Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

Από τα Ελληνικά προς Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Ιταλικά

Προς το παρόν διατίθεται υπό μορφή report εφαρμογής MS-Access

ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ αγγλικό κλειδί, κλειδί μεταβλητού ανoίγματος ITchiave inglese (f)αγιόξυλο (γκαγιάκ) DE DE EN FR IT ITGaiac Pockholz (n) guaiacum wood gayac guiaco (m) legno santo (m)άγκιστρο FR crochet (m) FR grappin (m) FR agrafe (f)άγκιστρο ανύψωσης DE EN IT ITAufzughaken (m) lifting hook staffa di sollevamento (f) gancio per sollevamento (m)άγκιστρο σύνδεσης EN welded-end hook FR crochet de liaison (m) IT gancio di collegamento (m)άγκιστρο σύνδεσης ηλεκτροσυγκολλημένο DE angeschweisster Haken (m)άγκιστρο, γάντζος DE Haken (m)άγκιστρο, σφιγκτήρας EN stapleάγκιστρο, σφιγκτήρας καλωδίου EN clipαγκιστρωτό μπουλόνι, κοχλιωτό αγκύριο EN IT IT IThook bolt bullone ad uncino (m) vite a gancio (f) bullone a gancio (m)αγκυρωμένο καλώδιο προέντασης DE EN FR IT Π. Αναγνωστόπουλοςverankertes Spannglied (n) anchored cable câble ancré (m) cavo ancorato (m) σελ. 1 / 451 αγκυρώνω DE EN FR ITverankern anchor ancrer ancorareαγκύρωση DE EN EN FR ITVerankerung (f) anchor anchorage ancrage (m) ancora (f)αγκύρωση, αγκύριο DE Anker (m) IT ancoraggio (m)αγκύρωση, αγκύριο, άγκυρα FR ancre (m)αγωγός (σωλ.), σωλήνωση DE EN FR IT IT ITRohrleitung (f) pipe line tuyauterie (f) conduttura (f) condotta (f) tubatura (f)αγωγός (σωλ·), σωλήνωση FR conduite (f)αγωγός (σωλ·), σωλήνωση, σύστημα αγωγών ITcanalizzazione (f)αγωγός αποχετεύσεως ITfogna (f)αγωγός αποχέτευση, υπόνομος FR égout (m)αγωγός αποχέτευσης, υπόνομος DE Entwässerungsleitung (f) DE Abwasserleitung (f) EN sewerαγωγός ηλεκτρικής ενεργείας DE Leitung (f)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 2 / 451 αγωγός ηλεκτρικής ενεργείας, γραμμή ηλεκτρικής ενεργείας DE EN EN FR IT ITFreileitung (f) transmission line conduct (elect.) ligne électrique (f) conduttura di trasmissione (f) linea di trasmissione (f)αγωγός ύδατος, υδραγωγείο DE EN EN FR ITW asserleitung (f) distribution pipe water conduct conduite d'eau (f) tubazione d'acqua (f)αγωγός υπό πίεση DE DE EN FR IT ITDruckleitung (f) Pressleitung (f) pressure pipe line conduit sous pression (m) condotta forzata (f) conduttura in pressione (f)αγωγός υψηλής τάσεως DE EN FR IT ITHochspannungsleitung (f) high-tension conduct ligne à haute tension (f) conduttura ad alta tensione (f) linea ad alta tensioneάδεια FR congé (m)άδεια οικοδομήσεως DE EN FR ITBaugenehmigung (f) building permit permis de construire (m) permesso di costruzione (m)αδιαπέραστος,αδιάβροχος, υδατοστεγής EN watertight IT impermeabileαδιαπέρατος, υδατοστεγής DE DE EN EN EN FR FR Π. Αναγνωστόπουλοςwasserdicht undurchlässig impermeable waterproof impervious imperméable étanche σελ. 3 / 451 αδιέξοδος (οδός) DE DE EN EN EN FR FRSackstrasse (f) Sackgasse (f) street without issü cul-de-sac blind street cul-de-sac (m) impasse (f)αδράνεια DE EN FR ITTrägheit (f) inertia inertie (f) inerziaαδράνεια, δυνατότητα επιμονής DE Beharrungsvermögen (n) (Trägheit)αδρανή υλικά DE DE FR ITZuschlag (m) Zuschlagstoffe (m.pl·) agrégat (m) materiale aggregato (m)αδρανή υλικά (σκυροδέματος) EN aggregate (for concrete)αδρανή υλικά, αμμοχάλικο ITaggregato (m)αδρός, ακατέργαστος DE DE EN EN FR IT ITroh rauh rough coarse rugueux non lisciato ruvidoαδυνατίζω, εξασθενίζω DE EN FR ITΠ. Αναγνωστόπουλοςschwächen weaken affaiblir indebolireσελ. 4 / 451 αεραγωγός DE DE DE EN EN EN FR FR FR ITLuftkanal (m) Lüftungsrohr (n) Lüftungskanal (m) vent pipe vent air channel gaine de ventilation (f) event (m) conduit d'air (m) canale d'aria (f)αεραγωγός θερμού αέρα EN air flowαεραγωγός σωληνωτός EN air ductαερακτικό πρόσμικτο DE EN EN FR ITLuftporenbildner (m) air entraining agent air-entraining admixture entraîneur d'air (m) plastificante ad aria aspirata (f)αερακτικό υλικό με πλαστικές ιδιότητες FR plastifiant à entraînement d'air (m)αέριο DE EN FR ITGas gas gaz (m) gas (m)αερισμός DE DE DE EN EN FR FR FR IT ITLüftung (f) Lufterneürung (f) Ventilation (f) ventilation air renewal aérage (m) ventilation (f) aération (f) aerazione (f) ventilazione (f)αεροκοπίδι, αεροκοπτήρας DE EN FR IT Π. ΑναγνωστόπουλοςPressluftmeissel (m) pneumatic chipping hammer fleuret (m) scalpello pneumatico (m) σελ. 5 / 451 αεροστάθμη, αλφάδι DE DE EN EN FR ITSetzwaage (f) W agscheit (n) spirit level air level niveau à bulle dsair (m) livello ad acqua (m)αεροστάθμη, αλφάδι, στάθμη, στάθμη ύδατος EN water levelαεροστεγής, ερμητικός DE EN EN EN FR IT IT ITluftdicht airtight airproof hermetic étanche à l'air, hermétique stagno all'aria a tenuta d'aria impermeabile all'ariaαερόσφυρα DE DE EN EN FR FR ITPresslufthammer (m) Luftdruckhammer (m) pneumatic pick pneumatic hammer brise-béton (m) marteau pneumatique (m) martello pneumatico (m)αερόψυξη DE EN FR ITLuftkühlung (f) air cooling refroidissement par air (m) raffreddamento ad aria (m)αέτωμα DE EN EN EN EN FR IT ITGiebel (m) pediment gable gablewall gavel fronton (m) frontespizio (m) frontone (m)αέτωμα από τοιχοποιία DE Giebelwand (f)αέτωμα, τροχός FR pignon (m) Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 6 / 451 αίτηση EN EN FR ITdemand inquiry demande (f) richiesta (f)αίτηση, ερώτημα DE Anfrage (f)αιωρούμενο εφέδρανο DE Pendellager( n) EN pendulum bearingαιωρούμενο εφέδρανο, εφέδρανο με στυλίσκο (γεφ.) DE EN FR FR FR ITSchwingenlager (n) rocker bearing appui pendulaire (m) appui à biellette (m) appui à béquille (m) supporto a cuscinetto di biella (m)αιωρούμενο στήριγμα DE EN FR FR ITPendelstütze (f) rocker (pier or support) bielle (f) appui pendule (m) bilanciere (m)αιωρούμενο στήριγμα, εκκρεμές ITpendolo (m)ακακία DE DE EN EN FR FR IT IT ITAkazie (f) Robinie (f) false acacia robinia (common) faux-acacia (m) robinier (m) acacia ff) falsa acacia (f) robinia (f)άκαμπτη σύνδεση DE FR IT ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςSteifer Anschluss assemblage rigide (m) accoppiamento rigido (m) attacco rigido (m)σελ. 7 / 451 άκαμπτο πλαίσιο DE EN FR ITSteifrahmen (m) rigid frame portique rigide (m) telaio rigido (m)ακαμπτοποίηση, σύνδεση ακαμψίας EN EN FR ITstiffening bridging raidissage (m) irrigidimento (m)ακαμπτοποιώ με αντιανέμια αντηρίδα, με καλώδιο στερέωσης FR haubannage (m)άκαμπτος DE DE DE EN EN FR ITbiegesteif starr steif rigid stiff rigide rigidoάκαμπτος σύνδεση EN rigid connectionακαμψία DE EN EN FR FR ITSteifigkeit (f) rigidity stiffness raideur (f) rigidité (f) rigidezza (f)ακαμψία ελάσματος κορμού DE Stegblechsteife (f)ακανθωτός γόμφος EN stone boltακανθωτός γόμφος, κοχλίας με προεξοχές DE EN IT ITSteinschraube (f) rag bolt bullone a mazzetta (m) chiavarda (f)ακαριαία παραμόρφωση, στιγμιαία παραμόρφωση DE EN FR IT Π. Αναγνωστόπουλοςunmittelbare Verformung (f) instantaneous strain déformation instantanée (f) deformazione istantanea (f) σελ. 8 / 451 ακμή (ζυγού), μαχαιροειδής στήριξη ζυγού EN knife-edge support of a balance FR suspension couteau et coussinet (f)ακμή (ζυγού), μαχαιροειδής στήριξης ζυγού DE Messerauflegung einer W aage (f)ακμή, παρυφή DE DE EN FR IT IT ITRand (m) Kante (f) edge arête (f) spigolo (m) orlo (m), orlatura-(f) bordo (m)ακμή, παρυφή, εξωτερική στεφάνη EN rimακμή, παρυφή, όχθη FR bord (m)ακονιστική πέτρα DE Schleifstein (m)ακονιστικός τροχός, ακονιστικός δίσκος DE EN EN FR FR IT ITSchleifscheibe (f) grinding wheel disk meule (f) disque (m) disco per smerigliare (m) disco per affilare (m)ακραία δοκός DE DE EN EN FR ITRandträger (m) Randbalken (m) edge girder edge beam poutre de rive (f) trave di bordo (f)ακραία ενίσχυση, ακραίο έλασμα DE EN EN FR ITEckblech (n) corner plate knee bracket gousset d'angle (m) piastra d'angolo (f)ακραία ίνα FR fibre extrême (f)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 9 / 451 ακραία νεύρωση DE EN FR ITRandrippe (f) edge rib nervure de rive (f) nervatura di bordo (f)ακραία πλάκα EN end block (of a beam) IT piastra di estremità (f)ακραία πλάκα, ακραίο βάθρο DE Endblock (m)ακραία πλάκα, κιονόκρανο, πλάκα κεφαλής FR plague d*about (f)ακραίες ίνες DE äusserste Faser (f) EN extreme fibre IT fibra estrema (f)ακραίο άνοιγμα (φορέα) DE DE EN EN FR IT ITAussenöffnung (f) Endfeld (n) end pannel end span travée extrême (f) portata di estremità (f) campata di estremità (f)ακραίο άνοιγμα (φορέα), άνοιγμα πλημμυράς (γεφ.) FR travée de rive (f)ακραίο σημείο EN crownακραίο σημείο, δακτυλιοειδές περικόχλιο, κολλάρο σύσφιξης, κορυφ ITghiera (f)ακραίο σημείο, κλείδα αψίδας, κλείδα θόλου, κορυφή FR sommet (m)ακραίο σημείο, κορυφή DE DE EN FR ITEndpunkt (m) Scheitel (m) tip embout (m) puntale (m)ακραίο σημείο, κορυφή, κόμβος δικτυώματος EN apexΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 10 / 451 ακρίβεια DE EN EN EN FR FR IT ITGenauigkeit (f) exactness precision accuracy exactitude (f) précision (f) precisione (f) esattezza (f)ακριβόδιάστατος DE EN FR ITmassgerecht trü to sise conforme aux côtes conforme alle dimensioniDE FR FR FR IT ITEnde (n) extrémité (f) bout (m) about (m) estremità (f) fine (m)άκροάκρο, ακραίο σημείο, κορυφή EN endακρόβαθρο DE DE FR IT ITEnd-widerlager (n) W iderlager (n) culée (f) spalla (f) piedritto (m)ακρόβαθρο, γενέσεις (θόλου, τόξου) EN abutmentακρόραθρο FR butée (f}ακροφύσιο εγχύσεως ITlancia d'iniezione (f)ακροφύσιο έγχυσης DE EN EN FRInjizierlanze (f) grouting nozzle grouting head lance d'injection (f)ακροφυσιο, στόμιο FR tube de jet (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 11 / 451 ακροφύσιο, στόμιο DE DE DE EN EN EN FR FR ITStrahlrohr (n) Ausflussdüse (f) Mundstück (n) nozzle jet pipe inlet tuyère (f) ajustage (m) ugello (m)ακτίνα EN radius FR rayon (m)ακτίνα αδρανείας DE EN EN FR ITTrägheitsradius (m) radius of gyration gyration radius rayon de giration (m) raggio giratore (m)ακτίνα καμπυλότητας DE EN FR ITKrümmungshalbmesser (m) radius of curvature rayon de courbure (m) raggio di curvatura (m)ακτίνα φωτός, ακτίνα (γεωμ.) ITraggio (m)αλεξικέραυνο DE DE EN FR ITBlitzableiter (m) W etterstange (f) lightning arrester paratonnerre (m) parafulmine (m)αλεύρι, κόνις IT ITpolvere (f) farina (f)άλευρο EN flour EN powderάλυση, αλυσσίδα DE Kette (f)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 12 / 451 αλυσίδα EN chain FR chaîne (f) IT catena (f)αλυσίδα παραγωγής, γραμμή παραγωγής FR chaîne de fabrication (f) IT linea di fabbricazione (f)αλυσιδωτή καμπύλη, αλυσοειδής ITcatenaria (linea) (f)αλυσοειδής (καμπύλη) DE Kettenlinie (f) EN catenary (curve) FR chaînette (f)άλυσος παραγωγής, γραμμή παραγωγής EN production lineαμβλεία (γωνία) DE Stumpf (Ecke) (f) EN obtuse FR obtus (m)αμβλεία (γωνία), θολός EN bluntαμβλεία γωνία ITottuso (angolo)αμείβων (ζευκτού) DE DE DE EN EN FRBindersparren (m) Hauptsparren (m) Bundsparren (m) principal rafter chief rafter arbalétrier (m)αμείβων (ζευκτού), δοκός στέγης, ελκυστήρας ζευκτού EN roof beamαμείβων (ζευκτού), ελατάκι, επιτεγίδα, στρογγυλή ξυλεία EN sparαμείβων (ζευκτού), πτερύγιο EN bladeάμεση παραμόρφωση DE direkte Verformung (f)άμεση παραμόρφωση, στιγμιαία παραμόρφωση EN immediate strain Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 13 / 451 αμίαντος DE DE DE EN FR ITAsbest (m) Amiant (m) Bergflarren (m) asbestos amiante (m) amiantoαμιαντοτσιμέντο DE Asbestzement (m)αμιαντοτσιμέντο, (ετερνίτης) ITfibrocemento (m)αμιαντοτσιμέντο, ετερνίτης EN asbestos cement FR amiante-ciment (m)αμμοβολή, εκτόξευση άμμου DE Sandstrahlen (n) EN sand blasting FR sablage (m)αμμοδοχείο DE Sandtop (m) EN sand holder IT vaso per sabbiaαμμοδοχείο, κιβώτιο άμμου FR boite à sable (f)αμμοκονιαστής DE DE DE EN FR FR ITGipser (m) Stuckarbeiter (m) Stukkateur (m) plasterer stucateur (m) plafonneur (m) stuccatore (m)αμμορυχείο DE EN FR ITSandgrube (f) sand pit sabliére (f) cava di sabbia (f)άμμος DE EN FR ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςSand (m) sand sable (m) sabbia (f) σελ. 14 / 451 άμμος δομήσεως, άμμος τοιχοποιίας ITsabbia per muratura (f)άμμος δόμησης DE Mauersand (m) EN building sandάμμος λατομείου FR sable de carriére (m)άμμος ορυχείου DE EN FR FR FR ITGrubensand (m) pit sand sable excavé (m) sable de fossé (m) sable de fouille (m) sabbia di cava (f)άμμος ρέουσα DE DE EN EN EN FR FR FRTreibsand (m) Schwemmsand (m) runninig sand shifting sand quick sand sable boulant (m) sable bouillant (m) sable mouvant (m)άμμος ρέουσα, ρέον έδαφος DE Laufsand (m)άμμος σκυροδέματος DE EN FR ITBetonsand concrete sand sable pour béton (m) sabbia per calcestruzzo (f)άμμος τοιχοποιίας FR sable de maçonnerie (m)αμμοχάλικο DE EN EN EN FR FR FRKiessand (m) sand-gravel all-in aggregate gravelous sand sable graveleux (m) agrégat tout venant (m) grenaille (f)αμμοχάλικο όπως εξορύσσεται, φυσικό αμμοχάλικο DE Zuschlag in Gewinnnungszustand (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 15 / 451 αμοιβών (ζευκτού) ITpuntone principale (m)αμφιέρειστη δοκός DE EN FR ITFreiaufliegender Träger (m) simply-supported beam poutre simplement appuyée (f) trave semplicemente appoggiata (f)αμφιθέατρο DE DE EN FR FR IT IT ITHörsaal (m) Auditorioum auditorium amphithéâtre (m) auditoire (m) auditorio (m) anfiteatro (m) auditorium (m)αμφικόχλιο, βελόνη, βλήτρο φυτευτό, γόμφος, καβίλια, πείρος, ράβδ FR goujon (m)αμφικόχλιο, βλήτρο φυτευτό DE EN EN FRStiftschraube (f) stud screw stud bolt prisonnier (m)αμφικόχλιο, βλήτρο φυτευτό, πείρος, ράβδος σύνδεσης με ελικώσεις EN studαμφικόχλιο, γόμφος, πείρος, τόρμος, φυτευτό βλήτρο ITperno prigioniero (m)αμφικόχλιο, φυτευτό βλήτρο ITcolonnetta (f)αναβαθμός (γεωλ.)/ πλατύσκαλο, τεταμένο τμήμα καμπύλης ITpianerottolo (m)αναβατόριο, ανελκυστήρας EN elevatorαναβατόριο, ανελκυστήρας (προσώπων) EN liftαναβατόριο, ανελκυστήρας (προσώπων), παλάγκο, πολύσπαστο DE Aufzug (m)αναβατόριο, ανελκυστήρας φορτίων DE Lastaufzug (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 16 / 451 αναβατόριο, ανελκυστήρας, ανελκυστήρας (προσώπων) FR ascenseur (m) IT ascensore (m) IT elevatore (m)αναβατόριο, ανελκυστήρας, ανελκυστήρας εμπορευμάτων FR monte-charge (m) IT montacarichi (m)αναβολέας, άγκιστρο, συνδετήρ DE Bügel (m)αναβολέας, συνδετήρας EN stirrup FR étrier (m)αναβολεύς, συνδετήρας, άγκιστρο ITstaffa (f)αναδευτός σίδηρος, αναμακτός σίδηρος FR fer puddleur (m)αναδευτός σίδηρος, αναμακτός σίδηρος, πολτοπαγής σίδηρος DE Schweisseisen (n) IT ferro saldato (m)αναδευτός σίδηρος, αναμακτός σίδηρος, πολτοπαγής σίδηρος, σφυ EN wrought ironαναδίπλωση FR rebord (m) FR ras bords (m) IT rivoltamento del bordo (m)αναδίπλωση, αναστροφή περιθωρίου DE Krempe (f)αναδίπλωση, βολβός EN beadαναδίπλωση, πτύχωση ακαμψίας FR ourlet (m)αναδίπλωση, το άκρο του ελάσματος DE Sieke (f)ανάθεση εργασιών DE Vergabe (der Arbeiten) (f) EN awarding of a contract EN letting of a contractανάθεση εργασιών κατόπιν δημοπρασ ίας ITΠ. Αναγνωστόπουλοςlicitazione di appalto (f) σελ. 17 / 451 ανάθεση εργασιών με υπογραφή συμφωνητικού FR soumission des travaux (f)ανακάμπτω (έλασμα) DE kröpfen IT sfalsareανακάμπτω (έλασμα), κάμπτω FR couderανακάμπτω (έλασμα), οδοντωτή συναρμογή τοιχοποιίας EN joggleανάκαμψη καλωδίων DE Aufbiegen von Kabeln (n)ανάκαρδος (μαόνι )', .μαόνι FR acajou (m)ανάκαρδος (μαόνι), μαόν ι DE Mahagoni (n)ανάκαρδος (μαόνι), μαόνι EN mahogany FR mahogani (m)ανάκαρδος, μαόνι ITmogano (m)ανακουφιστικό τόξο DE EN EN FR IT ITEntlastungsbogen (m) relieving arch discharging arch arc de décharge (m) arco di scarico (m) arco di sostegno (m)αναλαμβάνω έργο DE EN FR ITArbeit annehmen (m) contract for a work prendre un travail assumere lavoroαναλογία τσιμέντου, περιεκτικότητα τσιμέντου DE EN FR ITZement-gehalt (m) cement content dosage en ciment (m) dosaggio del cemento (m)ανάλυση (δυνάμεων) DE Zerlegung (f) FR décomposition (f) IT decomposizione delle forze (f) Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 18 / 451 ανάλυση δυνάμεων EN resolution (of forces)ανάλυση τιμών DE DE EN EN FR ITLeistungsverzeichnis (n) Preisermittlung (f) analysis of prices price analysis sous-detail des prix (m) analisi dei pressi if)αναμιγνύω DE EN FR FR IT ITmischen mix mélanger mêler impastare mescolareαναμικτήρας DE DE EN EN FR FRMischmaschine (f) Mischer (m) mixer agitator agitateur (m) malaxeur (m)αναμικτήρας διά κοχλίου DE Mischschnecke (f) DE Mengschnecke (f) EN paddle worm conveyorαναμικτήρας με κοχλία FR vis melangeuse (f) IT impastatrice a vite elicoidale (f) IT vite mescolatrice (f)αναμικτήρας μπετόν, αναμικτήρας σκυροδέματος, μπετόν ιέρα ITbetoniera (f)\αναμικτήρας μπετού, αναμικτήρας σκυροδέματος DE EN FR FRBetonmaschine (f) concrete mixer malaxeur à beton (m) bétonneuse (f)αναμικτήρας μπετού, αναμικτήρας σκυροδέματος, μπετονιέρα DE Betonmischer (m)αναμικτήρας σκυροδέματος ITΠ. Αναγνωστόπουλοςimpastatrice per calcestruzzo (f) σελ. 19 / 451 αναμικτήρας σκυροδέματος, αναμικτήρας μπετού, μπετονιέρα FR bétonniére (f)ανάμικτρο DE Rührspatel IT pala mescolatrice (f)ανάμιξη DE EN FR IT ITMischen (n) mixing malaxage (m) mescolanza (f) mescolare (m)αναμόρφωση, ανάπλαση EN remoulding FR remaniement (m)ανάντη (επίρρημα) DE EN FR ITstromaufwärts up-stream amont a monteαναρρόφηση DE DE EN FR FR ITSaugen (n) Sog (m) suction aspiration (f) succion (f) aspirazione (f)αναρρόφηση, άντληση δημιουργίας υποπίεσης DE Aussauge (n)αναρρόφηση, ρούφηγμα σε στρόβιλο ITrisucchio (m)αναρτήρας, ράβδος αναρτήσεως DE Hängestange (f) DE Hänger (m)αναρτήρας, ράβδος ανάρτησης EN suspender EN suspension rod IT asta di sospensione (f)ανασυρόμενη γέφυρα, ανελκυόμενη γέφυρα DE Zugbrücke (f) EN draw bridgeανασυρόμενη γέφυρα, ανελκυόμενη γέφυρα, ανυψούμενη γέφυρα IT Π. Αναγνωστόπουλοςponte levatoio (m) σελ. 20 / 451 ανασυρόμενη γέφυρα, ανελκυόμενη γέφυρα, γέφυρα με αντίβαρο FR pont-levis (m)αναταράσσω FR agiter IT rimescolareαναταράσσω, αναδεύω DE rühren EN stirανατινάσσω DE EN EN EN FR FR FR ITsprengen spring blowup blast faire jouer faire sauter abattre à la mine scoppiareανατινάσσω, διαλύω, χαλαρώνω ITscattareανατρεπόμενο βαγονέτο, όχημα ανατρεπόμενο EN tipping wagon IT carrello rovesciabile (m)ανατρεπόμενο βαγονέτο, όχημα, όχημα ανατρεπόμενο EN tip wagonανατρεπόμενο όχημα (αυτοκίνητο) DE DE EN EN EN FR ITKipper (m) Kippwagen (m) tipping truck tipping lorry dump truck camion à benne basculante (m) carro con cassone ribaltabile (m)ανατροπή DE DE EN EN FR FR FR IT ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςKippen (n) Umkippen (n) tilting overturning renversement (m) déversement (m) basculement (m) ribaltamento (m) rovesciamento (m)σελ. 21 / 451 αναφορά FR compterendu (m)αναφορά, έκθεση DE Bericht (m) FR rapport (m) IT rapporto (m)ανάχωμα υδραυλικό EN hydraulic fill FR remblais hydrauliques (m) IT colmata per rifluimento artificiale (f)ανάχωμα υδραυλικό, επίχωμα, πλήρωση, γέμισμα DE Ausfüllung (f)ανάχωμα, μώλος, ο προβλήτας FR jetée (f)ανάχωμα, οριζόντια απόληξη υποδομής ως βάση τοίχου, περβάζι π EN stoolingανάχωμα, πρόφραγμα, τοίχος αντιστήριξης FR batardeau (m)ανάχωμα, ρουφράκτης, υδατοφράκτης, φράγμα, φράγμα υδροδυναμ EN dam FR barrage (m) IT diga (f)ανάχωμα, υδατοφράκτης, φράγμα DE DE DE EN EN IT ITDeich (m) Damm (m) Sperre (f) dike barrage argine (m) terrapieno (f)ανάχωμα, υδατοφράκτης, φράγμα, φράγμα υδροδυναμικό FR digue (f)ανέγερση, συναρμολόγηση DE Zusammenbau (m) FR montage (m) IT montaggio (m)ανέγερση, συναρμολόγηση, σύνδεση, σύνδεσμος, ένωση FR assemblage (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 22 / 451 ανεκτή φόρτιση DE zulässige Belastung (f) FR charge admissible (f) IT carico ammissibile (m)ανεκτή φόρτιση, φόρτιση ασφαλείας EN safe loadανεκτό φορτίο EN admissible loadανεκτός, επιτρεπόμενος DE EN FR ITzulässig permissible admissible ammissibileανελκυστήρας (προσώπων) DE Fahrstuhl DE Presonenaufzug (m) EN passenger liftανελκυστήρας (προσώπων), βαρούλκο EN hoistανελκυστήρας εμπορευμάτων DE W arenaufzug (m) EN freight lift EN goods elevatorανέμη, βαρούλκο, πηνίο DE W inde (f) FR treuil (m)ανέμη, μπομπίνα, πηνίο, ρόλλος DE Spule (f) EN reel IT bobina (f)ανέμη, μπομπίνα, πηνίο, ρόλλος, βαρούλκο DE Haspel (f)ανέμη, πηνίο EN EN FR FR FR FRΠ. Αναγνωστόπουλοςasple spool dévidoir (m) asple (m) (ou aspe) caret (m) touret (m)σελ. 23 / 451 ανεμιστήρας DE DE EN EN FR ITEntlüfter (m) Ventilator ventilator fan ventilateur (m) ventilatore (m)ανεμοδείκτης DE DE DE EN EN EN FR FR IT ITW indzeiger (m) W etterfahne (f) W indfahne (f) weather flag vane fane girouette (f) flouette (f) banderuola (f) girella (f)ανεμοπίεση DE EN FR ITW inddruck (m) wind pressure pression du vent (f) pressione del vento (f)ανεμοφόρτιση DE EN FR IT ITW indbelastung (f) wind load surcharge de vent (f) carico di vento (m) carico dovuto al vento (m)ανεντατικός, άνευ τάσεων DE EN FR ITspannungsfrei stressless exempt de contraintes senza sollecitazioneανεπεξέργαστος DE EN FR ITunbearbeitet non-machined non-ouvré non lavoratoανέργεση, κιγκαλλερία (είδη), σιδηρικά (κουφωμάτων), υναρμολόγη EN mountingΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 24 / 451 ανέργεση, συναρμολόγηση DE DE EN ENAufstellung (f) Montage (f) erection assemblyανέργεση, συναρμολόγηση, υφή DE Aufbau (m)άνευ ηλεκτροσυγκολλήσεως FR sans soudureάνευ ραφής DE EN FR ITnahtlos seamless sans cordon senza saldaturaάνευ φυσσαλίδων FR sans souffluresάνευ φυσσαλίδων (χάλυβας) DE Blasenfrei (Stahl) EN not blistered (steel)άνευ φυσσαλίδων (χάλυψ) ITsenza soffiature (acciaio)ανηρτημένη δοκός ITtrave sospesa (f)ανηρτημένη δοκός, ανηρτημένος φορέας DE Einhängeträger (m) IT trave di sospensione (f)ανηρτημένη δοκός, ανηρτημένος φορέας, ανηρτημένο άνοιγμα FR travée suspendue (f)ανηρτημένη δοκός, αρθρωτή δοκός, ανηρτημένος φορέας EN suspended spanανηρτημένος EN suspendedανηρτημένος, κρεμαστός DE EN FR ITeingehängt hinged suspendu sospesoανηρτημένος, κρεμαστός, στερεωμένος πάνω σε... ITΠ. Αναγνωστόπουλοςappiccatoσελ. 25 / 451 ανθίσταμαι σε FR résister àάνθρακας DE Kohle (f) EN coal FR charbon (m)άνθρακας (χημικός) DE Kohlenstoff (m) EN carbon FR carbone (m)ανθρακοδεξαμενή FR soute à charbon (f) FR silo à charbon (m) IT silo del carbone (m)ανθρακοδεξαμενή, ανθρακαποθήκη EN coal bunker IT carbonile (m)ανθρακοδεξαμενή, μπούνκερ για άνθρακα DE Kohlenbunker (m)άνθραξ ITcarbone (m)άνθραξ (χημικός) ITcarbonio (m)ανθρωποθυρίδα, φρεάτιο επισκέψεως DE Mannloch (n)ανθρωποθυρίδα, φρεάτιο επίσκεψης EN FR IT IT ITmanhole trou d'homme (m) bocca di accesso (f) foro d'uomo (m) passo d'uomo (m)ανισόπεδη διάβαση DE ungleichebene Kreuzug (f) FR passage libre (m) IT attraversamento libero (m)ανισόπεδος διάβαση EN grade-separated intersectionΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 26 / 451 άνοιγμα (γέφυρας) DE DE DE DE DE FR IT ITTragweite (f) Feld (n) Lichtweite (f) Spannweite (f) Stüzweite (f) portée (f) portata (f) campata (f)άνοιγμα (γέφυρας), κλίτος (υπόστεγου πλαισίου), υπόστεγο, φάτνω EN bayάνοιγμα αναρρόφησης, άνοιγμα εισαγωγής, άνοιγμα εισόδου ITapertura d'aspirazione (f)άνοιγμα εισαγωγής, άνοιγμα εισόδου DE Einlassöffnung (f) EN inlet openingάνοιγμα εισόδου, άνοιγμα εισαγωγής FR orifice d'entrée (f)άνοιγμα εξαγωγής EN oulet openingάνοιγμα εξαγωγής, άνοιγμα εκκένωσης FR orifice d'évacuation (m)άνοιγμα εξαγωγής, εκκένωσης ITapertura di evacuazione (f)άνοιγμα -εξαγωγής, -εκροής, -εκκένωσης DE Auslassöffnung (f)άνοιγμα κοίτης (γέφ.) DE Strombrücke (f) IT portata in fiume ()άνοιγμα κοίτης (γέφ·) EN river spanάνοιγμα κοίτης (γέφυρας) FR travée en riviére (f)άνοιγμα πλημμύρας (γεφ.) EN tide (or flood)άνοιγμα πλημμύρας (γέφ.) ITponte in golena (m)άνοιγμα πλημμύρας (γεφ.)/ άνοιγμα (γέφυρας) EN spanΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 27 / 451 άνοιγμα πλημμύρας (γεφ·) DE Flutbrücke (f), Flutspannweite (f)άνοιγμα, οπή EN orifice EN hole EN openingάνοιγμα, οπή, χάσμα, διάκενο EN gapανοικοδόμηση DE DE EN EN FR ITNeuaufbau (m) W iederaufbau reconstruction rebuilding reconstruction (m) ricostruzione (f)ανοικοδόμηση, αποκατάσταση, συντήρηση (έργων τέχνης) ITrestauro (m)ανοικοδόμηση, οικοδομική μετατροπή DE Umbau (m)ανοξείδωτος DE DE EN EN EN FR FR ITrostfrei nichtrostend stainless rustproof rustless exempt de rouille inoxydable inossidabileανοξείδωτος, αντισκωριακός FR antirouilleανόπτηση, επαναφορά (χάλυβα) χωρίς τάση EN FR FR ITstress relieving (by annealing) recuit de normalisation (m) recuit de détente (m) ricottura senza sollecitazione (f)ανόπτηση, επαναφορά (χάλυβος) άνευ τάσηςης DE Spannungsfreiglühen (n)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 28 / 451 ανοπτώ DE DE EN FR ITglühen ausglühen anneal faire revenir ricuocereανοπτώ, αποσκληρύνω, επαναφέρω (χάλυβα) DE anlassenανοπτώ, επαναφέρω (χάλυβα) FR recuireανοχή (διαστάσεων) DE EN EN EN FR FR ITToleranz (f) margin permissible variation tolerance écart (m) tolerance (f) tolleranza (f)ανοχή (διαστάσεων), απόκλιση DE Abmass (n)ανοχή (διαστάσεων), διάκενο, ελεύθερο διάστημα, τζόγος ITmargine (m)ανταλλακτικά DE EN FR ITErsatzteile (rn.pl.) spare parts pièces de rechange (f.pl.) pezzi di ricambio (m.pi.)ανταλλάσσω EN exchange EN interchange IT scambiareαντενεργώ DE Entgegenwirken EN counteractαντενεργώ, αντιδρώ FR réagir IT reagireαντηρίδα DE Stützbohle (m)αντηρίδα, αντιανέμιος αντηρίδα, αντιστήριξη EN stay Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 29 / 451 αντηρίδα, αντιστήριξη DE DE DE DE EN EN EN EN FR FRStrebepfeiler (m) Konterfort (n) Stempel (m) Strebe (f) buttress counterfort spur raking shore contrefort (m) buton (m)αντηρίδα, αντιστήριξη, διαγώνιος EN diagonal FR diagonale (f)αντηρίδα, αντιστήριξη, επιτεγίδα ITpuntone (m)αντηρίδα, αντιστήριξη, κολόνα, λοξή αντηρίδα, μπουντέλι, στήριγμα, DE Stütze (f)αντηρίδα, αντιστήριξη, μπουντέλι, στήριγμα EN strut IT puntello (m)αντηρίδα, αντιστήριξη, μπουντέλι, στήριγμα, όχθη EN shoreαντηρίδα, αντιστήριξη, μπουντέλι, στήριγμα, φέρουσα δοκός FR étai (m)αντηρίδα, αντιστήριξη, τοξωτή αντηρίδα FR arc-boutant (m)αντιανέμια αντηρίδα DE Verstrebung (f)αντιανέμια αντηρίδα, καλώδιο στερέωσης FR hauban (m)αντιανέμια αντηρίδα, καλώδιο, επίτονο στερέωσης DE Abspannung (f)αντιανέμιος αντηρίδα, αντιανέμιος σύνδεσμος, καλώδιο στερέωσης, ITcontroventatura (f)αντιανέμιος αντηρίδα, ελκυστήρας (ράβδος), καλώδιο στερέωσης, σ ITtirante (m)αντιανέμιος αντηρίδα, καλώδιο στερέωσης, επίτόνο EN guyΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 30 / 451 αντιανέμιος σύνδεσμος DE Kreuzverband (m) EN lateral bracingαντιανέμιος σύνδεσμος, σύνδεση ακαμψίας, σύνδεσμος (αντιανέμιο EN bracingαντιανέμιος σύνδεσμος, σύνδεση ακαμψίας, σύνδεσμος ακαμψίας FR entretoisement (m)αντιανέμιος σύνδεσμος, σύνδεσμος (αντ ιανέμ ιος) DE W indversteifung (f)αντιανέμιος σύνδεσμος, σύνδεσμος (αντιανέμιος) DE DE EN EN ITVerband (m) W indverband (m) cross bracing wind bracing crociera (f)αντίβαρο DE EN FR ITGegengewicht (n) counterweight contrepoids (m) contrappeso (m)αντιβέλας ITcontrofrecela (f)αντιβελος ITcontre freccia (f)αντιβέλος (δικτυώματος), βέλος ανύψωσης FR contre-flèche (f)αντιβέλος, βέλος ανύψωσης DE Überhöhung (f) IT incurvatura (f)αντιβέλος, βέλος ανύψωσης, βέλος ενός τόξου, τοξωτή υπερύψωση EN camberαντιδιαγώνιος (δικτυώματος) DE DE EN FRGegendiagonale (f) Gegenstab (Fachwerk) (m) counter (diagonal) diagonale à renversement d'efforts (f)αντιδιάγωνιος (δικτυώματος) DE W echselstab (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 31 / 451 αντίδραση DE DE EN FR ITReaktion (f) Gegendruck (m) reaction réaction (f) reazione (f)αντίδραση (στηρίξεως) ITreazione di appoggio (f)αντίδραση (στήριξης) DE Auflagerkraft (f) EN reaction (at support) FR réaction d'appui (f)αντικαπνική πλάκα DE EN FR ITRauchschutztafel (f) blaste plate écran parafumée (m) piastra parafumo (f)αντικολλητά (φύλλα), κόντρα-πλακέ, φλοίωμα FR contre-plaqué (m)αντικολλητά (φύλλα), φλοίωμα DE Sperrholz (n)αντικολλητά φύλλα ξύλου, κόντρα- πλακέ, φλοίωμα ITlegno compensato (m)αντικολλητά φύλλα, φλοίωμα EN plywoodαντισκωριακή βαφή DE DE EN FR ITRostschutzanstrich (m) rostsichere Farbe (f) rustproof paint peinture antirouille (f) rivestimento antiruggine (m)αντισκωριακή βαφή, αντισκωριακή επίστρώση EN anti-corrosive coatαντισκωριακό μέσο DE EN EN FR ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςRostschutzmittel (n) anti-corrosive agent rust protective agent moyen de protection antirouille (m) mezzo antiruggine (m)σελ. 32 / 451 αντισκωριακός DE EN EN FR ITRostbeständig rust-resisting rust-proof résistant à la rouille resistente alla ruggineαντίσταση DE W iderstand (m) EN resistanceαντίσταση σε κάμψη DE EN FR ITBiegesteifigkeit (f) flexural rigidity raideur de flexion (f) rigidità alla flessione (f)αντίσταση σε πύρ EN fire resistance FR résistance au feu (f) IT resistenza al fuoco (f)αντίσταση σε πυρκαϊά FR sécurité à l'incendie (f)αντίσταση σε φθορά DE Verschleissfestigkeit (f) EN resistance to wearαντίσταση στη φθορά FR résistance à l'usure (f) IT resistenza all'usura (f)αντίσταση στο πυρ DE Feürwiderstand (m)αντίσταση τριβής DE Reibungswiderstand (m) FR résistance de frottement (f) IT resistenza all'attrito (f)αντιστηρίζω DE DE EN EN FR ITunterstützen abstützen strut shore étayer puntellareαντιστηρίζω, μπουντέλι, στήριγμα EN propΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 33 / 451 αντιστήριξη DE Vorlage (f)αντισχωριακή βαφή FR peinture anticorrosive (f)αντλία DE EN FR ITPumpe (f) pump pompe (f) pompa (f)αντλία εγχύσεως DE Injizierpumpe (f)αντλία έγχυσης EN grouting pump EN injection pumpαντλία έγχυσης, αντλία εμποτισμού ITpompa per iniettare (f)αντλία έγχυσηςe αντλία ενεμάτων FR pompe à injection, (f)αντλία κονιάματος DE Mörtelpumpe (f)αντλία με διάφραγμα DE EN FR ITMembranpumpe (f) diaphragm pump pompe à membrane (f) pompa a membrana (f)αντλία φυγοκεντρική DE Kreiselpumpe (f)αντλία φυγοκεντρική, φυγοκεντρική αντλ ία DE Zentrifugalpumpe (f)αντλία φυγοκεντρική, φυγοκεντρική αντλία EN centrifugal pump FR pompe centrifuge (f)αντλιοστάσιο DE EN FR ITPumpwerk (n) pumping station station de pompage (f) stazione di pompaggio (f)αντοχή DE Festigkeit (f) EN strength Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 34 / 451 αντοχή σε διάτμηση DE DE EN EN FR ITSchubwiderstand (m) Schubfestigkeit (f) shearing strength shear strength résistance au cisaillement (f) resistenza al taglio (f)αντοχή σε διάτμηση, σε φαλλιδισμό DE Scherfestigkeit (f)αντοχή σε ελκυσμό DE EN FR ITZugfestigkeit (f) tensile strength résistance à la traction (f) resistenza alla trazione (f)αντοχή σε εναλλασσόμενες καταπονήσεις FR résistance aux efforts alternés (f)αντοχή σε επαναληπτικές καταπονήσεις κόπωσης EN endurance strengthαντοχή σε επαναληπτική καταπόνηση DE Dauerfestigkeit (f)αντοχή σε θλίψη DE Druckfestigkeit (f) EN compressive strength FR résistance à la compression (f)αντοχή σε θραύση DE DE EN FR ITBruchwiderstand (m) Bruchfestigkeit (f) rupture strength résistance à la rupture (f) resistenza alla rottura (f)αντοχή σε κάμψη DE EN FR ITBiegefestigkeit (f) bending strength résistance à la flexion (f) resistenza alla flessione (f)αντοχή σε καταπόνηση, όριο διαρροής ITlimite di snervamento (m)αντοχή σε κόπωση EN fatigü strengthαντοχή σε κώπωση FR résistance à la fatigue (f) Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 35 / 451 αντοχή σε λυγισμό DE EN FR FR ITKnickfestigkeit (f) buckling strength résistance au flambage (f) résistance au fléchissement resistenza all'avvollamento (f)αντοχή σε παλμικές καταπονήσεις DE W echselfestigkeit (f) DE Schwingungsfestigkeit (f) IT resistenza all'oscillazione (f)αντοχή σε παραμόρφωση EN deflection strengthαντοχή σε συμπίεση ή σύνθλιψη ITresistenza alla compressione (f)αντοχή σε σύνθλιψη ITresistenza allo schiacciamento (f)αντοχή σε ταλαντώσεις FR résistance aux oscillationsαντοχή σε φόρτιση EN bearing capacity FR capacité portanteαντοχή σε φόρτιση, ικανότητα φόρτισης EN max. capacity loadαντοχή σε φόρτιση, ικανότητα φόρτισης DE Tragfähigkeit (f) FR capacité de charge (f) FR force portanteαντοχή σε φόρτιση, ικανότητα φόρτίσης EN load capacityαντοχή σε φόρτιση, ικανότητα φόρτισης, φορτίο θραύσης DE Traglast (f)αντοχή των υλικών DE EN FR ITMaterialwiderstand (m) material resistance résistance des matériaux ()9 resistenza di materiale (f)αντοχή, αντίσταση FR résistance (f) IT resistenza (f)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 36 / 451 άντυξ, εσωρράχιο EN intrados EN soffit of an arch FR intrados (m)ανυψώνω, σηκώνω EN EN FR FR FRpull up lift lever relever hisserανυψώνω, σηκώνω, ανασηκώνω DE aufhebenανυψώνω, σηκώνω, υπερυψώνω DE erhöhen EN raiseανύψωση DE EN FR ITAbheben (n) lifting soulèvement (m) sollevamento (m)ανύψωση καλωδίων(στα στηρίγματα) FR relevage de câbles (m)ανυψωτήρας με περόνη, περονοφόρο όχημα DE Gabelstapler (m)ανυψωτήρας μετά περόνης FR chariot élévateur à fourche (m)ανυψωτήρας μετά περόνης, περονοφόρο όχημα EN forklift IT carrello elevatore a forca (m)ανυψωτικό μηχάνημα DE DE DE EN EN EN FR FR IT ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςHebewerkzeug Hebezeug (n) Hebwerk (n) lifting device hoisting appapatus hoisting gear appareil de levage (m) mécanisme de levage (m) apparecchio di sollevamento (m) attrezzo di sollevamento (m)σελ. 37 / 451 ανυψωτικό πλαίσιο DE EN FR ITHubrahmen (m) goliath crane portique de manutention (m) portale di sollevamento (m)ανυψωτικό σύστμα DE Hebevorrichtung (f)ανυψωτικός εξοπλισμός EN hoisting equipmentάνω ακμή DE EN EN FR FR ITOberkante (f) upper edge top edge arête supérieure (f) bord supérieur (m) bordo superiore (m)άνω διάβαση DE EN FR ITÜberführung (f) overpass passage supérieur passaggio superiore viadotto (m)άνω ίνες (άνω ίνα) DE EN FR ITobere Randfaser (f) top fibre fibre supérieure (f) fibra superiore (f)άνω πέλμα (δοκού), άνω πέλμα (δικτυώματος) DE Oberflansch (m) DE Obergurt (m)άνω πέλμα (δοκού, δικτυώματος) EN EN FR IT ITtop flange (beam) top chorde (truss) membrure supérieure (f) flangia superiore (f) nervatura superiore (f)άνω πέλμα (δοκού,δικτυώματος) FR aile supérieure (f)άνω της επιφανείας του εδάφους, εναέριος FR aérien (m)άνω της επιφανείας του εδάφους, υπέργειος EN above-ground EN overground Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 38 / 451 ανωδομή DE DE EN FR ITOberbau (m) Überbau (m) superstructure superstructure (f) soprastruttura (f)ανωμαλίες μετά από τρόχιση ή συγκόλλησλη DE Faden (m)ανωμαλίες μετά την τρόχιση ή την συγκόλληση DE Frat (Bohrgrat) (m) DE Gussnaht (f)ανωμαλίες μετά τρόχιση ή συγκόλληση EN EN FR IT ITscabs burr bavure (f) bava (f) sbavatura (f)ανωφέρεια, ανωφερική κλίση DE Steigung (f) IT inclinazione in salita (f)ανωφέρεια, ανωφερική κλίση, πρόοψη, όψη EN elevationανωφερική κλίση, ανωφέρεια FR montée (f)ανωφερική κλίση, ανωφέρεια, πρόοψη, όψη FR élévation (f)άξονας (μηχανής) IT ITasse di macchina (m) perno di macchina (m)άξονας (μηχανής), άξονας (σχεδίου) FR axe (m)άξονας (μηχανής), άτρακτος μηχανής FR mandrin (m)άξονας (μηχανής), άτρακτος, βελόνη, πείρος EN pinάξονας (μηχανής), πηγάδι, φρέαρ EN shaftΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 39 / 451 άξονας (οχήματος) EN axle FR essieu (m) IT assale di vetturaάξονας (σχεδίου) EN centre line EN axisάξονας (σχεδίου), άξονας(οχήματος) ITasse (m)άξονας περιστροφής DE EN FR ITDrehachse (f) axis of rotation axe de rotation (m) asse di rotazione (m)άξονας συμμετρίας DE EN FR ITSymmetrieachse (f) axis of symmetry axe de symétrie (m) asse di simmetria (m)αξονική απόσταση, απόσταση αξόνων (τροχών) FR écartement d'essieux (m) IT scartamento degli assali (m)αξονική δύναμη DE Längskraft (f) EN direct forceαξονική δύναμη, διαμήκης δύναμη EN axial forceαξονική δύναμη, κάθετη δύναμη DE Normalkraft (f) IT forza normale (f)αξονική δύναμη, κάθετος δύναμη EN thrustαξονική δύναμη/καταπόνηση, κάθετος δύναμη/καταπόνηση FR effort normal (m)αξονική κλίση, απόσταση αξόνων (τροχών) EN wheel baseΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 40 / 451 αξονική φόρτιση, κεντρική φόρτιση DE EN FR FR IT ITzentrische Belastung (f) axial load charge axiale (f) charge centrigue (f) carico assiale (m) carico al centro (m)αξονικό φορτίο EN central loadάξων (μηχανής) DE Achse (f)άξων (οχήματος) DE Achse eines Fahrzeuges (f)άξων (σχεδίου) DE Achse (f) (zeichn.)άοπλο (απλό μπετό) FR non-armé IT non armato (cemento)άοπλο (απλό) (μπετό) σκυρόδεμα EN unreinforced (plain) (concrete)άοπλο (απλούν) (μπετόν) DE unbewahrt (Beton)απαλλοτρίωση DE DE EN FR FR IT ITEnteignung (f) Baulandenenteignung (f) expropriation aliénation (f) (expropriation) expropriation espropriazione (f) alienazione (f)απιδιά (αχλαδιά) DE EN FR ITBirnbaum (m) pear tree poirier (m) pero (m)απλή δοκός DE EN FR ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςEinzelträger (m) simple beam poutre simple (f) trave semplice (f)σελ. 41 / 451 απλή κάμψη EN simple bending FR flexion simple (f) IT flessione semplice (f)απλή κάμψη, καθαρή κάμψη DE reine Biegung (f)αποβάθρα DE Landungsbrücke (f) EN landing stage FR débarcadére (m)αποβάθρα εκφόρτωσης, αποβάθρα άφιξης ITpontile di sbarco (m)απόβαρο DE Leergewicht (n) EN empty weigth FR poids à vide (m)απόβαρον ITpeso a vuoto (m)απογραφή DE Inventar (n) EN inventory IT inventario (f)απογραφή, διεξοδική έρευνα FR inventaire (m)απόδειξη DE Nachweis (m)απόδειξη (θεωρήματος) ITdimostrazione (f)απόδειξη, δοκιμή ITprova (f)απόδειξη, δοκιμή, δοκιμασία EN proofαπόδειξη, δοκίμιο FR preuve (f)απόδειξη, καθορισμός EN determinationΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 42 / 451 απόδοση DE EN FR ITNutzeffekt (m) output rendement (m) rendimento (m)απόδοση, αποδοτικότητα, ωφελιμότητα DE Ergiebigkeit (f)απόδοση, ικανότητα FR capacité (f)απόδοση, ισχύς DE Leistung (f)απόδοση, ισχύς (μηχ.) FR puissance (f)αποζημ (ωστ\ FR indemmité (f)αποζημίωση DE DE EN FR IT ITSchadenersatz (m) Entschädigung (f) indemnification dédommagement (m) indennità (f) risarcimento (m)αποζημίωση, αντιστάθμισμα EN compensationαποθέτω, επιθέτω DE auferlegen IT appoggiareαποθέτω, επιθέτω, επιβάλλω EN imposeαποθέτω, επιθέτω, τοποθετώ FR poserαποθήκευση DE EN FR ITVorratslager (m) storing stockage (m) deposito (di materiale) (m)αποθήκευση, αποθήκη, εφέδρανο (γεφ.), κουζινέτο, έδρανο (άξ. Μηχ DE Lager (n)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 43 / 451 αποθηκεύω DE EN FR FR IT ITlagern store stocker emmagasiner immagazzinare ammassareαποθήκη DE DE EN EN EN EN FR ITLagerhaus (n) W arenhaus (n) stores warehouse storehouse depot entrepôt (m) deposito (m)αποθήκη (οικοδ.) συλλεκτήρας (υδραυλ.) DE Speicher (m)αποθήκη, απόθεση (γεωλ.) FR dépôt (m)αποθήκη, υπόστεγο αποθήκης FR magasin (m) IT magazzino (m)απόκλιση DE EN FR ITAbweichung (f) deviation déviation (f) deviazione (f)αποκόπτω DE DE DE EN EN EN FRAbhauen Ausschneiden Ausschnitzen cut off cut out chop off découperαποκόπτω, διατρυπώ ITtraforareαποκόπτω, κόπτω DE abschneiden FR couper IT tagliareΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 44 / 451 απολεπίζομαι DE EN FR ITAbblättern scale off s'écailler sfaldarsiαπολεπίζω (αφαιρώ τα λέπια από εξέλαση ή σφυρηλάτηση) DE EN FR ITEntzundern descale décalaminer disincrostareαπομάκρυνση ύδατος ITallontanamento dell'acqua (m)απομακρύνω, αποσύρω DE EN EN FR IT ITzurückziehen remove withdraw retirer tirar fuori eliminareαπομόνωση EN isolationαπόπλυση επιφάνειας (προς αποκάλυψη των αδρανών) DE Abwaschen einer Oberfläche (n)απορρίματα σιδήρου, παλιοσίδερα FR mitraille (f)απορρίμματα σιδήρου, παλιοσίδερα DE EN FR ITSchrott (m) scrap (iron) ferraille (f) rottami di ferro (m)απορρίμματα σιδήρου, πάλιοσίδερα ITferraccio (m)απορροφητήρας δονήσεων DE Schwingungsdämpfer (m) EN vibration damper IT ammortizzatore di vibrazioni (m)απορροφητήρας δονήσεων, αμορτισέρ FR amortisseur de vibration (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 45 / 451 απορρυθμισμένος, ξερεγουλαρισμένος, ξερυθμισμένος DE DE EN FR ITentriegelt verstellt out of adjustment déréglé sregolatoαπόσβεση (αξίας) DE EN EN FR IT IT ITAbschreiben (n) depreciation writing off amortissement (m) ammortamento (m) svalutazione (f) deprezzamento (m)απόσβεση (αξίας), υποτίμηση FR dépréciation (f)αποσκληρύνω FR adoucirαποσκληρύνω, επαναφέρω (χάλυβα) DE EN FR ITtempern tempering revenir temprareαποσκληρύνω, μαλακώνω FR radoucirαποσκωρίαση DE DE EN FR FREntrostung (f) Entrosten (n) unrusting dérouillement (m) dérouillage (m)αποσκωρίαση, αφαίρεση σκωρίας EN removal of rustαποσκωρίωση ITtoglimento di ruggine (m)απόσταση DE EN FR ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςAbstand (m) distance distance (f) distanza (f)σελ. 46 / 451 απόσταση ακμής DE EN FR ITRandabstand (m) edge distance distance du bord (f) distanza dal bordo (f)απόσταση αξόνων (τροχών), αξονική κλίση EN axle spacingαπόσταση αξόνων (τροχών), αξονική απόσταση DE Achsstand (m)απόσταση γραμμών χαράξεως ηλώσεων ITtruschino a mano (m)απόσταση γραμμών χάραξης ηλώσεων DE DE EN FR FRW urzelmass (η) Streichmass (n) scratch gauge jauge paralléle (f) trusquin (m)απόσταση γραμμών χάραξης ηλώσεων, απόσταση ήλων EN back pitchαπόσταση δοκών DE EN FR ITBalkenabstand (m) interjoist distance de poutre en poutre (f) distanza fra le travi (f)απόσταση ζευκτών DE EN FR ITBinderabstand (m) spacing of trusses écartement des fermes (m) distanza fra le incavallature (f)απόσταση ήλων DE DE EN EN FR IT ITNietabstand (m) Nietteilung (f) pitch of the rivets rivet spacing écartement des rivets (m) scartamento di chiodi passo di chiodi (m)απόσταση κέντρων DE Mittenabstand (m) EN centre to centre distance FR entre-axe (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 47 / 451 απόσταση κέντρων, αξονική απόσταση FR distance des centres (f) IT distanza da centro a centro (f)απόσταση οπών DE DE FR IT ITLochabstand (m) Lochteilung (f) écartement des trous (m) scartamento dei fori (m) passo (m)απόσταση οπών, πίσσα EN pitchαπόσταση τροχών DE EN FR ITRadstand (m) wheel spacing écartement des roues (m) scartamento delle ruote (m)αποστράγγιση DE DE DE DE EN FR IT ITDränung (f) Entwässerung (f) Dränierung (f) Dränage (f) draining drainage (m) fognatura (f) drenaggio (m)αποστράγγιση, εκκένωση EN drainageαποσυναρμολογώ, αποσυνδέω DE EN EN FR ITdemontieren strip disassemble démonter smontareαποσυνδέω, αποσυναρμολογώ DE abbauenαποσυνδέω, αφαιρώ τύπους, αποσυναρμολογώ, ξεκαλουπώνω EN dismantleαποσύρω, απομακρύνω DE entfermenΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 48 / 451 αποσφηνώνω DE EN FR ITentkeilen de-wedge déclaveter discimeareαπόσφιξη (ήλων), χαλάρωση (ήλων) EN EN FR ITloosening slackening desserrage (m) allentamento (m)αποτανύω ITrilasciareαποτανύω, χαλαρώνω DE DE DE EN EN EN FR FRnachlassen lockern entspannen slacken relax lease off détendre relâcherαποτανύω, χαλαρώνω, επιβραδύνω ITrallentareαποτετμημένες γωνίες EN frayed corners IT angoli smussati (m.pi.)αποτετμημένες γωνίες, φάλτσα FR angles chanfreins (m.pi.)αποτετμημένες γωνίες, φάλτσα στις γωνίες DE zerfranste Ecken (f.pl.)απότομη θλάση EN abrupt angleαπώλεια DE Verlust (m) EN loss FR perte (f)απώλεια (υγρού η αερίου), διαρροή, διαφυγή EN leakαπώλεια (υγρού ή αερίου), διαρροή, διαφυγή DE Leck (m) FR fuite (f) Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 49 / 451 απώλεια πιέσεως ITperdita di carico (f)απώλεια πίεσης DE DE EN FR FRDruckabfall (m) Druckverlust (m) loss of pressure chute de pression (f) perte de charge (f)απώλεια τάσεως, πτώση τάσης ITcaduta di tensione (f)απώλεια τάσης, πτώση τάσης DE Spannungsverlust (m) FR chute de tension (f)απώλεια τάσηςης, πτώση τάσηςης DE Spannungsabfall (m)απώλεια τσιμέντου DE EN FR ITZementverlust (m) loss of cement perte de ciment (f) perdita di cemento (f)απώλεια, απώλεια (υγρού ή αερίου), διαρροή, διαφυγή ITperdita (f)αραγωγή με αλληλεπίθεση FR fabrication par empilage (f)άρΒρωστ\ γένεσης EN skewback hingeαργιλικό έδαφος DE Tonboden (m)άργιλος DE DE DE DE EN FR FR FR IT ITKlei (m) Tonerde (f) Ton (m) Lehm (n) clay sol argileux (m) argile (f) terre glaiseuse (f) argilla (f) creta (g)άργιλος, μίγμα άμμου-αργίλου- παιπάλης EN loam Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 50 / 451 άργιλώδες έδαφος EN clay soilαργιλώδες στρώμα DE DE EN EN FR FR ITTonlage (f) Tonerdeschift (f) clay bank clay stratum couche d'argile (f) strate d'argile (f) strato d'argilla (m)αργιλώδη στρώματα EN clay strataάρθρωση γένεσης FR rotule de naissance (f) IT cerniera d'imposta (f)άρθρωση γέννεσης DE Kämpfergelenk (n)άρθρωση έδρασης EN abutment hingeάρθρωση κλειδός EN crown hingeάρθρωση κλειδός, άρθρωση κορυφαία DE Scheitelgelenk (n) FR articulation à la. clé (f)άρθρωση με κυλινδρίσκο DE Zapfengelenk (n) EN pivot hinge FR articulation à pivot (f)άρθρωση στις γενέσεις FR articulation aux naissances (f)αρθρωτή δοκός FR poutre couplée (f)αρθρωτή δοκός, συνδεδεμένη δοκός ITtrave accoppiata (f)αρθρωτή συναρμογή, άρθρωση), στροφέας EN hingeαρθρωτή σύνδεση DE Bolzengelenk (n) EN pin joint FR articulation à tourillon (f) Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 51 / 451 αρθρωτή σύνδεση, άρθρωση με κυλινδρίσκο ITarticolazione a perno (f)αρθρωτό εφέδρανο DE Gelenklager (n) FR appui de rotule (m)αρθρωτό εφέδρανο , σφαιρικό εφέδρανο (γέφυρ«) ITsostegno in sfera (m)αρθρωτό εφέδρανο, σφαιρικό εφέδρανο (γεφυρ.) DE Kipplager (n)αρθρωτό εφέδρανο, σφαιρικό εφέδρανο (γέφυρ.) EN pivoting bearingαρθρωτός ^ρμός, άρΒρω(π\ FR articulation (f)αρθρωτός αρμός, άρθρωση EN rocker FR joint articulé (m) IT articolazione (f)αρθρωτός αρμός, άρθρωση, γίγγλυμος, στροφέας DE Gelenk (n)αρθρωτός αρμός, κλείδωση, στροφέας, άρθρωση ITcerniera (f)αρθρωτός αρμός, πείρος ανατροπής, άρθρωση FR rotule ff)αρία (αγριομηλιά) DE DE EN FR ITMehlbeerbaum (m) Silberbaum (m) white beam tree alicier blanc (m) bagolaro (m)αριθμός ταξινόμησης DE EN FR ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςKenn-nummer (f) gauge number numéro de jauge (m) numero del calibro (m)σελ. 52 / 451 αρμοκαλύπτρα DE DE DE DE DE DE EN EN FR FR ITLasche (f) Decklasche (f) Stosslasche (f) Verbindungslasche (f) Deckenstreifen (f) Deckenleiste (f) cover strip splice plate éclisse (f) couvre-joint (m) coprigiunto (m)αρμοκαλύπτρα, πρόσθετο έλασμα ήλωσης ή ηλεκτροσυγκόλλησης δ EN buttstrapαρμοκαλύτίτρα DE Stossdeckungsteil (m)αρμοκλείδα, εντατήρας EN turnbuckleαρμοκλείδα, εντατήρας, κολλάρο, μανσόν, μούφα, περικάλυμμα, περ ITmanicotto (m)αρμοκλείδα, εντατήρας, συσφιγκτήρας DE Spannschloss (n) FR manchon de serrage (m) IT tenditore (m)αρμοκλείδα, εντατήρας, συσφιγκτήρας, σφόνδυλος (σε αδράχτι) DE W irtelαρμός DE Fuge (f)αρμός διακοπής DE DE EN FRArbeitsfuge (f) Betonierfuge working joint joint de reprise (m)αρμός διακοπής, αρμός αναμονής ITgiunto d'attesaαρμός διαστολής DE DE EN FR ITΠ. ΑναγνωστόπουλοςDilatationsfuge (f) Dehnungsfuge expansion joint joint de dilatation (m) giunto di dilatazione (m)σελ. 53 / 451 αρμός έδρασης DE EN FR ITLagerfuge (f) bearing joint joint d'assise (m) giunto di appoggio (m)αρμός κατασκευής DE EN FR ITKonstruktionsfuge (f) construction joint joint de construction (m) giunto di costruzione (m)αρμός λείος DE EN FR ITglatte Fuge (f) flush joint joint-lisse (m) giunto liscio (m)αρμός με πλήρωση, καλαφατισμένος FR joint maté (m)αρμός μετά πληρώσεως DE verfüllte Fuge (f) EN caulked jointαρμός μετά πλήρωσης, αρμός καλαφατισμένος στεγανός ITgiunto calafatato (m)αρμός συναρμολόγησης, σύνδεση εργοταξίου FR joint de montage (m)αρμός συστολής DE EN FR ITschwind Fuge (f) contraction joint joint de contraction (m) giunto di ritiro (m)αρμός, συναρμογή ITgiunto (m)αρμός, σύνδεσμος, ένωση FR joint (m)αρμός; συστολής FR joint de retrait (m)άρνηση εισδύσεως πασσάλου DE Rammwiderstand (m) IT rifiuto di un palo (m)άρνηση είσδυσης πασσάλου EN refusal (pile driving)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 54 / 451 άρνηση είσδυσης πασσάλου εμπηγνυομένου FR refus d'un pieu-battu (m)αρχι εργάτης, επιστάτης, εργοδότης DE Meister (m)αρχιεργάτης EN gaugerαρχιεργάτης μηχανουργείου DE EN FR ITVorarbeiter (m) (W erkstatt) shop foreman chef d'atelier (m) capo operaio d'officina (m)αρχιεργάτης, επιστάτης DE DE FR FR IT ITVorarbeiter (m) Polier (m) chef d'équipage (m) contremaître (m) sorvegliante (m) caposquadra (m)αρχιεργάτης, επιστάτης, εργοδηγός EN foremanαρχική στρώση, αστάρωμα (βαφής) DE EN EN FR FR ITGrundanstrich (f) prime coat primary coat couche primaire (f) couche de fond primo strato (di colore) (m)αρχιμηχανικός DE DE EN FR ITOberingenieur (m) Chefingenieur chief engineer ingénieur en chef (m) ingegnere capo (m)άσβεστη άσβεστος DE DE DE DE EN FR FR FRΠ. Αναγνωστόπουλοςungebrannter Kalk (m) ungelöschter Kalk (m) ätzkalk (m) gebrannter Kalk (m) quick lime chaux nonéteinte (f) chaux vive (f) chaux caustique (f)σελ. 55 / 451 άσβεστη άσβεστος (CaO) DE Brenntkalk (m) EN caustic lime IT calce viva (f)ασβεστοκάμινος DE EN FR ITKalkofen (m) lime kiln four à chaux (m) fornace da calce (f)ασβεστοκονίαμα DE EN FR ITKalkmörtel (m) lime mortar mortier de chaux (m) malta di calce (f)ασβεστόλακκος DE Kalkgrube (f) EN lime pit IT fossa di calce (f)ασβεστόλακος FR fosse à garder la chaux (f)ασβεστόλιθος DE EN FR FR IT ITKalkstein (m) limestone pierre calcaire (f) calcaire (m) calcare (m) pietra calcare (f)ασβεστοπολτός DE DE DE EN FR FRKalkbrei (m) Kalkteig (m) Speckkalk (m) lime paste bouillie de chaux (f) pâte de chaux (f)ασβεστοπολτός, σβησμένη άσβεστος ITcalce spenta (f)άσβεστος DE Kalk (m) FR chaux (f) IT calce (f)άσβεστος σε σκόνη, σκόνη άσβεστου EN lime powderΠ. Αναγνωστόπουλοςσελ. 56 / 451 άσβεστος σε σκόνη, σκόνη άσβεστου για χρωματισμό EN whitingάσβεστος, φιλύρα (τιλία), φλαμούρι (τιλία) EN limeασβεστοσιμεντοκονίαμα DE Kalkzementmörtel (m) DE verlängerter Zementmörtel (m)ασβεστοτσιμεντοκονίαμα EN EN EN FR FR ITbad mortar lime-cement mortar compo mortier de ciment et chaux (m) mortier bâtard malta di cemento calce (f)αστεροσκοπείο DE EN EN FR IT ITSternwarte (f) astronomical observatory observatory observatoire (m) specola (f) osservatorio (m)αστυνομία κατασκευών DE EN FR ITBaupolizei (f) building inspectors police du bâtiment (f) polizia delle costruzioni edili (f)ασυνεχεία FR discontinuité (f)ασυνέχεια DE Diskontinuität (f) EN descontinuity IT discontinuità (f)ασφάλεια DE EN FR ITSicherheit (f) safety sécurité (f) sicurezza (f)ασφάλεια (ρεύματος) FR fusible (m)Π. Αναγνωστόπουλοςσελ. 57 / 451 ασφάλεια έν
Έχει δημοσιευτεί 1 σχόλιοΜετάβαση στην αρχή του άρθρου
24 Μαίου 2016

Καλησπέρα.

http://glossima.com/blog/dictionary-mechanical-engineering-illustrated-4-languages-english-german-french-greek

Μπορεί να σας φανεί χρήσιμο. Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά.

Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.