Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Απόφαση Αρείου Πάγου 1840/2011 με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης απόφασης Εφετείου.

Ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη.

Ευθύνη από εργατικό ατύχηµα, εργολάβου, επιβλέποντος µηχανικού και ιδιοκτητών οικοδοµής. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1840/2011 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όµως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και µάλιστα το δικαίωµα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη. Ο εργολάβος, ως εργοδότης του παθόντος, ευθύνεται γιατί, από αµέλειά του παρέλειψε να λάβει τα µέτρα ασφαλείας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, 45, 47, 102, 104 και 111 π.δ 1073/1981, 8 παρ. 1δ π.δ 305/1996 και 5 ν. 1396/1983 και δη α) να φροντίσει για την ασφαλή και καλή λειτουργία, καθώς και την ορθή συντήρηση του µηχανήµατος τροφοδοσίας ασβεστοκονιάµατος, που χρησιµοποιούσε στο εργοτάξιο της ανεγειροµένης οικοδοµής για την εκτέλεση του έργου των επιχρισµάτων και β) να εφοδιάσει τον παθόντα µε ατοµικά µέσα προστασίας, ειδικότερα µε προστατευτικά οµµατοϋάλια, προσαρµοσµένα στα ανθρωποµετρικά στοιχεία και τις ατοµικές αναλογίες του. Ο επιβλέπων µηχανικός ευθύνεται, γιατί δεν άσκησε κατά την εκτέλεση των επιχρισµάτων τα επιβαλλόµενα σ' αυτόν από το νόµο καθήκοντα, συστήνοντας στον εργολάβο και τους απασχολούµενους απ' αυτόν, να τηρήσουν τα προβλεπόµενα µέτρα ασφαλείας, ενηµερώνοντας παράλληλα προς τούτο τους ιδιοκτήτες της οικοδοµής, που είχαν την ίδια υποχρέωση γι' αυτά, ενέργειες οι οποίες θα συνέβαλαν στην αποτροπή του ατυχήµατος, τις οποίες όµως παρέλειψε από αµέλειά του. Οι ιδιοκτήτες της οικοδοµής ευθύνονται, γιατί είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους την διεύθυνση και επιστασία του έργου, προστήσαντες στην υπηρεσία τους τον εργολάβο, στον οποίο ανέθεσαν τις εργασίες επιχρισµάτων της ανεγειρόµενης οικοδοµής τους, που τις εκτέλεσε µε δικά του µέσα και προσωπικό της επιλογής του, υπό τις γενικού περιεχοµένου, δεσµευτικές όµως οδηγίες τους, ως προς τον τόπο και χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, κυρίως δε ως προς την τήρηση των µέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος µηχανικού, επίσης προστηθέντος από αυτούς, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασµό τους. Οι ιδιοκτήτες της οικοδοµής ευθύνονται επίσης, γιατί από αµέλειά τους παρέλειψαν, να ενηµερώσουν εγγράφως τον επιβλέποντα πολιτικό µηχανικό, για το γεγονός ότι µετά το πέρας των εργασιών της τοιχοποιίας, οπότε διεκόπη προσωρινά η κατασκευή του ως άνω έργου, ανέθεσαν τις εργασίες των επιχρισµάτων σε άλλον εργολάβο και ξεκίνησαν αυτές, έτσι ώστε ο επιβλέπων µηχανικός να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του για την λήψη και τήρηση τα προβλεποµένων µέτρων ασφαλείας.1 / 10 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1840/2011, Α1' Πολιτικό Τµήµα Συγκροτήθηκε από τους ∆ικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυοµένου του Αντιπροέδρου Εµµανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, ∆ηµήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δηµόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεµβρίου 2011, µε την παρουσία και της Γραµµατέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση µεταξύ ….. Η ένδικη διαφορά άρχισε µε την από 27.3.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονοµελές Πρωτοδικείο……..Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …….οριστική του ιδίου δικαστηρίου και …….του Τριµελούς Εφετείου….. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες µε την από 10.6.2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σηµειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 7 Νοεµβρίου 2011 έκθεσή του, µε την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ∆, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί, αλλά δεν λάβει µέρος σ' αυτήν µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν η κλήση επιδόθηκε νοµότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειµένη περίπτωση, από την επικαλούµενη και προσκοµιζόµενη υπ' αριθ…..έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιµελήτριας….προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόµενης αίτησης αναίρεσης, µε πράξη ορισµού δικασίµου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή προς συζήτηση για τη δικάσιµο που αναφέρεται στην αρχή της (21-11-2011), επιδόθηκε, νοµίµως και εµπροθέσµως, µε την επιµέλεια των αναιρεσειόντων, στον αναιρεσίβλητο…..του…..και της…… Eποµένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιµο, αυτός δεν εµφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολ∆ δήλωση µη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύµφωνα µε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολ∆. Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε µε το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και µετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο2 / 10 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηµατική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήµατος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχηµα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζηµίωση µόνο όταν το ατύχηµα µπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόµων, διαταγµάτων ή κανονισµών για τους όρους ασφαλείας των εργαζοµένων και εξαιτίας της µη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζηµιώσεως για περιουσιακή ζηµία και όχι στη χρηµατική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόµο και εφαρµόζονται γι' αυτή µόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Εποµένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχηµα χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήµατος πταίσµα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, µε την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αµέλεια αυτών και όχι µόνο η ειδική αµέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1168/2007, 412/2008, 1380/2001, 1185/1993). Πταίσµα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν µπορεί να θεµελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόµων, διαταγµάτων ή κανονισµών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωµατικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζοµένων, σύµφωνα µε τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, είτε η τήρηση των µέτρων αυτών από τον εργοδότη, επιβάλλεται από τους παραπάνω νόµους, διατάγµατα ή κανονισµούς που προβλέπουν τα µέτρα αυτά. Τέτοια γενικά µέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται µε το ν. 1586/85 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζοµένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρµόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκµεταλλεύσεις και εργασίες, ορίζεται δε στο άρθρο 32 του νόµου αυτού µεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαµβάνει κάθε µέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόµενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που µπορεί να απειλήσει την υγεία του ή τη σωµατική του ακεραιότητα. Ειδικότερα µέτρα ασφαλείας για τα οικοδοµικά έργα καθορίζονται στο Ν. 1396/1983 "περί µέτρων ασφαλείας σε οικοδοµές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", στο άρθρο 4 παρ. 1 του οποίου ορίζεται ότι "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωµένος να λαµβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τµήµατος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα µέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τµήµατα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόµου, για την εφαρµογή των διατάξεων του νόµου αυτού θεωρείται "... 3. Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νοµέας ή ο κάτοχος του ακίνητου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασµό του, τεχνικό έργο...". Τέλος, µε το Π.∆. 1073/1981 "περί µέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδοµών και πάσης φύσεως έργων αρµοδιότητος πολιτικού µηχανικού", προβλέπονται τα µέτρα ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση οικοδοµικών εργασιών και ειδικότερα, στο άρθρο 45 αυτού προσδιορίζονται οι προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα µηχανήµατα, συσκευές, εργαλεία κλπ, που χρησιµοποιούνται στα εργοτάξια, ενώ στο άρθρο 104 ορίζεται ότι "εις εργασίας, αι οποίαι, 3 / 10 είναι δυνατόν να προκαλέσουν βλάβας οφθαλµών ως π.χ. κατεδαφίσεις, συγκολλήσεις, τρόχισµα, κοπή κεφαλών ήλων, τεµαχισµός λίθων, εκκένωσιν ή µετάγγισιν οξέων ή αλκαλίων κ.λ.π. διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον κατάλληλα µέσα προστασίας π.χ. οµατοϋάλια, προσωπίδες, ασπίδα κ.α.". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε µια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζηµία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνοµα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισµός, χρησιµοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή µεµονωµένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελµατικών, οικονοµικών ή άλλων συµφερόντων του πρώτου (προστήσαντος). Για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάµεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να µπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 προκύπτει, ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όµως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και µάλιστα το δικαίωµα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 52/2010, 1421/2008, 1168/2007, 1210/2006). Εποµένως, για τη θεµελίωση αξίωσης χρηµατικής ικανοποιήσεως, κατά του υπαιτίου του ατυχήµατος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος µε σύµβαση µισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχηµα, αναγκαία προϋπόθεση είναι, ο εργοδότης, να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο. Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολ∆, αναίρεση επιτρέπεται µόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρµοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγµατικές προϋποθέσεις για την εφαρµογή του, ή αν εφαρµοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρµοστεί εσφαλµένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε µε ψευδή ερµηνεία, είτε µε κακή εφαρµογή, δηλαδή µε εσφαλµένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ∆ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλµατα του δικαστηρίου κατά την εκτίµηση του νόµω βάσιµου της αγωγής ή των ισχυρισµών των διαδίκων, καθώς και τα νοµικά σφάλµατα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως µη νόµιµη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόµιµη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ∆, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόµιµη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήµατα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγµατος προκύπτει ότι ο προβλεπόµενος απ' αυτή 4 / 10 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νοµικού συλλογισµού δεν εκτίθενται καθόλου πραγµατικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέµενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγµατικού του εφαρµοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννοµης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν µεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). ∆εν υπάρχει όµως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόµο δε αναγκαίο περιεχόµενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρµοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγµατικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισµα, και να µην καταλείπονται αµφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόµενες µόνο στην ανάλυση και στάθµιση των αποδεικτικών µέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσµατος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). ∆ηλαδή, µόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήµατα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται µε την εκτίµηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαµορφώνεται το αποδεικτικό πόρισµα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώµενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολ∆ να επιδέχεται αυτή µοµφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δηµιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθµού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολ∆ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα µη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισµούς επιχειρήµατα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολ∆ προκύπτει ότι η εκτίµηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγµατικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν µε αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίµησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθµούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολ∆, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχοµένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καµία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Στην προκείµενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγµάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ∆), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγµατικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: "Οι τρίτος και τέταρτη εναγόµενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες,….και……αντίστοιχα (αναιρεσείοντες), συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, οικοπέδου επί της συµβολής των οδών….και…., στη περιοχή του ∆ήµου...., το έτος 2003 κατασκεύαζαν επί του ως άνω ακινήτου τους διώροφη οικοδοµή µε πυλωτή και υπόγειο, σύµφωνα µε την υπ' αριθ…..άδεια του Πολεοδοµικού Γραφείου του ∆ήµου…., που εκδόθηκε ύστερα από την υποβολή της από 31-12-2001 σχετικής αιτήσεώς τους, στην οποία είχαν επισυνάψει τις µελέτες και τα εκ του νόµου απαιτούµενα δικαιολογητικά, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους την διεύθυνση και εποπτεία εκτελέσεως του συνολικού έργου, ρυθµίζοντας κατά τη βούλησή τους, ως προς τον τρόπο και το χρόνο, τη διεξαγωγή των αναγκαίων εργασιών. Συγκεκριµένα δεν ανέθεσαν τη γενική κατασκευή ή επιστασία του παραπάνω έργου σε έναν συγκεκριµένο εργολάβο-κατασκευαστή, αλλά ανέθεσαν τις κάθε είδους εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής της παραπάνω οικοδοµής (εκσκαφές, θεµέλια, σκυροδέτηση 5 / 10 οπλισµένων σκυροδεµάτων, τοιχοποιία, στέγη, επιχρίσµατα, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις κ.λ.π.) µε επί µέρους συµβάσεις έργου που κατάρτιζαν µε τους εκάστοτε εργολάβους που επέλεγαν, την επίβλεψη δε εφαρµογής της µελέτης που εκπονήθηκε και την τήρηση των µέτρων ασφαλείας που προβλέφθηκαν για την εκτέλεση του παραπάνω έργου ανέθεσαν, έναντι αµοιβής, στο δεύτερο εναγόµενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα,…., πολιτικό µηχανικό (δεν είναι πλέον διάδικος), ο οποίος µάλιστα αποδέχεται ότι επέβλεψε τις εργασίες κατασκευής της άνω οικοδοµής µέχρι την περάτωση του σταδίου της τοιχοποιίας. Π εραιτέρω αποδείχθηκε ότι τις εργασίες επιχρισµάτων της ως άνω ανεγειρόµενης οικοδοµής τους οι τρίτος και τέταρτη εναγόµενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες ανέθεσαν, τον Ιούνιο του έτους 2003, στον πρώτο εναγόµενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα,…..(δεν είναι πλέον διάδικος), ειδικότερα δε κατήρτισαν προφορική σύµβαση έργου µε τον τελευταίο, σύµφωνα µε την οποία αυτός, χρησιµοποιώντας δικά του µέσα και απασχολώντας εργατοτεχνικό προσωπικό της επιλογής του, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αµοιβής του, να κατασκευάσει τα επιχρίσµατα της παραπάνω υπό ανέγερση οικοδοµής τους. Πράγµατι ο ανωτέρω εργολάβος ξεκίνησε τις εργασίες επιχρισµάτων στην ως άνω ανεγειρόµενη οικοδοµή των τρίτου και τέταρτης εναγοµένων, απασχολώντας και τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), ….τον οποίο είχε προσλάβει από το έτος 2001, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, αορίστου χρόνου, προκειµένου να τον απασχολεί ως ανειδίκευτο εργάτη στο συνεργείο επιχρισµάτων που διατηρούσε, αντί του εκάστοτε ισχύοντος ελάχιστου ηµεροµισθίου. Στις 26 Ιουνίου 2003, κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασιών επιχρισµάτων από το συνεργείο του εναγοµένου εργολάβου στην άνω οικοδοµή των τρίτου και τέταρτης των εναγοµένων, στο οποίο απασχολείτο ο ενάγων ως ανειδίκευτος εργάτης, ανατέθηκε στον τελευταίο από τον εργοδότη του, δηλαδή τον εναγόµενο εργολάβο, η εργασία παρασκευής ασβεστοκονιάµατος, το οποίο είναι µείγµα αποτελούµενο από ασβέστη, άµµο και τσιµέντο, σε πετρελαιοκίνητο µηχάνηµα ιδιοκτησίας του. Συγκεκριµένα το µηχάνηµα αυτό, στο οποίο αναµειγνύονταν τα ως άνω δοµικά υλικά µε νερό, διοχέτευε το παρασκεύασµα µε την πίεση αέρα, µέσω ελαστικού αγωγού, διαµέτρου έξι εκατοστών του µέτρου (6 cm) περίπου, σε όροφο της οικοδοµής, όπου άλλος εργαζόµενος, τεχνίτης του ίδιου συνεργείου, πραγµατοποιούσε τις επιχρίσεις των επιφανειών, που έπρεπε να καλυφθούν, µε την εκτόξευση του παραπάνω παρασκευάσµατος. Περί ώρα 07.30 της 26-6-2003, ο ως άνω ελαστικός αγωγός, µέσω του οποίου µεταφερόταν υπό πίεση αέρα το παρασκευαζόµενο ασβεστοκονίαµα στους ορόφους της παραπάνω οικοδοµής, σε ύψος ενός περίπου µέτρου από τη σύνδεσή του µε το µηχάνηµα παρασκευής του ασβεστοκονιάµατος, διερράγη, εκτοξεύοντας µε δύναµη το ασβεστοκονίαµα στο πρόσωπο και τους οφθαλµούς του ενάγοντος, ο οποίος στεκόταν πλησίον αυτού και δεν έφερε προστατευτικά οµµατοϋάλια, µε αποτέλεσµα να τραυµατισθεί σοβαρά, συγκεκριµένα δε να υποστεί χηµικό έγκαυµα κερατοειδούς τετάρτου βαθµού και στους δύο οφθαλµούς του, όπως διαπιστώθηκε στο Πανεπιστηµιακό Γενικό Νοσοκοµείο Αλεξανδρούπολης, όπου µεταφέρθηκε προς νοσηλεία αµέσως µετά το προαναφερόµενο ατύχηµα, το οποίο, σύµφωνα µε όσα έχουν αναπτυχθεί στη µείζονα πρόταση της αποφάσεως, σε συνδυασµό µε τα παραπάνω πραγµατικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, είναι εργατικό, καθόσον πρόκειται για ένα βίαιο γεγονός, που συνέβη κατά την εκτέλεση και µε αφορµή την προαναφερθείσα εργασία που εκτελούσε αυτός (ενάγων). Το ως άνω εργατικό ατύχηµα οφείλεται στο ότι ο ελαστικός αγωγός, µέσω του οποίου µεταφέρονταν, υπό πίεση αέρος, το ασβεστοκονίαµα από το µηχάνηµα παρασκευής στους ορόφους, για την πραγµατοποίηση των επιχρισµάτων, µε εκτόξευσή του, στις επιφάνειες που έπρεπε να καλυφθούν, από άλλον εργαζόµενο του ίδιου συνεργείου, έφραξε από στερεοποιηµένο τεµάχιο του µείγµατος, σε συνδυασµό µε το ότι δεν λειτουργούσε το σύστηµα αυτόµατης απενεργοποίησης του παραπάνω µηχανήµατος, µε αποτέλεσµα να αυξηθεί η πίεση του παρεχοµένου αέρα στο εσωτερικό των τοιχωµάτων του, τα οποία ήταν φθαρµένα, ως εκ τούτου δε να µην παρουσιάσουν την αναµενόµενη αντοχή….".∆έχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι ο δεύτερος εναγόµενος….επιβλέπων µηχανικός για την εκτέλεση των οικοδοµικών εργασιών κατασκευής της ίδιας παραπάνω οικοδοµής, καθώς και οι τρίτος και τέταρτη των εναγοµένων, ιδιοκτήτες της άνω υπό ανέγερση οικοδοµής, δεν βρισκόταν σ' αυτήν κατά το χρόνο που συνέβη το παραπάνω ατύχηµα, προκειµένου 6 / 10 να λάβουν τα αναγκαία µέτρα ασφαλείας και να ελέγχουν διαρκώς την τήρηση αυτών όπως είχαν υποχρέωση (άρθρο 111 Π∆ 1073/1981), ούτε δε όρισαν κάποιον να ασκεί αντ' αυτών τα ως άνω καθήκοντα. Με βάση δε τα παραπάνω πραγµατικά περιστατικά, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι υπαίτιοι για την επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήµατος είναι όλοι οι εναγόµενοι (εργολάβος, επιβλέπων µηχανικός και ιδιοκτήτες της υπό ανέγερση οικοδοµής), της υπαιτιότητας τους συνισταµένης στην αµέλεια που επέδειξαν. Ειδικότερα, για τον εναγόµενο εργολάβο δέχεται ότι, ως εργοδότης του παθόντος, από αµέλειά του παρέλειψε να λάβει τα µέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 του Α.Κ., 45, 47, 102, 104 και 111 του Π∆ 1073/1981, 8 παρ. 1δ του Π∆ 305/1996 και 5 του Ν. 1396/1983 και συγκεκριµένα παρέλειψε α) να φροντίσει για την ασφαλή και καλή λειτουργία, καθώς και την ορθή συντήρηση του ως άνω µηχανήµατος τροφοδοσίας ασβεστοκονιάµατος που χρησιµοποιούσε στο εργοτάξιο της ως άνω ανεγειρόµενης οικοδοµής για την εκτέλεση του έργου των επιχρισµάτων της που του ανέθεσαν οι εναγόµενοι ιδιοκτήτες της και β) να εφοδιάσει τον ενάγοντα (παθόντα), κατά την προσφορά της εργασίας του τελευταίου, µε ατοµικά µέσα προστασίας, ειδικότερα δε µε προστατευτικά οµµατοϋάλια, προσαρµοσµένα στα ανθρωποµετρικά στοιχεία και τις ατοµικές αναλογίες του, µολονότι ανέθεσε σ' αυτόν την εκτέλεση εργασίας που µπορούσε να προκαλέσει βλάβες στους οφθαλµούς και γενικότερα εγκαύµατα, και ότι η αµελής αυτή συµπεριφορά του, συνδέεται αιτιωδώς προς το επελθόν αποτέλεσµα, αφού η πρόκληση του ως άνω εργατικού ατυχήµατος θα µπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν τηρούσε τις επιβαλλόµενες από το νόµο υποχρεώσεις του, ή θα ήσαν ασήµαντες οι συνέπειές του. Εξάλλου, ως προς τον εναγόµενο επιβλέποντα πολιτικό µηχανικό δέχεται, ότι η αµέλειά του συνίσταται στο ότι, υπό την παραπάνω ιδιότητά του, δεν άσκησε και κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών στην οικοδοµή (επιχρίσµατα), τα επιβαλλόµενα σ' αυτόν από το νόµο καθήκοντα, συστήνοντας στον εργολάβο και τους απασχολούµενους απ' αυτόν να τηρήσουν τα πιο πάνω µέτρα ασφαλείας και ενηµερώνοντας παράλληλα προς τούτο τους ιδιοκτήτες της οικοδοµής, που είχαν την ίδια υποχρέωση, γι' αυτά, ενέργειες οι οποίες θα συνέβαλαν στην αποτροπή του ατυχήµατος, τις οποίες όµως παρέλειψε από αµέλειά του, µε αποτέλεσµα η συµπεριφορά του αυτή να συντελέσει στην επέλευση του τελευταίου (άρθρα 6 και 7 Ν. 1369/1983, 102, 104 του Π∆ 1073/1981, 3 και 4 Π∆ 305/1996). Τέλος, αναφορικά µε τους εναγόµενους ιδιοκτήτες της οικοδοµής (αναιρεσείοντες), δέχεται τα εξής: Για το παραπάνω εργατικό ατύχηµα ευθύνονται και οι τρίτος και τέταρτη εναγόµενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες, συγκύριοι του παραπάνω έργου, οι οποίοι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επιστασία του, ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους τον πρώτο εναγόµενο, ως εργολάβο, στον οποίο ανέθεσαν τις εργασίες επιχρισµάτων της παραπάνω ανεγειρόµενης οικοδοµής τους, που τις εκτέλεσε µε δικά του µέσα και προσωπικό της επιλογής του, υπό τις γενικού περιεχοµένου, δεσµευτικές όµως, οδηγίες τους ως προς τον τόπο και χρόνο εκτελέσεως αυτών (εργασιών), κυρίως δε ως προς την τήρηση των µέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος µηχανικού, δεύτερου εναγοµένου, επίσης προστηθέντος από αυτούς, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασµό τους. Περαιτέρω δε οι τρίτος και τέταρτη εναγόµενοι, φέρουν ευθύνη και ως υπαίτιοι στην επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήµατος διότι από αµέλειά τους παρέλειψαν να ενηµερώσουν εγγράφως τον επιβλέποντα πολιτικό µηχανικό, στον οποίο είχαν αναθέσει την εποπτεία τήρησης των µέτρων ασφαλείας, το γεγονός ότι µετά το πέρας των εργασιών της τοιχοποιίας, οπότε διεκόπη προσωρινά η κατασκευή του ως άνω έργου, ανέθεσαν τις εργασίες των επιχρισµάτων στον εναγόµενο εργολάβο και ξεκίνησαν αυτές, προκειµένου ο ως άνω επιβλέπων µηχανικός να αναλάβει τα καθήκοντά του, περαιτέρω δε παρέλειψαν να µεριµνήσουν για τη λήψη των αναγκαίων 7 / 10 µέτρων ασφαλείας, ενώ όφειλαν και µπορούσαν να προβούν στις αντίστοιχες ενέργειες (άρθρα 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, 102 και 104 του Π.∆. 1073/1981 και 3 του Π.∆. 305/1996). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε, µε την προσβαλλόµενη απόφαση την έφεση των αναιρεσειόντων, καθώς και τις συνεκδικασθείσες µε αυτήν εφέσεις των συνεναγοµένων τους (πρώτου και δεύτερου των εναγοµένων), περαιτέρω δε, µετά την παραδοχή, της επίσης συνεκδικασθείσης έφεσης του ενάγοντος, µε την οποία παραπονείτο ως προς το ύψος της επιδικασθείσης σ' αυτόν χρηµατικής ικανοποίησης, και την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθµίου ∆ικαστηρίου, έκανε εν µέρει δεκτή την αγωγή, και υποχρέωσε, εκτός των άλλων, και τους αναιρεσείοντες, στην καταβολή εις ολόκληρον, µετά των συνεναγοµένων τους, στον ενάγοντα, του ποσού των 105.000 ευρώ, ως εύλογη χρηµατική ικανοποίηση, συνεπεία της αδικοπραξίας τους, ως συγκυρίων της ανεγειρόµενης οικοδοµής, στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήµατος, που είχε ως επακόλουθο τον σοβαρό τραυµατισµό αυτού (ενάγοντος), καθώς επίσης και της ευθύνης τους, από την πρόστηση του συνεναγοµένου τους εργολάβου στην εκτέλεση του έργου των επιχρισµάτων στην εν λόγω οικοδοµή, ως προς το οποίο είχαν διατηρήσει τη διεύθυνση και επίβλεψη, καθόσον και ο τελευταίος (εργολάβος), τέλεσε την ίδια µε αυτούς αδικοπραξία, που είχε το προρρηθέν αποτέλεσµα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιµα ζητήµατα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εργατικού ατυχήµατος και της πρόστησης εκ µέρους τους του εναγοµένου εργολάβου στην εκτέλεση του έργου των επιχρισµάτων στην επίδικη οικοδοµή της συγκυριότητος τους, για το οποίο είχαν επιφυλάξει τη διεύθυνση και επίβλεψη, απορρίπτοντας παράλληλα τους αντίθετους ως προς αυτά ισχυρισµούς τους, ορθά ερµήνευσε και εφάρµοσε και δεν παραβίασε τις εφαρµοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914, 922,926, 932, 662 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, 104 και 111 του Π∆ 1073/1981 και 32 του Ν. 1568/1985, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόµενα ως αποδειχθέντα πραγµατικά περιστατικά, πληρούν το πραγµατικό των νοµικών εννοιών της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, ως προς την παράλειψη αυτών να λάβουν τα προαναφερόµενα µέτρα ασφαλείας που επιβάλλονταν και για τους ίδιους από τις προαναφερόµενες νοµικές διατάξεις, µετά από ενηµέρωσή τους, ως προς τα µέτρα αυτά, από τον επιβλέποντα το έργο µηχανικό τους, καθώς και εκείνης της πρόστησης, εφόσον υφίσταται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόµενης απόφασης, η αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση, της επιφύλαξης δηλαδή για τον εαυτό τους της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου, στοιχείο το οποίο συνιστά την ιδιότητα του εργοδότη, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο. Εποµένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες µε τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόµενη απόφαση η πληµµέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολ∆ είναι αβάσιµα. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόµενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισµα, προκύπτει ότι έχει νόµιµη βάση και δη την απαιτούµενη αιτιολογία, αναφορικά µε το κρίσιµο ζήτηµα της πρόστησης του εργολάβου στην επί µέρους εργασία των επιχρισµάτων της ανεγειρόµενης οικοδοµής, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και µε πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγµατικό των εφαρµοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 922 του ΑΚ, 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 και 111 του Π∆ 1073/1981, τις οποίες η προσβαλλόµενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου µε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, µε πληρότητα και σαφήνεια αναφέρεται στην προσβαλλόµενη απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες, συγκύριοι της ανεγειρόµενης οικοδοµής, επεφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και ως προς την επί µέρους εργασία των 8 / 10 επιχρισµάτων, γεγονός που τους καθιστά προστήσαντες, έναντι του υπαίτιου του εργατικού ατυχήµατος εργολάβου, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόµενης απόφασης, δεν ανέθεσαν τη γενική κατασκευή ή επιστασία του παραπάνω έργου σε έναν συγκεκριµένο εργολάβο-κατασκευαστή, αλλά ανέθεταν τις κάθε είδους εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής της παραπάνω οικοδοµής, µε επί µέρους συµβάσεις έργου που κατήρτιζαν µε τους εκάστοτε εργολάβους που επέλεγαν, στα πλαίσια δε αυτά ανέθεσαν στον…..µε προφορική σύµβαση έργου τις εργασίες των επιχρισµάτων, υπό τις γενικού περιεχοµένου, δεσµευτικές όµως, οδηγίες τους ως προς τον τόπο και χρόνο εκτελέσεως αυτών (εργασιών), κυρίως δε ως προς την τήρηση των µέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος µηχανικού, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασµό τους. Εποµένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες µε τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο µέρος του, µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόµενη απόφαση η πληµµέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολ∆ είναι αβάσιµα. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο µέρος του περιλαµβανόµενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολ∆, ότι υπάρχει έλλειψη νόµιµης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόµενης απόφασης, σχετικά µε την εκτίµηση των αποδείξεων, που αφορά το ίδιο πιο πάνω αναφερόµενο κρίσιµο ζήτηµα περί του κατά πόσον δηλαδή οι αναιρεσείοντες επεφύλαξαν για τον εαυτό τους την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου της ανεγειρόµενης οικοδοµής και ως προς τις επί µέρους εργασίες των επιχρισµάτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήµατα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση µε το τελικό αποδεικτικό πόρισµα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση µε το ότι διατήρησαν για τον εαυτό τους τέτοιο δικαίωµα επιφύλαξης κατά την ανάθεση του τµήµατος αυτού του έργου της ανεγειρόµενης οικοδοµής τους, καθόσον αυτό δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ καµία ευθεία σχέση δεν είχαν µε τον παθόντα εργαζόµενο (ενάγοντα), ούτε υπέδειξαν σ' αυτόν τον τρόπο εργασίας του, ούτε γνώριζαν τον τρόπο λειτουργίας του µηχανήµατος που χειριζόταν, αλλά όλα τα ανωτέρω ήταν στην ευθύνη του εργολάβου στον οποίο ανέθεσαν το συγκεκριµένο έργο και ο οποίος άλλωστε διώχτηκε ποινικά για τον τραυµατισµό του ενάγοντος, κρίνεται ως αβάσιµος, αφού κατά τα προεκτιθέµενα, το από τις αποδείξεις πόρισµα εκτίθεται µε σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόµενη απόφαση, µε τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχοµένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολ∆, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, µέσω των προαναφερόµενων επιχειρηµάτων των αναιρεσείοντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολ∆ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο δέχθηκε πράγµατα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός (κατά το δεύτερο σκέλος του) δεν δηµιουργείται όταν σύµφωνα µε το νόµο το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη µε παρεµπίπτουσα απόφασή του, αλλ' αποφαίνεται αµέσως επί της υποθέσεως µετά από εκτίµηση των στοιχείων της δικογραφίας (Ολ.ΑΠ 12/1991). Τέτοια απόδειξη δεν είναι υποχρεωµένο το δικαστήριο να διατάξει προκειµένου για υπόθεση που δικάζεται κατά την εργατική διαδικασία (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολ∆), ενόψει της διατάξεως του άρθρου 670 ΚΠολ∆, κατά την οποία οι "διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους µέσα". Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο µέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλοµένη απόφαση 9 / 10 δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη πράγµα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι οι αναιρεσείοντες (τρίτος και τέταρτη των εναγοµένων), οι οποίοι υπό την ιδιότητά τους ως κυρίων της οικοδοµής, ανέθεσαν την κατασκευή των επιχρισµάτων στον συνεναγόµενό τους…..µε προφορική σύµβαση έργου, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους το δικαίωµα διεύθυνσης και επίβλεψης της εργασίας κατασκευής των επιχρισµάτων, ούτε διέταξε αποδείξεις αναφορικά µε το περιστατικό αυτό. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιµος καθόσον, όπως από την ίδια την προσβαλλόµενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο για να καταλήξει στις εις αυτήν παραδοχές έλαβε υπόψη όλα τα προσκοµισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Κατά το δεύτερο δε σκέλος του ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ήταν υποχρεωµένο το Εφετείο, δικάζοντας την επίδικη υπόθεση κατά την εργατική διαδικασία, να διατάξει αποδείξεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.10 / 10
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.