρέχει στον εργοδότη τη δυνατότητα, κάθε φορά που δημιουργείται από πριν βεβαιότητα ότι θα είναι, λόγω της καθυστερημένης έναρξης ή λόγω της επιβράδυνσης του ρυθμού εκτέλεσης του έργου, ανέφικτη η έγκαιρη προσπόρισή του, να διαλύει αζημίως τη σχέση με υπαναχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να αναμένει να επέλθει ο συμφωνημένος χρόνος για την εκτέλεση, ώστε να επιβεβαιωθεί και άμεσα η καθυστέρηση (δικαίωμα προτερόχρονης υπαναχώρησης).4 Προϋπόθεση άσκησης του δικαιώματος είναι η έλλειψη υπαιτιότητας από την πλευρά του εργοδότη και η έλλειψη αντίθετης συμφωνίας των μερών. Συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης είναι η διάλυση του συμβατικού δεσμού αναδρομικά, η απόσβεση των εκατέρωθεν αξιώσεων των μερών και η αμοιβαία υποχρέωση επιστροφής των παροχών που είχαν τυχόν εκτελεστεί, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατά το εδάφιο β’ του ΑΚ 686 ακόμα και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προτερόχρονης υπαναχώρησης ή δεν έγινε άσκηση του δικαιώματος αυτού, ο εργοδότης διατηρεί ακέραια τα δικαιώματά του από την υπερημερία του εργολάβου, έχει δηλαδή εναντίον του όλα τα δικαιώματα από τις γενικές διατάξεις των άρθρων ΑΚ 343 επ. και 383 επ. [δικαίωμα να εμμείνει στη σύμβαση και να εναγάγει τον εργολάβο για την εκτέλεση του έργου αξιώνοντας ταυτόχρονα αποζημίωση (ΑΚ 343 εδ. α’), να τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για την έναρξη των εργασιών, και αν παρέλθει άπρακτη να υπαναχωρήσει από όλη τη σύμβαση (ΑΚ 385), ζητώντας ταυτόχρονα και εύλογη αποζημίωση (ΑΚ 387), τέλος αντί για την υπαναχώρηση, να αξιώσει πλήρη αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση και επιπλέον αποκατάσταση της ζημίας του λόγω της καθυστέρησης (ΑΚ 343 εδ. β’)]. Ευθύνη του εργολάβου για ελλείψεις του έργου Η ευθύνη του εργολάβου για ελλείψεις του έργου που καθιερώνει ο ΑΚ, έχει κατεξοχήν συμβατικό χαρακτήρα, πρόκειται δηλαδή για ευθύνη για μη εκπλήρωση, σημαίνει δε ότι στην περίπτωση αυτή, ο εργολάβος αθετεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Προϋπόθεση για τη γέννηση της ευθύνης είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης έργου. Δεν είναι, αντιθέτως, απαραίτητο αντικείμενο του έργου να είναι η κατασκευή υλικού έργου. Η ρύθμιση της ευθύνης του εργολάβου λόγω ελλείψεων του έργου αποκλείει, κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη την εφαρμογή των γενικών διατάξεων που ρυθμίζουν την ευθύνη λόγω μη εκπλήρωσης. Η ρύθμιση της ευθύνης για ελλείψεις του έργου δεν πρέπει να συγχέεται με τα προβλήματα ευθύνης που προκύπτουν από τη ρύθμιση του κινδύνου στη σύμβαση έργου (κατά ΑΚ 698). Η ύπαρξη ελλείψεων στο έργο δεν πρέπει να εμποδίζει τη μετάθεση του κινδύνου με την παράδοση του έργου και την αποδοχή του από τον εργοδότη. Με την αποδοχή, πράγματι, ο κίνδυνος μεταβαίνει στον εργοδότη, ο οποίος πλέον φέρει και την ευθύνη για το έργο, ο εργολάβος όμως παραμένει υπεύθυνος για τις ελλείψεις του έργου. Έτσι, αν η ενοχή του εργολάβου είναι διαμορφωμένη ως ενοχή είδους, σε περίπτωση τυχαίας καταστροφής ή χειροτέρευσης του έργου που βαρύνεται με ελλείψεις, μετά την παράδοσή του κατ’ άρθρο 698 § 1, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει την αντιπαροχή, παράλληλα όμως, εφόσον συντρέχει και ευθύνη του εργολάβου για τις ελλείψεις έχει δικαίωμα για μείωση της αμοιβής ή για αποζημίωση, όχι όμως και για αναστροφή που δεν εφαρμόζεται σε αυτήν την περίπτωση, κατ’ αρ. 549 § 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το αρ. 689 ΑΚ. Ομοίως τα παραπάνω ισχύουν και για την ενοχή γένους. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των παραπάνω διατάξεων, είναι δυνατόν, να συμφωνηθεί, εξαρχής, στη σύμβαση μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη, ακόμα και απαλλαγή του εργολάβου από αυτήν, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 332 ΑΚ, κατά το οποίο άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαρειά αμέλεια. Δυνατή είναι, επίσης, συμφωνία για επιβολή διαφορετικής κύρωσης από τις προβλεπόμενες στις σχετικές διατάξεις του ΑΚ, όπως έκπτωση από τη σύμβαση, σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης του έργου (ρήτρα έκπτωσης). Η ρήτρα έκπτωσης μπορεί να συντρέχει και διαζευκτικά με τα δικαιώματα των ΑΚ 687-690, ως παράλληλο βοήθημα του εργοδότη.5 Ειδικότερα, η ευθύνη του εργολάβου για ελλείψεις του έργου μπορεί να έχει τις εξής μορφές, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η εκτέλεση του έργου: ·ΑΚ 687 (ευθύνη λόγω βέβαιης πρόβλεψης ελλείψεων κατά την εκτέλεση). Προληπτική αξίωση του εργοδότη για διόρθωση των υπαιτίων ελλείψεων που εντοπίζονται κατά το στάδιο της εκτέλεσης του έργου (διάταξη ενδοτικού δικαίου). Η ρύθμιση του άρθρου 687 ΑΚ συνιστά εξαιρετική περίπτωση in natura αποκατάστασης της ζημίας του δανειστή, ειδικότερα με τη μορφή της αυτοπρόσωπης διόρθωσης. Η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου αυτού καταλαμβάνει και τα υλικά και τα άυλα έργα, για ουσιώδη και για επουσιώδη ελαττώματα αυτών, όπως και για ελλείψεις στις συνομολογημένες ιδιότητες τους. Απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εργολάβου. Η υπαιτιότητα αυτή και άρα η ειδική ευθύνη του εργολάβου αναιρούνται σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματος του εργοδότη, κατ’ αναλογική εφαρμογή του ΑΚ 691. Η ευθύνη γεννάται στο χρονικό στάδιο μεταξύ έναρξης εκτέλεσης του έργου και πραγματικής αποπεράτωσής του, που δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με το συμφωνημένο χρόνο αποπεράτωσης και παράδοσης, αλλά μπορεί να εκτείνεται και στο χρόνο κατά τον οποίο ο εργολάβος πλέον είναι υπερήμερος. Για την ύπαρξη της ευθύνης, ο νόμος απαιτεί πρόβλεψη της ελαττωματικής ή της αντίθετης προς τη σύμβαση κατασκευής, με την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει βεβαιότητα για το ότι θα προκύψει τέτοια κατάσταση κατά το χρόνο αποπεράτωσης του έργου. Εξυπακούεται ότι χωρεί εφαρμογή του ΑΚ 687, σε περίπτωση που είναι πραγματικά εφικτή ή αντικειμενικά δυνατή, κατά καλή πίστη, η διόρθωση της έλλειψης (από τον εργολάβο ή και τον εργοδότη σε βάρος του εργολάβου), χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί δικαστική απόφαση που να καταδικάζει τον εργολάβο σε εκπλήρωση. Μάλιστα και κατά την εκπλήρωση με μέσα του εργοδότη, σε βάρος όμως του εργολάβου, τον κίνδυνο των τυχερών από την εκτέλεση της διόρθωσης φέρει ο τελευταίος.·ΑΚ 688, 689 και 690 (ευθύνη για ελλείψεις μετά την εκτέλεση). Τα κατασταλτικά μέτρα προστασίας του εργοδότη που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ είναι ειδικότερα η διόρθωση των ελαττωμάτων μέσα σε εύλογη προθεσμία, άλλως η μείωση της αμοιβής, η αναστροφή της σύμβασης όταν το έργο εμφανίζει ουσιώδη ελαττώματα και τέλος η αξίωση αποζημίωσης σε περίπτωση ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εργολάβου (διατάξεις ενδοτικού δικαίου). Για την εφαρμογή των μέτρων αυτών, τα οποία διαφέρουν από άποψη βαρύτητας και κλιμάκωσης της ευθύνης του εργολάβου, γίνεται διάκριση μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών ελαττωμάτων. Ουσιώδη είναι εκείνα που καθιστούν το έργο άχρηστο, ενώ όλα τα υπόλοιπα αποτελούν επουσιώδη ελαττώματα. Πρόβλεψη υπάρχει στο νόμο και για τις συμφωνημένες ιδιότητες, που αφορούν την υπόσχεση που δίνει ο εργολάβος ότι το έργο θα έχει ορισμένο πλεονέκτημα, ή ότι δεν θα έχει ορισμένο ελάττωμα. Οι συμφωνημένες ιδιότητες μπορεί να είναι ουσιώδεις ή και επουσιώδεις, χωρίς να γίνεται διάκριση από τον νόμο. Μορφές παρεχόμενης προστασίας από τον νόμο, ανάλογα με το αν το έργο φέρει ουσιώδες ή επουσιώδες ελάττωμα ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, συνιστούν:6 α)H αξίωση για διόρθωση των ελλείψεων (για ουσιώδη και επουσιώδη ελαττώματα και έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων), υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος της δαπάνης για τη διόρθωση δεν είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από την αξία της ωφέλειας που θα προκύψει από αυτήν. Η αξίωση αυτή είναι δικαστικά επιδιώξιμη, αρκεί η απαίτηση να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη, χωρίς να απαιτείται και ο εργολάβος να κατέστη υπερήμερος.β)Tο δικαίωμα μείωσης της αμοιβής (για ουσιώδη και επουσιώδη ελαττώματα και έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων). Ομοίως γεννάται ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εργολάβου. Παρέχεται διαζευκτικά με την αξίωση για διόρθωση των ελλείψεων. Η ελάττωση της αμοιβής γίνεται με την μερική απαλλαγή του εργοδότη από την καταβολή της, ή με την επιστροφή από τον εργολάβο μέρους της αμοιβής που του καταβλήθηκε. Σχετικά με τη μείωση της αμοιβής, αναλογικής εφαρμογής τυγχάνουν οι διατάξεις οι σχετικές με την πώληση (άρθρα 541, 546 ως 549 και 551 ως 553, κατά ρητή παραπομπή του άρθρου 689 ΑΚ).γ)Tο δικαίωμα αναστροφής της σύμβασης. Χορηγείται σε περίπτωση ύπαρξης ουσιώδους ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, διαζευκτικά με τα παραπάνω δύο δικαιώματα και ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα ή μη του εργολάβου. Το δικαίωμα ασκείται δικαστικά ή εξώδικα, ενώ εφαρμόζονται και εδώ, αναφορικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αναλογικά οι ως άνω διατάξεις σχετικά με την πώληση. Η αναστροφή συνεπάγεται τη διάρρηξη της σύμβασης, τα μέρη επανέρχονται στην κατάσταση που θα βρίσκονταν αν δεν είχαν συνάψει αυτή, ενώ γεννάται και η εκατέρωθεν υποχρέωση των μερών να επιστρέψουν ό,τι ωφελήθηκαν από τη σύμβαση (αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού).δ)H αξίωση αποζημίωσης, εφόσον υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του εργολάβου. Παρέχεται στην περίπτωση ουσιωδών και επουσιωδών ελαττωμάτων και ελλείψεων σε συμφωνημένες ιδιότητες του έργου. Απαιτείται η ύπαρξη ζημίας του εργοδότη και η αιτιώδης συνάφεια αυτής προς την υπαιτιότητα του εργολάβου. Ασκείται πρωτίστως με αγωγή. Το ύψος της αποζημίωσης καλύπτει κάθε ζημία (θετική ή αποθετική) που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη μη εκπλήρωση της παροχής και την αξία του έργου χωρίς ελλείψεις, κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ζημίας, σε περίπτωση που ο εργοδότης θα επιλέξει να αποκρούσει την παροχή, όπως και κάθε περαιτέρω ζημία που οφείλεται έμμεσα στην ελαττωματικότητα του έργου. Το βάρος απόδειξης της υπαιτιότητας φέρει ο εργολάβος. Η ειδική ευθύνη του εργολάβου κατ’ άρθρα 688 - 689 είναι αντικειμενική, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του εργολάβου, σε αντίθεση με την αυξημένη ευθύνη του άρθρου 690 που επιβάλλει την ύπαρξη υπαιτιότητας σε σχέση με την έλλειψη του έργου. Η υπαιτιότητα μπορεί να συνίσταται ακόμα και σε ελαφρά αμέλεια, ενώ ο εργολάβος ευθύνεται κατ’ άρθρο 334 ΑΚ και για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την κατασκευή του έργου.7 Συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης Η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργολάβου που συνίσταται στην παράβαση παρεπόμενων υποχρεώσεών του προστασίας κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ ή επιμέλειας ως προς τη χρήση της ύλης του εργοδότη (ΑΚ 685 § 1) και που αποτελεί τη δικαιολογητική βάση για την αποκατάσταση της «περαιτέρω ζημίας» του εργοδότη κατ’ άρθρο 690ΑΚ μπορεί να συνιστά παράλληλα και αδικοπραξία, ώστε να γεννιέται αξίωση του εργοδότη για κάλυψη της ίδιας ζημίας με βάση τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 914 επ.). Κατά την κρατούσα στην ελληνική θεωρία και νομολογία άποψη, υπάρχει πλήρης αυτοτέλεια των αξιώσεων αυτών, με την έννοια ότι διατηρούνται η μία δίπλα στην άλλη αυτοτελώς, έως την πλήρη ικανοποίηση της μίας. Λόγοι απαλλαγής από την ευθύνη α) υπαιτιότητα του εργοδότη, κατ’ άρθρο 691 ΑΚ. Η υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη συνίσταται σε εσφαλμένες ή επικίνδυνες οδηγίες που έδωσε, με την προϋπόθεση ότι καταρχήν ο εργολάβος προέβαλε γι’ αυτές ρητές αντιρρήσεις και ο εργοδότης επέμεινε. Μπορεί όμως η υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη να αναφέρεται και σε άλλα γεγονότα, πχ. χρήση κατ’ απαίτηση του εργοδότη ύλης ελαττωματικής ή κακής ποιότητας. β) έγκριση του έργου κατ’ άρθρο 692 ΑΚ, δηλαδή πλήρης επιδοκιμασία και αναγνώριση του έργου ως απολύτως σύμφωνου με τη σύμβαση. Κατά την ορθότερη άποψη, με την έγκριση αποσβήνεται και η ευθύνη του εργολάβου από αδικοπραξία, που συρρέει με τη συμβατική ευθύνη για ελλείψεις του έργου. Η απαλλακτική ενέργεια δεν χωρεί, όμως, αν ο εργοδότης αποδέχτηκε το έργο με επιφύλαξη, όπως και στην περίπτωση που οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαγνωστούν κατά τον χρόνο που έγινε η έγκριση. γ) παραγραφή των αξιώσεων των άρθρων 688 ως 690, κατ’ άρθρο 693 ΑΚ. Οι σχετικές αξιώσεις του εργοδότη παραγράφονται μέσα σε δέκα χρόνια από τότε που έγινε η παραλαβή για τις οικοδομές και τις λοιπές ακίνητες εγκαταστάσεις και μέσα σε έξι μήνες στις υπόλοιπες περιπτώσεις (για την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον εργοδότη από τα παραπάνω άρθρα καθ’ ερμηνεία γίνεται δεκτό ότι τάσσονται αντίστοιχες αποσβεστικές προθεσμίες). Η παραπάνω συμβατική ευθύνη του εργολάβου κατά τις διατάξεις του ΑΚ για τη σύμβαση έργου γεννάται κατά την κατασκευή έργων προς εκτέλεση συμβάσεων όχι μόνον ιδιωτικού αλλά και δημοσίου δικαίου, καθώς οι ρυθμίσεις του ΑΚ ισχύουν συμπληρωματικά προς τη νομοθεσία δημοσίων έργων. Κατά συνέπεια, η αστική ευθύνη του εργολάβου όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω είναι παράλληλη και συντρέχει με την τυχόν πειθαρχική ευθύνη του, όπως προβλέπεται και θεμελιώνεται από τη σχετική νομοθεσία δημοσίων έργων, ενώ συμπληρώνει τις προβλέψεις της νομοθεσίας αυτής, αναφορικά με τις ρυθμίσεις που εμπεριέχει ως προς την αστική ευθύνη του μηχανικού - κατασκευαστή/μελετητή. (βλ. Ν. 1418/1984 και Ν. 3316/2005).4.Ευθύνη Μηχανικών και Οικοδομική Άδεια.Σύμφωνα με το άρθρο 17 του Νόμου 1337/1983 («Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις»), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του Νόμου 3212/2003, σχετικά με την άδεια δόμησης, επέρχεται σαφής καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ της διοικητικής αρχής που εκδίδει την οικοδομική άδεια και των μηχανικών που καταρτίζουν τις απαιτούμενες μελέτες και επιβλέπουν την εφαρμογή τους στο χώρο, ενώ προβλέπεται η επιβολή αυστηρών διοικητικών και ποινικών κυρώσεων σε βάρος όσων παραβιάζουν τους όρους της άδειας και τις ισχύουσες διατάξεις.8 Σε αντιπαραβολή, μάλιστα, με το προϊσχύσαν δίκαιο, προκύπτουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, κατευθυνόμενες στην αυστηρότερη ποινική και πειθαρχική μεταχείριση των μηχανικών. Αναλυτικότερα, κατά την νέα παράγραφο 8 του άρθρου 17 του Ν. 1337/1983, σε σχέση με την ποινική τους ευθύνη, οι μηχανικοί που εκπόνησαν τις μελέτες κατασκευής αυθαιρέτων ή έχουν την επίβλεψη του έργου τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε (5.000) χιλιάδες ευρώ μέχρι πενήντα (50.000) χιλιάδες ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, αν διαπιστωθεί ότι οι μελέτες δεν εκπονήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την εκπόνησή τους ή σύμφωνα με τα εγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Για απλές υπερβάσεις άδειας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη. Για την εκτέλεση εργασιών δόμησης, χωρίς οικοδομική ή κατά παράβαση αυτής, στα ρέματα, στους βιοτόπους, σε παραλιακά δημόσια κτήματα, στους αρχαιολογικούς χώρους και σε δάση και αναδασωτέες εκτάσεις εκτός από την επιβολή των ως άνω προστίμων και την κατεδάφιση των αυθαιρέτων, οι μηχανικοί τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Ειδικότερα η ευθύνη αυτή καταλογίζεται στους μηχανικούς ή τεχνικούς που αναλαμβάνουν την εκπόνηση μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της άδειας, εφόσον περιέχονται σε αυτήν στοιχεία ή σχέδια απεικόνισης της υπάρχουσας κατάστασης που παραπλανούν την αρμόδια για τη χορήγηση αδειών πολεοδομική υπηρεσία ή εφόσον αυτή δεν συντάχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την εκπόνησή της ή εφόσον η μελέτη είναι αντίθετη με τα εγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης. Επίσης ευθύνη καταλογίζεται στους μηχανικούς ή τεχνικούς που αναλαμβάνουν την επίβλεψη των εργασιών, εφόσον δεν εφαρμόζουν τις σχετικές μελέτες που έχουν εγκριθεί ή έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες ή εφόσον αναλαμβάνουν την επίβλεψή τους χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες άδειες και οι απαιτούμενες μελέτες. Η ευθύνη του επιβλέποντα υπάρχει για όλο το χρονικό διάστημα της ανέγερσης του κτιρίου, μέχρι τον τελικό έλεγχο από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, εφόσον δεν υποβλήθηκε στην υπηρεσία αυτή ανάκληση της δήλωσης επίβλεψης. Αναφορικά με την πειθαρχική ευθύνη των μηχανικών, η νέα παράγραφος 9 του άρθρου 17 του Ν. 1337/1983, προβλέπει ότι: α) στους μηχανικούς, ανεξάρτητα από την ποινική τους δίωξη, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται προσωρινή ή οριστική αφαίρεση της άδειας άσκησης επαγγέλματος με πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, μέσα σε προθεσμία οκτώ μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης σε αυτήν της παράβασης εκ μέρους της υπηρεσίας που την διαπίστωσε, β) με απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του προϊσταμένου της υπηρεσίας ή του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. που διενήργησε τον έλεγχο, απαγορεύεται έως τρία έτη, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, η υποβολή σχετικής δήλωσης και η εκπόνηση μελέτης ή η επίβλεψη εργασιών δόμησης και ο μηχανικός διαγράφεται από το Μητρώο Μελετητών του άρθρου 4 του Ν. 3164/2003 ή από τα Μητρώα που προβλέπονται στα άρθρα 16 και 17 του Ν. 1418/1984. Σε περίπτωση υποτροπής, η απαγόρευση μπορεί να επιβληθεί έως και για έξι έτη,9 γ) ύστερα από εισήγηση του προϊσταμένου της πολεοδομικής υπηρεσίας ή του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ., που διενήργησε τον έλεγχο, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.5.Ευθύνη Μηχανικών κατά τον Ποινικό Κώδικα.Η παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής προβλέπεται από το άρθρο 286 παρ. 1 ΠΚ, κατά το οποίο όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται παραβίαση κατά την εκπόνηση μελέτης ή κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου έργου ή κατεδάφισης, κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων και πρόκληση από την παραβίαση αυτή κινδύνου για τη ζωή ή υγεία του ανθρώπου. Υποκείμενα του εγκλήματος μπορεί να είναι και οι πολιτικοί μηχανικοί, στις περιπτώσεις στις οποίες παρεμβαίνουν με καθοδηγητικό ρόλο έναντι του εκτελούντος το έργο προσωπικού όπως και οι εκπονούντες τις οικοδομικές μελέτες πολιτικοί μηχανικοί ή αρχιτέκτονες, μετά την τροποποίηση του άρθρου 286 ΠΚ με τη διάταξη του άρθρου 20 § 5 του Ν. 2331/1995. Η συμπεριφορά του δράστη θα πρέπει να αποτελεί «παραβίαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων», δηλαδή, κατά τη νομολογία, εκείνων που εφαρμόζονται από τους απασχολούμενους σε οικοδομικά έργα με την πεποίθηση ότι είναι σωστοί και τηρούνται στην πράξη. Τέτοιοι είναι και οι κανόνες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 1396/1983 για τις υποχρεώσεις λήψης και τήρησης μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και τα λοιπά ιδιωτικά έργα. Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης απαιτείται επιπλέον να έχει προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή ή υγεία του ανθρώπου. Το έγκλημα της παραβίασης κανόνων οικοδομικής τιμωρείται τόσο όταν τελείται με δόλο όσο και όταν τελείται με αμέλεια. Μάλιστα, παρατηρείται εξομοίωση δόλου και αμέλειας στη συγκεκριμένη διάταξη του ΠΚ, αφού ο νομοθέτης αντιμετωπίζει ισότιμα και τα δύο επίπεδα υπαιτιότητας του δράστη. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 286 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 § 5α του Ν. 2331/1995, η παραγραφή της ως άνω πράξεως αρχίζει από την ημέρα επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης. Πρόκειται για θέσπιση ειδικού χρόνου παραγραφής για το έγκλημα της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής, ώστε να μην μένουν ατιμώρητοι εργολάβοι και μηχανικοί, λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής αξιόποινης πράξης τους. Σύμφωνα, όμως με πρόσφατη νομολογία του ΑΠ (2125/2002), η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από τον χρόνο ενέργειας του δράστη, δηλαδή τον χρόνο κατά τον οποίο ο δράστης κατά τη διεύθυνση ή διεξαγωγή του έργου ενήργησε (με δόλο ή αμέλεια) παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες, με συνέπεια να προξενηθεί κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, και όχι ο χρόνος πραγματοποίησης του κινδύνου. Στο άρθρο 434 ΠΚ ρυθμίζεται η πταισματική παράβαση οικοδομικών διατάξεων. Για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος αυτού, δεν απαιτείται να έχει προκύψει κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου. Όταν όμως προκλήθηκε τέτοιος κίνδυνος, το αδίκημα του άρθρου 434 ΠΚ συρρέει φαινομενικά κατ’ ιδέαν με το έγκλημα του άρθρου 286 § 1 ΠΚ, λόγω της επικουρικότητας του πρώτου έναντι του δεύτερου.10 Τέλος, φαινομενική, κατ’ ιδέαν συρροή του εγκλήματος του άρθρου 286 § 1 ΠΚ υπάρχει και με ποινικές διατάξεις ειδικών νόμων, σχετικών με την ασφαλή εκτέλεση οικοδομικών εργασιών (βλ. παραπάνω Ν. 1337/1983), η οποία δεν συναρτάται απαραιτήτως με την επέλευση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου. Δικαιολογητική βάση της συρροής μεταξύ των αδικημάτων αυτών είναι η ενσωμάτωση στο άρθρο 286 ΠΚ, επιπλέον της απαξίας της παραβίασης οικοδομικών κανόνων, και του επιπρόσθετου όρου της πραγμάτωσης κινδύνου για τον άνθρωπο.11
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.