Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2022

Το σώμα των οχυρωματοποιών που επανδρώθηκε από Έλληνες κυρίως μηχανικούς και η Στρατιωτική Σχολή αποτέλεσαν το φυτώριο απ' όπου ξεπήδησαν όλοι σχεδόν οι νεώτεροι μηχανικοί που ασχολήθηκαν με στρατιωτικά, δημόσια και ιδιωτικά τεχνικά έργα μέχρι το 1887 οπότε ιδρύεται το Σχολείο των Βιομηχανικών Τεχνών.

Ερευνα της κ. Μ. Καρδαμίτση - Αδάμη, Αρχιτέκτονος, ομότιμης καθ. ΕΜΠ, που δημοσιεύθηκε στα ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ του 1988

Οι Πρώτοι Έλληνες Μηχανικοί Καινούργια Στοιχεία για το Σώμα των Οχυρωματοποιών και τους έξι Μηχανικούς που το επάνδρωσαν ΜΑΡΩ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΗ - ΑΔΑΜΗ, Αρχιτέκτων Μηχανικός1Περίληψη Η συμβολή του Καποδίστρια στην ανοικοδόμηση της νεώτερης Ελλάδας είναι σήμερα γενικά αποδεκτή. Το σώμα των οχυρωματοποιών που επανδρώθηκε από Έλληνες, κυρίως, μηχανικούς και η Στρατιωτική Σχολή αποτέλεσε το φυτώριο απ’ όπου ξεπήδησαν όλοι σχεδόν οι νεώτεροι μηχανικοί που ασχολήθηκαν με στρατιωτικά, δημόσια και ιδιωτικά τεχνικά έργα μέχρι το 1887, οπότε ιδρύεται το Σχολείο των Βιομηχανικών Τεχνών, η πρώτη πανεπιστημιακού επιπέδου τεχνική σχολή της Ελλάδας. Στο άρθρο αυτό περιλαμβάνονται τα σχετικά έγγραφα με την οργάνωση της Στρατιωτικής Σχολής Ναυπλίου, καθώς και τα βιογραφικά των πρώτων μηχανικών που επάνδρωσαν το σώμα. Τα έγγραφα αυτά βρέθηκαν στο Αρχείο Ιονίου Γερουσίας της Κέρκυρας και δημοσιεύονται για πρώτη φορά.Η εργασία αυτή έχει δημοσιευθεί στα ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ του 1988, Τόμος 8, Τεύχος 4Είναι σήμερα γενικά παραδεκτό ότι η πολεοδομία και η αρχιτεκτονική της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων χρόνων της Βασιλείας του Όθωνα αποτελούν δύο πολύ σημαντικά κεφάλαια της πολιτιστικής ιστορίας του τόπου μας. Και τούτο γιατί τα έργα τους, ανεξάρτητα από την πολεοδομική η αρχιτεκτονική τους αξία αυτή καθ' εαυτή, καθόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δημιουργία και τη μορφή των πόλεων της Νεώτερης Ελλάδας. Η αρχιτεκτονική υποδομή της χώρας, αντίθετα ίσως από την άποψη που είναι περισσότερο διαδεδομένη, παρακολουθούσε, μέσα στα πλαίσια πάντα της παράδοσης και του φυσικού και πολιτιστικού της περιβάλλοντος, τις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις του καιρού της. Η τελευταία περίοδος που προηγήθηκε της επανάστασης ήταν για τους Έλληνες μια από τις πιο εύρωστες περιόδους της τουρκοκρατίας και έχει να επιδείξει αξιόλογα αρχιτεκτονικά έργα, αρχοντικά, αστικές κατοικίες, εκκλησίες, αλλά και ενδιαφέροντα απλά λαϊκά σπίτια. Φυσικά στη διάρκεια του αγώνα η οικοδομική δραστηριότητα σταματά. Πόλεις ολόκληρες καίγονται και κατεδαφίζονται. Όταν λοιπόν τον Ιανουάριο του 1828 ο Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα, η έκταση της φθοράς και των ερειπίων ήταν τρομακτική. Σε πολλές πόλεις λείπαν ακόμα και τα πιο αναγκαία κτίρια (1,2). 1Η κ. Μάρω Καρδαμίτση - Αδάμη, είναι Αρχιτέκτων, ομότιμη καθηγήτρια του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με γνωστικό αντικείμενο "αρχειακή τεκμηρίωση και αρχιτεκτονική σύνθεση", γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Από το 1974 και μέχρι το 2009 δίδαξε στο ΕΜΠ σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο (προστασία μνημείων-συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων και συνόλων), καθώς και σε μεταπτυχιακά σεμινάρια άλλων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων σε θέματα σχετικά με την πολιτιστική μας κληρονομιά και την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση. Είναι υπεύθυνη των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική και σε θέματα προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.1 / 14 Μέσα σ' αυτό το χάος, ο Καποδίστριας αναλαμβάνει να δημιουργήσει το νέο κράτος. Η περίοδος που διακυβέρνησε τη χώρα, αν και σύντομη, αποτελεί ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην πορεία της νεώτερης ελληνικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, που φανερώνει ένα πνεύμα λιτό και αυστηρό, διαφορετικό από αυτό που επικράτησε μετά την άφιξη του Όθωνα και των Βαυαρών. Πνευματική και πολιτική φυσιογνωμία της εποχής του ο Καποδίστριας, είχε σαφή και ξεκαθαρισμένη άποψη για τον τρόπο οργάνωσης της χώρας που συνοψίζεται με τη φράση "εις δεινά ελληνικά, θεραπεία Ελληνική". Κάτω από αυτή τη γενική θεώρηση επιχειρεί από τις πρώτες κιόλας μέρες της άφιξης του στην Ελλάδα την ανοικοδόμηση της. Από τις πρώτες φροντίδες του είναι ο σχεδιασμός των νέων πόλεων, η δημιουργία των απαραίτητων δικτύων υποδομής (υπόνομοι - υδραγωγεία κλπ.), η διάνοιξη δρόμων για την επικοινωνία των πόλεων μεταξύ τους, η κατασκευή λιμενικών έργων, η επισκευή των φρουρίων και των άλλων οχυρωματικών έργων, η ανέγερση δημοσίων καταστημάτων (διοικητήρια, σχολεία, στρατώνες, λοιμοκαθαρτήρια, κλπ.). Για το σκοπό αυτό προσπάθησε να συγκροτήσει ένα επιτελείο από ειδικά εκπαιδευμένους πολεοδόμους, γεωδαίτες, αρχιτέκτονες, μηχανικούς Έλληνες και ξένους. Παράλληλα, εκδίδει Διατάγματα και Ψηφίσματα, Εγκυκλίους, Διακηρύξεις και Οδηγίες. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1828 ο Ελβετός φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Καποδίστρια De Vaud είχε ζητήσει από τον .Επτανήσιο υπάλληλο του γαλλικού Υπουργείου Πολέμου κόμη Νικ. Λοβέρδο, να του βρει αρχιτέκτονες, σκαπανείς, κτίστες, ξυλουργούς, ηλεκτροποιούς και γενικά τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την επιμόρφωση των Ελλήνων τεχνιτών για την κατασκευή έργων οδοποιίας, την ανοικοδόμηση των πόλεων και την αναστήλωση των αρχαίων μνημείων(3). Ο ίδιος άλλωστε ο Κυβερνήτης είχε ανακοινώσει ένα χρόνο πριν, στις αρχές Οκτ. του 1827, όταν βρισκόταν στο Παρίσι, προετοιμάζοντας την κάθοδο τους στην Ελλάδα, στο Λοβέρδο την πρόθεση του να χρησιμοποιεί ένα μικρό αριθμό από Γάλλους αξιωματικούς σαν στρατιωτικούς συμβούλους για την οργάνωση του στρατού (4). Του είχε μάλιστα αναθέσει να του βρει τους περισσότερο κατάλληλους. Το αίτημα αυτό, που ο Λοβέρδος γνωστοποίησε στη Γαλλική Κυβέρνηση, φρόντισε να εκμεταλλευτεί η τελευταία, μια και έτσι θα είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί και να ελέγχει από κοντά τις κινήσεις του Καποδίστρια. Στα μέσα περίπου του 1828 φθάνουν στην Ελλάδα οι Γάλλοι αξιωματικοί του μηχανικού λοχαγοί Garnot και E.Peytier και λίγο αργότερα ο Pauzie ενώ ο Κερκυραίος ταγματάρχης του γαλλικού στρατού Σταμάτης Βούλγαρης έχει ήδη φθάσει, συνοδεύοντας τον Κυβερνήτη σαν φίλος και σύμβουλος, από τον Ιανουάριο, και έχει αρχίσει να εργάζεται πάνω στον πολεοδομικό σχεδιασμό του Ναυπλίου. Στη χώρα βρίσκονται επίσης ο Ρωσικής υπηκοότητας, αλλά ελληνικής καταγωγής κεφαλλονίτης Θ. Βαλλιάνος, λοχαγός του Σώματος του τάγματος του μηχανικού των σωματοφυλάκων του τσάρου, που αμέσως μετά την κήρυξη της επανάστασης κατέβηκε στην Ελλάδα (5), ο Ολλανδός Βαρώνος Charles de Schaumbourg2 αντισυνταγματάρχης του μηχανικού του ρωσικού επίσης στρατού, αρκετοί έλληνες και ξένοι μηχανικοί, καθώς και μηχανικοί της στρατιάς του Maison. Από τα πιο σημαντικά διατάγματα που εξέδωσε ο Κυβερνήτης σχετικά με την τεχνική συγκρότηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, ήταν το υπ' αριθ. 13559 Διάταγμα της 28 Ιουλίου 1828,το σχετικό με τον "Οργανισμό του σώματος των επί της οχυρωματοποιίας και αρχιτεκτονικής αξιωματικών" και το υπ' αριθ. 13958, που περιέχει "Προσωρινή Οδηγία περί της Υπηρεσίας των οχυρωματοποιών και αρχιτεκτονικών" πού δημοσιεύονται με την ίδια ημερομηνία 28 Ιουλίου 1829 στο ίδιο φύλλο της Γενικής Εφημερίδας (αρ.56 έτος Δ 17 Αυγ. 1829). Το Διάταγμα αποτελείται από 12 άρθρα.20 Βαρώνος Charles Schaumbourg κατετάγη επίσης αργότερα στο σώμα των οχυρωματοποιών με το βαθμό του συνταγματάρχη και το Μάϊο του 1831 διαδέχθηκε το Βαλλιάνο στη διοίκηση του σώματος (7).2 / 14 Όπως προκύπτει από σειρά εγγράφων του Καποδιστριακού αρχείου της Κέρκυρας (6) τα διατάγματα επεξεργάστηκε ο Γάλλος μηχανικός Garnot. Το προσχέδιο του υπ' αριθ.13958 Διατάγματος είναι γραμμένο γαλλικά και έχει ημερομηνία Napoli de Romanie (Ναύπλιο) 1/13 Ιουλίου 1829 και φέρει την υπογραφή του Garnot. Του Διατάγματος 13599, που αναφέρεται στη σύσταση σώματος "αξιωματικών οχυρωματοποιών αρχιτεκτονικών, εις το οποίον ανατίθενται όλαι αι εργασίαι αι αναφερόμεναι εις οχυρώματα και εις στρατιωτικά έργα, καθώς και όσαι άλλαι υπαγόμεναι συνήθως εις την σχετικήν οικονομίαν περικλείονται εις τα καθήκοντα των αρχιτεκτονικών" υπάρχουν δύο προσχέδια με μικρές διαφορές μεταξύ τους. Έτσι στο πρώτο π.χ. έχει γίνει αντιμετάθεση του άρθρου 2 με το άρθρο 3. Επίσης ορισμένες ασήμαντες μετατροπές έχουν γίνει στο άρθρο 11 το σχετικό με τα σειρτια που υποδηλώνουν τους βαθμούς των αξιωματικών κλπ. Σύμφωνα με το διάταγμα το σώμα θα αποτελείται από έναν υποσυνταγματάρχη, αρχηγό του σώματος, έναν ταγματάρχη, τέσσερεις λοχαγούς, τρεις υπολοχαγούς, τρεις ανθυπολοχαγούς και οχτώ φύλακες ή επιστάτες των έργων. Ο μισθός καθορίζεται 495 γρ για τον υποσυνταγματάρχη, 420 γρ για τον ταγματάρχη, 305 γρ για το λοχαγό, 217,5 για τον υπολοχαγό, 187 1/2 γρ για τον ανθυπολοχαγό και 142,2 1/2 γρ για τους φύλακες. Στο ποσό αυτό προστίθενται εφ' άπαξ 900 γρ για τους ανώτερους αξιωματικούς και 450 γρ για τους κατώτερους για την αγορά ίππων, καθώς και την καθημερινή διατροφή των ίδιων και των αλόγων τους. Σώζεται επίσης στο Καποδιστριακό αρχείο της Κέρκυρας ένα δεύτερο κείμενο με τίτλο (8) "Προσχέδιον οργανώσεως σώματος στρατιωτικού μηχανικού δια τας ανάγκας της Ελλάδος". Το κείμενο αυτό που αποτελείται από 4 σελίδες είναι υπογεγραμμένο από τον γάλλο συνταγματάρχη Audoy, αλλά δεν φέρει ημερομηνία. Στο προσχέδιο αυτό αναφέρεται ότι το σώμα στρατιωτικού μηχανικού δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί αμέσως στη χώρα, λόγω ελλείψεως εκπαιδευμένου προσωπικού. Έτσι προβλέπει κατ' αρχήν μία πρώτη οργάνωση δύο σωμάτων ταφροποιών που θα συμπληρωθούν στη συνέχεια, εφ' όσον παρουσιαστούν κατάλληλα άτομα. Το ένα σώμα θα τοποθετηθεί στην Πάτρα και το άλλο στη Μεθώνη ή στο Ναυαρίνο, δίπλα στα σώματα του Γαλλικού στρατού που εργάζονται στις αντίστοιχες θέσεις, κάτω από τις διαταγές του Γάλλου αρχηγού του Μηχανικού. Οι μηχανικοί θα εργαστούν σε αμυντικά και επιθετικά οχυρωματικά έργα έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντικαταστήσουν τους Γάλλους, μετά την αναχώρηση των τελευταίων. Ο υποσυνταγματάρχης θα ονομασθεί από τον Κυβερνήτη της Ελλάδας και θα εκπαιδευθεί επίσης μαζί με την υπόλοιπη ομάδα. Όταν η οργάνωση θα έχει συμπληρωθεί η Ελλάδα θα διαιρεθεί, σύμφωνα πάντα με το προσχέδιο του Audoy, σε σχέση με τις οχυρώσεις και τα στρατιωτικά κτίρια, σε τρεις τομείς με ένα υπεύθυνο υποσυνταγματάρχη ανά τομέα. Τα συντάγματα αυτά θα επανδρωθούν από τους μηχανικούς των δύο πρώτων σωμάτων, οι οποίοι θα είναι πλέον εκπαιδευμένοι στη βελτίωση των οχυρώσεων και των στρατιωτικών κτιρίων. Οι αρχηγοί των σωμάτων θα συνέρχονται κατά τακτά διαστήματα με τον αρχηγό του κράτους και τον αρχηγό του στρατού, στην έδρα της κυβέρνησης και θα καταστρώνουν ένα σχέδιο οχυρώσεων που θα παρουσιάζεται για συζήτηση στην κυβέρνηση. Ο αρχηγός του σώματος θα συνεργάζεται για το σχέδιο αυτό απ' ευθείας με τον κυβερνήτη ή τον υπουργό πολέμου και θα θέτει στην έγκριση του τα προσχέδια τα προτεινόμενα από την επιτροπή οχυρώσεων. Εφ' όσον το προσχέδιο εγκριθεί οι διοικητές των σωμάτων θα επιστρέφουν στους τομείς τους για να το θέσουν σ' εφαρμογή μετά από επίσημη εντολή της κυβέρνησης. Οι αξιωματικοί του σώματος του μηχανικού θα υπάγονται στους στρατηγούς της στρατιάς και στην κυβέρνηση για οτιδήποτε αφορά τη στρατιωτική τους υπηρεσία, αλλά για οτιδήποτε σχετικό με την πρόοδο των εργασιών του σχεδίου απλώς και για την καλή κατάσταση των στρατιωτικών κατασκευών θα είναι υπεύθυνοι μόνο στον άμεσο προϊστάμενο τους και στην κυβέρνηση.3 / 14 Ώσπου να δημιουργηθεί πλήρως το σώμα, προτείνεται ένας απλός τρόπος προϋπολογισμού ώστε να εξασφαλισθεί η καλή διαχείριση των εξόδων που πρέπει να γίνουν για τις στρατιωτικές κατασκευές. Σύμφωνα μ' αυτόν κατ' αρχήν θα διοριστεί ένας υποσυνταγματάρχης με ετήσιο μισθό 4800 φράγκα3 που θα έχει υπό τις διαταγές του δύο λόχους αποτελούμενους ο καθένας από ένα ταγματάρχη, 2 λοχίες, τέσσερεις δεκανείς, δύο αρχιεργάτες, 36 σκαπανείς και 2 τυμπανιστές. Ο συνολικός ετήσιος προϋπολογισμός φθάνει τα 32.232.000 φράγκα. Όταν το σώμα επανδρωθεί πλήρως, θα αποτελείται από 316 άνδρες (ένας συνταγματάρχης αρχηγός του σώματος, 3 υποσυνταγματάρχες, 8 αποθηκάριοι και δύο λόχοι σκαπανέων, που θα αποτελούνται από 4 λοχαγούς 2 υπολοχαγούς, 2 ανθυπολοχαγούς, 2 λοχίες, 12 υπολοχίες, 2 δεκανείς ταφροποιούς, 24 δεκανείς, 12 αρχιεργάτες, 240 σκαπανείς - ταφροποούς 1ης και 2ης τάξεως και 4 τυμπανιστές. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς και γιατί συνέταξε ο Audoy το προσχέδιο αυτό. Πιθανότατα να υπεβλήθη στον Καποδίστρια κατά τη συνάντηση του με τον Maison τον Μάρτιο του 1829 στη Μεθώνη ή λίγο αργότερα(9). Είναι γνωστό ότι κατά τη συνάντηση αυτή ο Καποδίστριας αναγκάστηκε να δεχθεί Γάλλο αξιωματικό που θα επέλεγε ο Maison για την οργάνωση του τακτικού στρατού. Οπωσδήποτε πάντως η πρόταση αυτή δεν έγινε τελικά αποδεκτή. Πιθανότατα να φάνηκε υπερβολικά φιλόδοξη σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα της περιόδου αυτής4. Ανάμεσα στους μηχανικούς που βρισκόντουσαν την περίοδο αυτή στην Ελλάδα επιλέγει ο Garnot εκείνους που θα επανδρώσουν το σώμα του μηχανικού. Στον κατάλογο που στέλνει στον Κυβερνήτη βρίσκονται, εκτός από το δικό του φυσικά, τα ονόματα του Θ. Βαλλιάνου, του De Vaud, νεαρού Ελβετού μηχανικού από το Baulié πou έχει έρθει στην Ελλάδα μετά από προτροπή του Eynard, του Ανδρέα Κάλανδρου5, του Δημ. Σταυρίδη, του Εμ.Μανιτάκη, του Ι. Καλλέργη και του Διον. Βαλσαμάκη. Στον κατάλογο αυτόν ο Καποδίστριας έχει προσθέσει το όνομα του Στ. Ησαΐα (d' Isai). Στην επιστολή του6 δε προς τον Garnot, όπου εγκρίνει την δημιουργία του σώματος, αναφέρονται τα ονόματα των Βαλλιάνου, De Vaud, Κάλανδρου, Σταυρίδη, Ησαΐα, Καλλέργη και Μανιτάκη, ενώ παραλείπεται το όνομα του Βαλσαμάκη. Πάνω στο έγγραφο του Garnot υπάρχει σημειωμένη πλάι στον κατάλογο των βαθμοφόρων, ίσως από τον ίδιο τον Καποδίστρια η πιθανή τοποθέτησή τους στα βασικά φρούρια της χώρας. O ταγματάρχης τοποθετείται στο φρούριο Ναυπλίου, οι τέσσερεις λοχαγοί στα φρούρια Άργους, Τριπολιτσάς, Ακροκορίνθου, Πάτρας και Καστέλι Μωρέως, οι δε υπολοχαγοί στα φρούρια Ναυαρίνου, Μεθώνης και Κορώνης. Αντίστοιχα δίπλα στα ονόματα των μηχανικών σημειώνεται, κ. Βαλλιάνος στο Ναύπλιο, κ. De Vaud στο Άργος, κ. Κάλανδρος (κενό), κ. Καλλέργης στο Ναύπλιο (Ιτς-Καλέ), κ. Σταυρίδης στην Τριπολιτσά ή στην Κόρινθο, κ. Μανιτάκης στο Ναύπλιο, κ. Διον. Βαλσαμάκης (κενό), κ. Ησαΐας (δυσανάγνωστο), ίσως Ναυαρίνο. Οι τοποθετήσεις αυτές αλλάζουν στην απάντηση του Καποδίστρια, όπου δίπλα στα ονόματα των Βαλλιάνου και Καλλέργη σημειώνεται "στο Άργος", των Ησαΐα και Μανιτάκη "στην Τριπολιτσά", ενώ παραμένει κενό στα ονόματα των De Vaud, Σταυρίδη και Κάλανδρου.30ι μηνιαίες δηλαδή αποδοχές του υποσυνταγματάρχη φθάναν περίπου τα 1300 γρ, ήταν δηλαδή πολύ μεγαλύτερες από αυτές που τελικά δόθηκαν4Συμφωνήθηκε επίσης στην ίδια συνάντηση να οδηγηθούν στην Γαλλία νέοι 16-20 χρόνων από τις πιό σημαντικές οικογένειες για να εκπαιδευτούν στο μηχανικό και το πυροβολικό. Την προσπάθεια αυτή της Γαλλίας ν' αυξήσει την επιρροή της με την προσέλκυση νεαρών Ελλήνων την είχε εντοπίσει ο Καποδίστριας ήδη από το 1811 και προσπαθούσε να την αποφύγει.5Το όνομα του Ανδρέα Κάλανδρου το συναντάμε αλλού και ως Ανδρέας Γάσπαρης Κάλανδρος. Αν και δεν έχουμε στοιχεία γιά την καταγωγή του, από την ορολογία ορισμένων κειμένων του και από το όνομα αυτό καθ' εαυτό, εικάζω ότι πρέπει να ήταν επτανήσιος. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη στενή του σχέση με τον έκτακτο επίτροπο Αν. Ελλάδας Κων. Μεταξά, επίσης επτανήσιο. Μέχρι το διορισμό του στο σώμα των οχυρωματοποιών υπηρετούσε σαν δημόσιος αρχιτέκτονας της Ελληνικής Κυβέρνησης(10).6Η επιστολή είναι ανυπόγραφη. Είναι όμως προφανές ότι έχει γραφτεί (ή υπαγορευτεί) από τον Καποδίστρια.4 / 14 Στην ίδια επιστολή της 10/12 Ιουλίου, ο Καποδίστριας συνιστά στον Garnot, πρωτού προχωρήσει στην τελική σύνθεση του προσωπικού του σώματος, να ζητήσει από τους υποψήφιους πληροφορίες σχετικές με τις σπουδές τους και την επαγγελματική τους δραστηριότητα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό(11). Τρεις από τους υποψήφιους, οι De Vaud, Καλλέργης και Βαλλιάνος βρίσκονται την περίοδο αυτή στο Άργος και ειδοποιούνται αμέσως. Οι δύο πρώτοι συντάσσουν αυθημερόν τα βιογραφικά τους σημειώματα και τα παραδίδουν στον Garnot, ενώ του Βαλλιάνου έχει ημερ.13 Ιουλίου. Παράλληλα ο Garnot ειδοποιεί τον Σταυρίδη και μέσω αυτού τους Μανιτάκη και Ησαΐα που βρίσκονται στην Τρίπολη. Τα βιογραφικά των τελευταίων έχουν αντίστοιχα ημερομηνίες 16 και 17 Ιουλίου. Στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της 10/12 Ιουλίου και της 28 Ιουλίου/9 Αυγούστου που υπογράφεται το υπ' αριθ. 13559 Διάταγμα το σχετικό με τη σύσταση του σώματος των οχυρωματοποιών, οι έξι από τους οχτώ υποψηφίους έχουν ήδη στείλει το βιογραφικό τους(12). Στις 24 Αυγούστου 1829 δημοσιεύεται το Διάταγμα υπ' αρ.13560 (Γ.Ε. αρ.58) το σχετικό με το διορισμό των πρώτων αξιωματικών του σώματος. Είναι οι Garnot, Βαλλιάνος, De Vaud, Σταυρίδης, Ησαΐας, Μανιτάκης και Καλλέργης που διορίζονται αντίστοιχα, ο Garnot ως αρχηγός του σώματος με το βαθμό του υποσυνταγματάρχη7, οι υπόλοιποι με τους βαθμούς του ταγματάρχη, λοχαγού, υπολοχαγού και οι δύο τελευταίοι του ανθυπολοχαγού. Οι Α. Κάλανδρος και Δ. Βαλσαμάκης δεν πρόφτασαν όπως φαίνεται να ειδοποιηθούν εγκαίρως, και δεν διορίζονται σ' αυτή τη φάση. Ο Κάλανδρος8 διορίζεται ένα χρόνο αργότερα τον Μάϊο του 1830 με το βαθμό του υπολοχαγού και αναλαμβάνει υπηρεσία στη Στερεά Ελλάδα όπου βρίσκεται ήδη. Ασχολείται με τον πολεοδομικό σχεδίασμά της Νέας Κρίσσας (Ιτέας) και την οικοδόμηση των σχολείων και άλλων δημοσίων κτιρίων των πόλεων της Ανατολικής Ελλάδας (14). Αμέσως μετά τον Κάλανδρο, διορίζεται μετά από πρόταση του Gerard ο Βριτέλλης επίσης με το βαθμό του υπολοχαγού(15) και στη συνέχεια ο Φωτάκης Μεσόγλους εμπειροτέχνης μηχανικός με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Όσο για το Διον. Βαλσαμάκη9, παρ' όλον ότι συνέχισε να εργάζεται στα δημόσια έργα, δεν διορίστηκε τελικά στο σώμα των οχυρωματοποιών και παραμένει "Πολιτικός" Αρχιτέκτων Κορίνθου (17). Από τους έξι μηχανικούς οι De Vaud και Βαλλιάνος είναι οι μόνοι που έχουν να επιδείξουν αξιόλογη επαγγελματική δραστηριότητα. Μικρή επαγγελματική δραστηριότητα στον Ελλαδικό κυρίως χώρο έχει και ο Δημ. Σταυρίδης. Οι Καλλέργης, Ησαΐας, Μανιτάκης, πολύ νέοι και οι τρεις10, μόλις έχουν τελειώσει τις σπουδές τους. Από τους έξι, ο μόνος που δεν αναφέρει καθόλου τίτλους σπουδών είναι ο Ελβετός De Vaud. Γνωρίζουμε όμως από επιστολή του Eynard προς τον Καποδίστρια με ημ. 25 Σεπτεμβρίου 1828, ότι ο γνωστός φιλέλληνας τραπεζίτης και στενός φίλος του Κυβερνήτη, είχε δει τα πιστοποιητικά του και τα είχε βρει ικανοποιητικά(18). Δεν γνωρίζουμε όμως τι και που σπούδασε. Πιθανότατα στη Γαλλία όπου και εργάστηκε. Ο ίδιος, στο βιογραφικό του, αναφέρεται μόνο στη τελευταία περίοδο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, όπου κατείχε τη θέση του Γεωμέτρη Μηχανικού της 1ης τάξεως.7Τον Garnot διαδέχθηκε τον Αυγ. του 1830 ο Θ. Βαλλιάνος.8Αποστρατεύτηκε το 1839 με το βαθμό του λοχαγού(13).8Την ίδια περίπου περίοδο εργάζεται σαν γενικός επιστάτης του μηχανικού στο Άργος, ο Θοδωρης Ν. Βαλσαμάκης(16) .9Οι Βαλλιάνος και De Vaud ήταν το 1829 λίγο μεγαλύτεροι από 30 ετών. Κατά τι νεώτερος ηταν ο Δ.Σταυρίδης, οι δε Καλλέργης, Ησαΐας και Μανιτάκης και δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τα 25.5 / 14 Σύμφωνα με το βιογραφικό του πάντα, για 3 1/2 χρόνια ασχολείτο με τη χαρτογράφηση των κτηματολογίων των νομών (διαμερισμάτων) pay de Dome και Nievre με ετήσιες αποδοχές που κυμαινόντουσαν μεταξύ 3.800 φράγκων (3845 φοιν.) έως 4.500 φρ. (4.554 φοιν.), ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα της εργασίας. Στο ποσόν αυτό συμπεριλαμβάνοντο όλα τα έξοδα (ναύλα-τροφή κλπ.) εκτός από τα γεωδαιτικά μηχανήματα που τα προμήθευε ή το κράτος ή ο επιβλέπων μηχανικός. Τον τελευταίο χρόνο παραμονής του στη Γαλλία είχε αναλάβει χρέη επιβλέποντος μηχανικού, με εξουσιοδότηση και πληρεξούσιο του τελευταίου, και με τη σύμφωνη γνώμη της διοίκησης11. Από τους υπόλοιπους πέντε έλληνες μηχανικούς ένας, ο Θ. Βαλλιάνος είχε σπουδάσει στη Ρωσία, ένας, ο Σταυρίδης στην Αυστρία (Βιέννη), δύο, οι Ι. Καλλέργης και Εμ. Μανιτάκης στην Γαλλία και ένας ο Στ. Ησαΐας (d' Isay) στην Ιταλία. Αναλυτικότερα ο Θ. Βαλλιάνος, σπούδασε στην στρατιωτική ακαδημία της Πετρούπολης (Institut du Corps de Voyes de Communication), απ' όπου απεφοίτησε το 1819 με το βαθμό του υπολοχαγού. Δυο χρόνια αργότερα προήχθη σε λοχαγό με ετήσιο μισθό 4.500 ρούβλια (22.500 φοιν.). Στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται τα έξοδα διαμονής διατροφής και εξοπλισμού που του παρείχετο δωρεάν. Είχε επίσης στη διάθεση του ένα άλογο μία ορντινάτσα και δύο υπηρέτες. Στο διάστημα αυτό ήταν επιφορτισμένος με διάφορες εργασίες στη Πετρούπολη, για τις οποίες του απενεμήθη ιδιαίτερη διάκριση από τον Τσάρο Αλέξανδρο, Το 1822 εγκαταλείπει τη θέση του για να κατέβει στην Ελλάδα και να βοηθήσει στον αγώνα. Παίρνει μέρος στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου, όπου ενισχύει ένα μέρος των τειχών. Στη συνέχεια το 1824, με διαταγή της τότε Κυβέρνησης, αναλαμβάνει την επισκευή και μετατροπή του τζαμιού του Αγά Πασά στο Ναύπλιο σε Βουλευτικό και την επιδιόρθωση των τειχών στο Παλαμήδι, Ιτς-Καλέ, Βαρούσι (παραθαλάσσια τείχη) και Μπούρτζι, πάντα στην ίδια πόλη. Με δικές του δαπάνες συγκροτεί τρία σώματα τακτικού πυροβολικού, τα οποία και διοικεί μέχρι το Μάη του 1826. Από τότε ασχολείται με διάφορα έργα, όπως την επιστασία και κατασκευή της "μεγάλης οδού" Αίγινας - Περιβόλας, το σχεδίασμά και την εκτέλεση του Ορφανοτροφείου Αίγινας, την επιστασία των εργασιών της φυτείας των γεωμήλων, την μελέτη και κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου του νησιού, τη μελέτη στρατώνος, την μετατροπή της κατοικίας του αρχιμανδρίτου Αίγινας σε Κυβερνείο κλπ. Από την 1η Ιανουαρίου 1829 μισθοδοτείται από την Κυβέρνηση με 25 κολωνάτα (130 φοιν. το μήνα). Στην επιστολή του προς τον Garnot, ο Βαλλιάνος επισημαίνει ότι οι συμμαθητές του στη στρατιωτική ακαδημία έχουν φθάσει τώρα στη Ρωσία τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη και του συνταγματάρχη και ότι πιστεύει ότι μετά από 8 χρόνια σκληρής (ακανθώδους) υπηρεσίας και γενναίων θυσιών δικαιούται να κατέχει τον ίδιο με αυτούς βαθμό. Τελικά όπως ήδη αναφέραμε διορίστηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη με μισθό 375 (151 φοιν.) το μήνα που μαζί με σιτηρέσια έφθανε τα 420 γρ. (170 φοιν.)12 13Από αυτούς ο μόνος που έχει επαγγελματική πείρα είναι ο Δημήτρης Σταυρίδης . Σύμφωνα με την αναφορά του, μετά τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο της Βιέννης όπου έζησε 9 χρόνια (18181827), κατέβηκε στην Ελλάδα με σκοπό να υπηρετήσει την πατρίδα του. 11Ο De Vaud εγκατέλειψε την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1830 μετά από κατάχρηση 500 φοινίκων που προορίζοντο για την πληρωμή των τεχνιτών που εργαζόντουσαν στην επισκευή των στρατώνων του Άργους(19).12Πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ ότι οι μισθοί αυτοί ήταν από τους μεγαλύτερους της Καποδιστριακής περιόδου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο μισθός του Γραμματέα της Επικρατείας (Υπουργού) και του έκτακτου Επιτρόπου ήταν 100 τάλληρα/ μήνα (64,5 φοιν), του δε προσωρινού Διοικητή επαρχείας (νομάρχη) 60 τάλ/μήνα (390 φοιν), Μάϊος 1828 ΓΑΚ φ60.13Ο Δ. Σταυρίδης είναι από τους γνωστότερους μηχ. της περιόδου αυτής. Από το 1831 στα καθήκοντα του προστίθεται και η διδασκαλία των μαθηματικών στη στρατιωτική κεντρική σχολή του Ναυπλίου, για ένα διάστημα μάλιστα, από τον Μάρτιο του 1855 μέχρι τον Ιούλιο του 1856 ανέλαβε προσωρινός διοικητής Ευελπίδων κατά την απουσία του Γ. Καρατζά με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Αργότερα προήχθη σε αρχηγό του μηχανικού με το βαθμό του συνταγματάρχη. Με το αξίωμα αυτό συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές, μεταξύ των οποίων και στην επιτροπή για τη σύνταξη του οριστικού σχεδίου της Αθήνας, τον Ιανουάριο του 1860 μαζί με τους Π.Κάλκο, Φ. Μπουλανζέ, Ντανιέλ κλπ.(20).6 / 14 Εργάζεται αρχικά σαν οχυρωματοποιός στη Δραγομέστρα και Διών και στη συνέχεια σαν βοηθός του Θ. Βαλλιάνου στην Αίγινα, στην οικοδομή του Ορφανοτροφείου και σαν υπεύθυνος των έργων οδοποιίας "Διευθυντής των δρόμων". Από την Αίγινα με διαταγή του Κυβερνήτη πηγαίνει στο Κρανίδι14 για να σχεδιάσει το εκεί αλληλοδιδακτικό σχολείο και από εκεί στη Τριπολιτσά15 όπου αναλαμβάνει την επιστασία της εκτέλεσης του σχεδίου πόλεως και της κατασκευής των στρατώνων, καθώς και την αποπεράτωση του σχεδιασμού του αλληλοδιδακτικού της πόλης. Η αμοιβή του που αρχικά περιορίζεται στην τροφή του, είχε φθάσει το καλοκαίρι του '29 τα 300 γρόσια. Το επαγγελματικό έργο των δύο άλλων μηχανικών, του Στ. Ησαΐα16, του Εμ. Μανιτάκη, είναι πολύ μικρό, ενώ ο Καλλέργης δεν αναφέρεται καθόλου σ' αυτό. Σύμφωνα με αναφορές τους ο Ησαΐας, εργάστηκε από τα μέσα Νοεμβρίου του '28 κάτω από τις διαταγές του Peytier, σε γεωδαιτικές κυρίως ασκήσεις, ως δόκιμος του μηχανικού. Με την ίδια ιδιότητα δόκιμος δηλ. του μηχανικού, εργάστηκε και ο Εμ. Μανιτάκης, από τις 23 Φεβρ. του 1829. Ο μισθός τους έφθανε τα 10 τάλληρα (65 φοιν) τον μήνα. Όπως προκύπτει από ένα υστερόγραφο στην αναφορά του Ησαΐα, όπου αναφέρει ότι είναι ένας από τους αρχαιότερους υποψήφιους, θα πρέπει να υπήρχαν αρκετοί νεώτεροι. Τέλος ο I. Καλλέργης δεν αναφέρεται παρά μόνο στις σπουδές χωρίς να κάνει καμμία μνεία της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο Γκαρνώ όμως έχει σημειώσει στο πάνω μέρος της αναφοράς του, ότι υπηρετούσε ως δόκιμος από τις 23 Φεβρουάριου του 182917. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που οι τέσσερεις νεώτεροι έλληνες μηχανικοί μας παρέχουν για τις σπουδές τους. Τόσο ο Δημ. Σταυρίδης όσο και ο Στεφ. Ησαΐας, σημειώνουν ότι σπούδασαν στο Πολυτεχνείο ο πρώτος της Βιέννης και ο δεύτερος της Πάδουας18 ως "τακτικοί μαθητές"19. Ο Σταυρίδης μάλιστα τονίζει ότι αφού έζησε έναν ολόκληρο χρόνο στη Βιέννη, εισήχθη "με πολλάς εις το εν αυτή Πολυτεχνείο", απ' όπου απεφοίτησε το 1827. Πτυχίο Docteur Ignerieur Architecte", μετά από εξετάσεις πήρε και ο Στεφ. Ησαΐας. 13Το τελικό σχέδιο του αλληλοδιδακτικού στο Κρανίδι έγινε από τον Ανδρέα Γάσπαρη Κάλανδρο τον Νοέμβριο του 1829.15Τη μελέτη του σχεδίου της πόλης της Τριπολιτσάς είχαν αναλάβει όπως είναι γνωστό οι Garnot και Βούλγαρης. Τον σχεδίασμά του αλληλοδιδακτικού Τριπολιτσάς είχε αρχικά αναλάβει ο Θ. Βαλλιάνος. Το σχολείο κατεδαφίστηκε το 1907 και στη θέση του χτίστηκε το Μαλλιαροπούλειο θέατρο.160 Στ. Ησαΐας 1807-1876 έφθασε στην Ελλάδα το Μάιο του 1828 και παρουσιάστηκε στον Καποδίστρια. Ο τελευταίος τον έστειλε στο Σταμάτη Βούλγαρη με το σχόλιο: "Μοι εσύστησαν νέον τινά Ησαΐαν λεγόμενον, σπουδάσαντα ως είπον Αρχιτεκτονικήν καί ιχνογραφίαν, τον οποίον σας παρακαλώ νά βάλετε εις τό έργον δοκιμαστικά"(21). Δεν πρέπει να συγχέεται με τον Αλέξανδρο Ησαΐα, το δάσκαλο του αλληλοδιδακτικού σχολείου Ναυπλίου, στον οποίο ο στρατηγός Μακρυγιάννης είχε αναθέσει την εκτύπωση των λιθογραφιών του. Η ταύτιση των δύο προσώπων από τον Κ. Λάππα είναι λανθασμένη (22).16Στο πάνω μέρος κάθε αναφοράς - βιογραφικού, ο Garnot έχει σημειώσει μία σύντομη περίληψή της, καθώς και την πρόταση κατάταξης του υποψηφίου στο σωμα,π.χ. στο Βαλλιάνο σημειώνει τελείωσε στη Ρωσία στο σώμα de Voyes Communication. 'Εφθασε στο βαθμό του λοχαγού. Έκτισε το Ορφανοτροφείο στην Αίγινα. Προτείνεται για ταγματάρχης κ.ο.κ.18Το Πανεπιστήμιο της Πάδουας συνδέεται άμεσα με την ιστορία της επτανησιακής Παιδείας. Η πυκνή προσέλευση των ελλήνων φοιτητών σ' αυτό ήδη από τον 17ο και 18ο αι., οφειλόταν στα ειδικά προνόμια που είχε καθιερώσει η Βενετία για την ελληνική φοιτητική οργάνωση "nazione oltramarina" και την ίδρυση των δύο ελληνικών κολλεγίων Πλαιόκαπα και Κωττουνιανού(23).19Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι την περίοδο αυτή συνηθιζόταν να παρακολουθεί κανείς τις παραδόσεις των καθηγητών των πανεπιστημίων ως ακροατής και μόνο. 'Ενας μεγάλος αριθμός νεαρών Ελλήνων σπούδαζαν (!) με αυτόν τον τρόπο. Πολύ λιγότεροι ήταν αυτοί που παίρναν μετά από εξετάσεις δίπλωμα.7 / 14 Αντίθετα, οι I. Καλλέργης20 και Εμ.Μανιτάκης21, παρακολούθησαν μαθήματα μαθηματικών στο Παρίσι και στη συνέχεια στη στρατιωτική ακαδημία του Metz. Και οι τέσσερεις αναφέρονται αναλυτικά στα μαθήματα που παρακολούθησαν και που λίγο πολύ φαίνεται να είναι κοινά Μαθηματικά (κατώτερα + ανώτερα), Φυσική, Χημεία, Γεωδαισία - τοπογραφία, Αστρονομία, Αρχιτεκτονικές Σχεδιάσεις (Κτιριολογία) και στοιχεία Οικοδομικής. Στο Πολυτεχνείο της Πάδουας προστίθενται στο βασικό αυτό κορμό, στοιχεία γεωπονικής και υδραυλικής, ενώ στη στρατιωτική σχολή του Μετς, η οχυρωματική και η κατασκευή πολεμικών μηχανών και μπαρούτης. Έτσι, από το σύνολο των μηχανικών που επάνδρωσαν το σώμα των οχυρωματοποιών μόνο δύο απ' ότι προκύπτει, ο Σταυρίδης και ο Ησαΐας και πιθανώς και ο De Vaud είχαν εκπαιδευθεί σε επιστημονικά και τεχνικά κολλέγια (Ecole Polytechnique, Technische Hochschule). Όλοι οι άλλοι ήταν απόφοιτοι στρατιωτικών σχολών, οι περισσότεροι της Γαλλίας. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Γαλλία είχε μια μεγάλη παράδοση στη κατασκευαστική μηχανική (η λέξη ingenieur πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο πρώτο ήμισυ του 17ου αι.). Ήδη από το 1670 λειτουργεί η Βασιλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής στο Παρίσι. . Επτά χρόνια αργότερα, ιδρύεται η σχολή Μηχανικών Στρατιωτικού Μηχανικού (Corps des Ingenieurs du Genie militaire) και από το 1720 Σώμα μηχανικών Γεφυρών και Οδοστρωμάτων (Corps des Ingenieurs des Ponts et Chaussees), η περιφημότερη ίσως από τις πρώιμες στρατιωτικές σχολές. Την ίδια περίπου εποχή ιδρύθηκε και η στρατιωτική ακαδημία μηχανικών της Μόσχας(25)22 . Είναι λοιπόν φυσικό αντίστοιχη μορφή να πάρει και η Στρατιωτική Κεντρική Σχολή που ιδρύθηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1829 με πρώτο διοικητή το Γάλλο αντισυνταγματάρχη Pauzié που βρισκόταν ήδη στην Ελλάδα από το 1828. Είχε φέρει μαζί του συστατική επιστολή του Βαρώνου De St Denis προς τον Καποδίστρια με την πρόταση να συστηθεί στρατιωτικό πολυτεχνειακό σχολείο στη χώρα. Ο Καποδίστριας είχε τότε απαντήσει ότι κάτι τέτοιο ήταν μάλλον πρόωρο για τη στιγμή εκείνη. Είχε όμως παράλληλα αναθέσει στον Pauzié να μελετήσει τη διοργάνωση της Σχολής με το σκοπό να αναλάβει τη διεύθυνση της. Παράλληλα του είχε συστήσει να παρακολουθήσει, αφού έρθει σε συνεννόηση με τους σχολάρχες, τα δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία του Ναυπλίου, ώστε αφ' ενός μεν να ξέρει το επίπεδο των μαθητών, αφ' ετέρου δε να μάθει την ελληνική γλώσσα "διότι άνευ τούτου ουδείς ξένος δύναται να χρησιμεύσει εδώ"(27). Ταυτόχρονα φέρνει σ' επαφή τον Pauzié με τον Βαυαρό συνταγματάρχη Έϋδεκ23 για τον οποίο έτρεφε μεγάλη εκτίμηση με σκοπό να προετοιμάσουν μαζί την ίδρυση του στρατιωτικού σχολείου (28). Η συνεργασία Έϋδεκ - Pauzie είχε σαν αποτέλεσμα το υπ' αρ. 8683 Διάταγμα της Σύστασης του Κεντρικού Στρατιωτικού Σχολείου(29-30). 20Σύμφωνα με την αναφορά του, ο Καλλέργης έμεινε αρχικά δύο χρόνια στο Στρασβούργο για να μάθει τη γλώσσα. Το όνομα του το συναντάμε επίσης στον "Ονομαστικό κατάλογο* Ελλήνων του Παρισιού 1828" που βρίσκεται στο Καποδιστριακό αρχείο Κέρκυρας φακ.4-31,1. Κάτω από τον υπότιτλο Επτανήσιοι, σημειώνεται "Δύο ανηψιοί Καλλέργη, ομού με τον Ιωάννην Μαυρομμάτην, σπουδάζουν τα μαθηματικά, αναφερόμενα εις την πολεμικήν εις Μέτς, δι’ εξόδων των". Ο κατάλογος αυτός, για τον οποίο δεν υπάρχει καμμία ένδειξη για τον αποστολέα του, αποτελεί έναν από τους καταλόγους που ο ίδιος ο Καποδίστριας, θέλοντας να γνωρίζει τον αριθμό, τη γενική κατάσταση, το είδος των σπουδών και το επάγγελμα των σκορπισμένων στις χώρες της Ευρώπης Ελλήνων, είχε ζητήσει από τους συνεργάτες του στις διάφορες Ευρωπαϊκές πόλεις να του στείλουν(24).21Όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιογραφικό του, αφού παρ' όλες τις προσπάθειές του δεν κατάφερε να εισαχθεί στο Πολυτεχνείο του Παρισιού, παρακολούθησε μαθηματικά στο Κολλέγιο του Αγ. Λουδοβίκου και Φυσική και Χημεία στη Sorbonne. Στο Μετς έκανε τη γνωριμία του κ. Bardin καθηγητή της οχυρωματικής στην Ecole Regimentaire d' Arlillerie.22Οι αρχιτεκτονικές σχολές του Βερολίνου, Μονάχου, και Λονδίνου ακολουθούν βασικά το μοντέλο της Βασιλικής Ακαδημίας Αρχιτεκτονικής της Γαλλίας, χωρίς να παρατηρείται όμως σ' αυτές διαφοροποίηση μεταξύ Πολιτικών, Αρχιτεκτόνων και Στρατιωτικών Μηχανικών(26).23Ο Έϋδεκ ανήκε στους Βαυαρούς φιλέλληνες. Το 1826 είχε κατέβει σαν απεσταλμένος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας στην Ελλάδα για να παρακολουθήσει τις εξελίξεις του αγώνα. Πολέμησε δίπλα-δίπλα με τους Έλληνες, κερδίζοντας έτσι την αγάπη τους και την αναγνώριση τους.8 / 14 Η φοίτηση στη σχολή ήταν τριετής. Το πρόγραμμα της προερχόταν βασικά από το αντίστοιχο πρόγραμμα της Γαλλικής Πολυτεχνικής24 σχολής αλλά, όπως ήταν άλλωστε φυσικό, σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Περιελάμβανε στοιχειώδη μαθηματικά και φυσιογνωστικά, στοιχεία πολεμικής τέχνης, πυροβολικής, τοπογραφίας, οικοδομικής, σχεδίασης κτιρίων πολιτικών και στρατιωτικών (οχυρώσεις, φρούρια κλπ.) και σχεδίαση μηχανών25. Πολύ γρήγορα (1834) η φοίτηση αυτή στη σχολή έγινε οκταετής. Οι τέσσερεις πρώτες τάξεις ήταν προπαιδευτικές, ενώ οι τέσσερεις τελευταίες περιελάμβαναν κύκλο ανωτέρων μαθημάτων στρατιωτικών και τεχνικών. Από την Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, προήλθαν όλοι οι πρώτοι μηχανικοί που σπούδασαν στη χώρα. Οι καλύτεροι απόφοιτοι της Σχολής ετοποθετούντο στο Πυροβολικό ή, αν δεν υπήρχαν εκεί θέσεις, "εις τινα κλάδον οικονομικόν οίον εις γεφυρώσεις, λιθοστρώσεις, αλυκοποιΐας κλπ. και μισθοδοτείσθαι ως ανθυπολοχαγοί του πυροβολικού" (ως μηχανικοί δηλαδή δημοσίων έργων). Μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη στρατιωτική ή την δημοσιοϋπαλληλική σταδιοδρομία και να ασκήσουν ελεύθερο επάγγελμα. Από τους μηχανικούς αυτούς και από τους βαυαρούς μηχανικούς που ήρθαν αργότερα με τον Όθωνα, επανδρώθηκε το 1834 το Αρχιτεκτονικό τμήμα του Υπουργείου Εσωτερικών, με πρώτο προϊστάμενο τον Eduard Schaubert26. Η ίδρυσή του χαιρετίστηκε με ιδιαίτερη ικανοποίηση από τον Αθηναϊκό τύπο27, κυρίως διότι έτσι θα υπήρχε κάποιος έλεγχος και στον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα στους αλλοδαπούς μηχανικούς που είχαν φθάσει στην Αθήνα28(36). Μέχρι το 1878 που συστήθηκε με νόμο το πρώτο σώμα των Πολιτικών Μηχανικών, οι αρμοδιότητες όλων των δημοσίων έργων ανετίθεντο στους αξιωματικούς του Σώματος του Μηχανικού που, κατά την Οθωνική περίοδο, είχε διευρυνθεί με τους λόχους των σκαπανέων και είχε ουσιαστικά την ευθύνη για την κατασκευή και συντήρηση όχι μόνο των φρουρίων και των οχυρωματικών έργων, αλλά και για όλα τα δημόσια κτίρια, φιλανθρωπικά και δημοτικά ιδρύματα και φυσικά για τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Στον ιδιωτικό τομέα την κατασκευή νέων οικοδομών ή την επισκευή αυτών που ήδη υπήρχαν, ανελάμβαναν στην Αθήνα29 Πολιτικοί Αρχιτέκτονες για κτίρια μέχρι δύο ορόφους. Για ψηλότερα χτίσματα απαιτείτο έλεγχος του στρατιωτικού μηχανικού30.24"Το κατάστημα... εσχηματίσθη και διευθετήθη κατά τας αρχάς του Πολυτεχνικού Σχολείου Γαλλίας" (32).25Το Σεπτέμβριο του 1830 σύμφωνα με τον κατάλογο μισθοδοσίας στη Σχολή υπηρετούσαν οι: Πωζιέ (διευθυντής), Ζαχαρίας (εφημέριος), Χρόνοδης Γ. (έφορος), Αποστολίδης Ο. (γιατρός), Αξελός Κ. (λοχίας πεζικού), Κορμάνος Ν. (υπολοχαγός τυπ.), Καλοσγούρας (ανθυπασπιστης), Δελπόν Ε. (ανθυπασπιστής του Πωζιέ), Πρεβετός Η. (οικονόμος), Δεσποτόπουλος (διδάσκαλος των Μαθηματικών), Κοκίδης Κ. (διδάσκαλος της Ελληνικής και της Γαλλικής) και Έϋντζ (διδάσκαλος της ιχνογραφίας)(31).26Στην πραγματικότητα, το Τμήμα Πολιτικής Αρχιτεκτονικής του Υπ. Εσωτερικών εξακολουθούσε να παραμένει στρατιωτική Υπηρεσία. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ο Ε. Schaubert διορίστηκε προϊστάμενος του Τμήματος το Δεκέμβριο του 1834 ονομάστηκε ταυτόχρονα συνταγματάρχης. Τον διαχωρισμό των Πολιτικών Αρχιτεκτόνων στις Δημόσιες Υπηρεσίες από τους Στρατιωτικούς είχε ήδη ζητήσει με αναφορά του από το 1833 ο Λυσ. Καυταντζόγλου(33).27"Η διαίρεσις του Πολιτικού Μηχανικού από του Στρατιωτικού είναι ευτυχής ιδέα, διότι χωρίζεται από την Στρατιωτική Γραμματεία θηρίον παμφάγον και επιβλέπεται ή διαγωγή ξένων μηχανικών που δεν ξέρουν την γλώσσα, την τιμήν της ύλης, τα ημεροκάματα των εργατών, και οικοδομούν, με διπλάσια και τριπλάσια έξοδα απ' ότι ένας ιδιώτης, τα οικοδομήματα"(34)28Δεν θέλουμε ν' ακούσουμε τους Έλληνες μηχανικούς (απευθύνεται στις αρχές) για να μην φαίνεται ότι κάνουν τίποτε οι Έλληνες στην πατρίδα τους, ενώ οι Βαυαροί κάνουν όλες τις οικοδομές "όξυγώνους, πολυγώνους, σαθράς καί ακρωτηριασμένας", μαθαίνοντας "στου κασίδη τό κεφάλι"(35). Αντίδραση εναντίον των ξένων μηχανικών, και μάλιστα πολύ οξύτερη εμφανίστηκε και στο σώμα του Μηχανικού του στρατού, όπου οι Βαυαροί αξιωματικοί όχι μόνο αμείβοντο περισσότερο από τους ομοβάθμιους Έλληνες συναδέλφους τους, αλλά και προωθούντο ταχύτερα στις τάξεις της ιεραρχίας (37).29 30Για τις επαρχιακές πόλεις τα μέτρα ήταν πιο ελαστικά. Το διάταγμα περιλαμβάνει 54 άρθρα κατανεμημένα σε πέντε κεφάλαια: I. Γενικοί περί διευθύνσεως9 / 14 Στο 13ο άρθρο του Διατάγματος "Περί της διευθύνσεως των πολιτικών οικοδομών (26 Δεκ.1836)31" §39 που σαφώς αναφέρεται ότι "όλαι αι νέαι Οικοδομαί και επισκευαί των εις τας πολιτικάς Γραμματείας αναγομένων κτιρίων θέλουν εκτελείσθαι από πολιτικούς αρχιτέκτονες και εις έλλειψιν αυτών από νομομηχανικούς")32 . Αξίζει να σημειωθεί όχι το Διάταγμα αυτό δημοσιεύτηκε "επί τη προτάσει της Γραμματείας των Εσωτερικών και μετά την γνωμοδότησιν της επί των Στρατιωτικών και Οικονομικών Γραμματείας". Το Διάταγμα αυτό ακολουθεί το "Περί εκπαιδεύσεως εις την αρχιτεκτονικήν" (31 Δεκεμ.1836/ 12 Ιανουαρίου 1837) ΕΚ αρ.82 1837 το σχετικό με τη σύσταση του Πολυτεχνικού Σχολείου. "Θεωρούντες την επιρροήν, την οποίαν η αρχιτεκτονική έχει εις τον πολιτικόν βίον εν γένει, εκτιμώντες τας Ιστορικάς Αναμνήσεις, αι οποίαι είναι, ειδικώς ως προς τούτο, συνδεδεμέναι με την Ελλάδα, κανονίσαντες ήδη πλέον την διεύθυνσιν των δημοσίων οικοδομών, δια Διατάγματος προσδιορίζομεν επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των εκκλησιαστικών
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.