Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Κυριακή, 05 Απριλίου 2020

Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να ενημερώσει στοιχειωδώς τον επιβλέποντα μηχανικό, προσανατολισμένο συνήθως «γνωστικώς» προς τον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, ώστε να καταστεί ικανός να μιλήσει την ίδια γλώσσα με τον τεχνίτη των επιχρισμάτων (τον σοβατζή), για να τον καθοδηγήσει σε θέματα γενικών αρχών, αλλά και για επωφεληθεί ο ίδιος, κερδίζοντας από την πείρα του τεχνίτη. Επίσης να του δώσει τη δυνατότητα να κάνει επεμβάσεις στο Σχέδιο Συμφωνητικού Επιχρισμάτων που παρατίθεται στην ιστοσελίδα μας, ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και τις υπάρχουσες δυνατότητες (τεχνικές και οικονομικές), στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Στοιχειώδης Βασική Ενημέρωση για τα Επιχρίσματα Θ. Γ. Βουδικλάρης Πολιτικός ΜηχανικόςΣκοπός αυτού του κειμένου είναι να ενημερώσει στοιχειωδώς τον επιβλέποντα μηχανικό, προσανατολισμένο συνήθως «γνωστικώς» προς τον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, ώστε να καταστεί ικανός να μιλήσει την ίδια γλώσσα με τον τεχνίτη των επιχρισμάτων (τον σοβατζή), για να τον καθοδηγήσει σε θέματα γενικών αρχών, αλλά και για επωφεληθεί ο ίδιος, κερδίζοντας από την πείρα του τεχνίτη. Επίσης να του δώσει τη δυνατότητα να κάνει επεμβάσεις στο Σχέδιο Συμφωνητικού Επιχρισμάτων που παρατίθεται στο www.earchimedes.gr, ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και τις υπάρχουσες δυνατότητες (τεχνικές και οικονομικές), στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο Οδηγού Ορθής Εφαρμογής, ο οποίος θα έπρεπε να είναι περισσότερο εκτεταμένος και περισσότερο λεπτομερής, και να αντιμετωπίζει πληρέστερα τις περιπτώσεις που εμφανίζονται στην πράξη και τις εκάστοτε «λειτουργικές» απαιτήσεις από ένα επίχρισμα. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το επίχρισμα καλείται να διορθώσει ή να καλύψει τα σφάλματα κατασκευής των προηγουμένων εργασιών (σκελετού, τοίχων) και ότι, ύστερα από την εφαρμογή του, αυτές οι διορθώσεις είναι ανέφικτες. Εξαιρετικά μεγάλη είναι και η επίδραση που έχει, και η βελτίωση που προσφέρει, το επίχρισμα στην ανθεκτικότητα του οπλισμένου σκυροδέματος, προσθέτοντας διάρκεια ζωής με τον απλούστερο και φθηνότερο τρόπο. Οι κατασκευές ανεπίχριστου σκυροδέματος στις παραθαλάσσιες περιοχές θα έπρεπε πιθανώς να απαγορεύονται και ασφαλώς να αποφεύγονται. Η βελτίωση της ανθεκτικότητας δεν είναι μόνο υπόθεση του σκυροδέματος και της περιεκτικότητας σε τσιμέντο, και αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψη από τους ασχολούμενους με το ΕΝ 206-1. Ελπίζεται ότι η συμμετοχή των συναδέλφων με σχόλια και παρατηρήσεις θα συμπληρώσει και θα βελτιώσει την επιχειρούμενη ενημέρωση. 1.Η καλύτερη εποχή για την κατασκευή των επιχρισμάτων είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, γενικώς οι ήπιες κλιματολογικές περίοδοι. Οι χαμηλές θερμοκρασίες και ο καύσωνας είναι δυσμενείς συνθήκες που συνεπάγονται κινδύνους για την επιτυχία της εργασίας. Συνιστάται να μην εκτελούνται εργασίες για θερμοκρασίες περιβάλλοντος ή υποβάθρου μικρότερες των 5°C (ή υπάρχει κίνδυνος νυκτερινής παγωνιάς) και μεγαλύτερες των 32°C (εκτός από τη θερμοκρασία έχει σημασία ο άνεμος και η δυνατότητες συντήρησης - curing).2.Από πλευράς υποβάθρου εργασίας, τα επιχρίσματα εφαρμόζονται μετά το πέρας των τοιχοποιιών και την τοποθέτηση των κασών των κουφωμάτων, της σωληνώσεως και των «κουτιών» του ηλεκτρικού δικτύου, και των σωληνώσεων του υδραυλικού που θα καλυφθούν. Πρέπει να έχουν παρέλθει μερικές ημέρες από την περαίωση του κτισίματος των τοίχων, ώστε να έχουν συντελεσθεί οι παραμορφώσεις που οφείλονται στη συμπίεση και τη συστολή ξηράνσεως του κονιάματος των αρμών. Επίσης να έχουν αφαιρεθεί προεξέχοντα σίδερα, σύρματα, ξύλα κλπ.1 Πρέπει ακόμα να έχει εξασφαλισθεί η ασφάλεια των εργαζομένων από πτώσεις, σε περίπτωση που έχουν αφαιρεθεί τα προστατευτικά περιφράγματα από τα προηγούμενα συνεργεία που αποχώρησαν. Είναι σκόπιμο να εκτελεσθούν δείγματα εργασίας, στην περίπτωση κατασκευής επιχρισμάτων διαφορετικής εμφανίσεως από τα απλά - τριπτά. 3.Η επίχριση μιας οικοδομής μπορεί να γίνει με έτοιμο, βιομηχανικό κονίαμα ή με υλικό επιχρίσματος που ετοιμάζεται στο εργοτάξιο. Το βιομηχανικό επίχρισμα μπορεί (και υποδεικνύεται από τον παραγωγό) να διαστρωθεί με μηχανή, σε μία στρώση, σε μικρότερο πάχος. Το εργοταξιακώς (και παραδοσιακώς) παραγόμενο διαστρώνεται, συνήθως, με το χέρι σε τρείς στρώσεις. Οι τελειομανείς και οι ειδικοί στα επιχρίσματα είναι υπέρ του παραδοσιακού τρόπου, με το χέρι, για τον πρόσθετο λόγο ότι συμβάλλουν περισσότερο στην ανθεκτικότητα του έργου.4.Η ευπάθεια των επιχρισμάτων είναι μεγάλη στη χρήση ακαταλλήλων υλικών, των αναλογιών τους και του τρόπου αναμίξεως. Είναι δυνατή η χρήση προσθέτων, Σχεδόν όλα τα υλικά που θα προσκομισθούν πρέπει να φέρουν το σήμα CE.5.Ο ασβέστης [Ca(OH)2] πρέπει να είναι «σιτεμένος», πρέπει να έχουν παρέλθει τρείς εβδομάδες, τουλάχιστον, από τη σβέση του, ώστε να έχει ολοκληρωθεί η «φύραση» (η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από τον χρόνο. Η διαδικασία σβέσεως και προετοιμασίας του ασβέστη στο εργοτάξιο, ώστε να καταστεί κατάλληλος για επιχρίσματα, ξεφεύγει από τους στόχους του παρόντος. Σήμερα, στις αστικές περιοχές, υπάρχει η δυνατότητα προμηθείας έτοιμου πολτού ασβέστη.6.Η άμμος, γενικώς, πρέπει να είναι μεσόκοκκη και καθαρή, απηλλαγμένη (ενδεικτικώς) αργίλου και οργανικών προσμίξεων. Η άμμος θαλάσσης πρέπει να είναι πλυμένη για την αποφυγή «εξανθημάτων». Η ονομαζόμενη, εμπορικώς, «άμμος κτισίματος» είναι ακατάλληλη. Η κοκκομετρική σύνθεση της άμμου εξαρτάται και από την επιθυμητή τελική εμφάνιση. Γενικώς, η γραμμή της πρέπει να είναι συνεχής, χωρίς να λείπουν κόκκοι κάποιου μεγέθους. Ισχύει ο κανόνας, ο μέγιστος κόκκος δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερος από το 1/3 του πάχους της στρώσεως ή αντιστρόφως, το πάχος της στρώσεως πρέπει να είναι τριπλάσιο του μέγιστου κόκκου.7.Το τσιμέντο και το νερό πρέπει να ικανοποιούν τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα. Δεν συνιστάται η μεγάλη αναλογία τσιμέντου ούτε η χρησιμοποίηση τσιμέντων υψηλής αντοχής. Οι «σκληρές» στρώσεις, μεγάλης αντοχής, παρουσιάζουν αυξημένη τάση ρηγματώσεως.8.Για τα περισσότερο συνήθη επιχρίσματα, το κονίαμα (του λασπώματος) μπορεί να είναι ασβεστοκονίαμα ή ασβεστοτσιμεντοκονίαμα αναλόγως των επιδιωκομένων ιδιοτήτων. Η χρήση και άλλων υλικών (γύψου, θηραϊκής γης, ινών, ρητινών, σιλικόνης, θερμομονωτικών κλπ. και προσθέτων) και η ποικιλία αναλογιών αναμίξεώς τους είναι μεγάλη και ξεπερνάει τους στόχους του παρόντος.9.Η ανάμιξη των υλικών πρέπει να είναι πλήρης, ώστε να αποκτάται ομοιογενές μίγμα. Στο εργοτάξιο, η σωστή ανάμιξη επιτυγχάνεται καλύτερα με κατάλληλο αναμικτήρα. Αν όμως γίνει με το χέρι, πρέπει να γίνεται επάνω σε λαμαρίνα ή σανίδωμα ή άλλο σταθερό και καθαρό υπόστρωμα. Στο έτοιμο για χρήση υλικό, δεν πρέπει να εμφανίζονται αδιάλυτα μικρά τεμάχια από τα επιμέρους υλικά (π.χ. τεμάχια ασβέστη), αλλιώς η κατεργασία πρέπει να συνεχίζεται.10.Η πλήρης ανάμιξη του τσιμέντου και της άμμου γίνεται «εν ξηρώ» και μόνο μετά την επίτευξή της και την απόκτηση ενιαίου χρώματος, προστίθεται ο ασβέστης και το νερό. Ανομοιομορφία του μίγματος αποτελεί ουσιώδες μειονέκτημα.2 11.Κάθε φορά, παρασκευάζεται τόσο μόνον κονίαμα όσο μπορεί να καταναλωθεί πριν να αρχίσει να πήζει. Δεν επιτρέπεται η «ανανέωση», με προσθήκη νερού, κονιάματος που έχει ξεραθεί σε σημείο τέτοιο που να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο με κατεργασία του. Δεν επιτρέπεται η κατεργασία με προσθήκη νερού, ούτε η ανάμιξή του με νέο και η χρήση, κονιάματος που έχει καταπέσει στο δάπεδο εργασίας.12.Κάθε νέα στρώση που εφαρμόζεται πρέπει να είναι ασθενέστερη από τη στρώση που την υποδέχεται και να έχει μικρότερους κόκκους αδρανών απ' αυτήν.13.Κάθε επιφάνεια υποδοχής πρέπει να είναι επαρκώς υγρή (νωπή) για να μην απορροφά το νερό του νωπού κονιάματος και βλάπτεται η πήξη του. Αλλά δεν πρέπει να έχει και περίσσεια νερού γιατί καταστρέφεται η πρόσφυση. Η εργασία αμέσως μετά τη βροχή ή εν αναμονή βροχής και η εργασία με υψηλή θερμοκρασία και άνεμο, πρέπει να αποφεύγεται.14.Η κατασκευή των εξωτερικών ικριωμάτων θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Ν 778/80 και της ΚΥΑ υπ’ αριθμ. 16440/Φ 10.4/445/16-9-93. Για τη στήριξη και τη σύνδεσή τους με την οικοδομή «απαγορεύεται» η διάτρηση των τοίχων (τρυπόξυλα) και το κάρφωμα στις κάσσες των θυρών και παραθύρων. Στους εσωτερικούς χώρους χρησιμοποιούνται καβαλέτα.15.Ανεξαρτήτως της φύσεως και του υλικού κατασκευής (σκυρόδεμα, λιθοδομή, τούβλα παντός είδους κλπ.) της επιφανείας υποδοχής της πρώτης στρώσεως, αυτή πρέπει να έχει καθαρισθεί από σκόνες, λάσπες και πάσης φύσεως ρυπάνσεις που μειώνουν την πρόσφυση. Πρέπει επίσης να έχει υποστεί διαβροχή με ένταση ανάλογη προς την απορροφητικότητα του υλικού της, ώστε να είναι νωπή. Ιδανικό για τη διαβροχή είναι το ασβεστόνερο. Η εκβάθυνση των αρμών δομήσεως τοιχοποιίας, κατά 2 ως 3 cm, βελτιώνει την πρόσφυση - αγκύρωση. Αν το κονίαμα του τοίχου έχει πληγεί από παγετό αφαιρείται στους αρμούς στο ίδιο βάθος.16.Πριν από την έναρξη της εργασίας σε κάθε χώρο, πρέπει να γίνει προσδιορισμός της θέσεως του επιπέδου του τελειωμένου επιχρίσματος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνει έλεγχος της υφισταμένης καταστάσεως. Αυτό το επίπεδο θα έπρεπε να το καθορίζουν οριστικά οι κάσσες και τα κουτιά του ηλεκτρικού δικτύου, και θα έπρεπε να απέχει από τον υπάρχοντα (επίπεδο) τοίχο κατά το πάχος του επιχρίσματος. Αν αυτό δεν συμβαίνει, είτε λόγω κακής δομήσεως του τοίχου ή ανακριβειών του σκελετού, είτε λόγω κακής τοποθετήσεως των κασσών, πρέπει να ληφθούν διορθωτικές αποφάσεις, οι οποίες συνήθως συνεπάγονται αύξηση του πάχους του επιχρίσματος. Σφάλματα κατακορυφότητας ή άλλα, των κασσών των κουφωμάτων θα πρέπει να διορθώνονται πριν από την έναρξη επιχρίσεως.17.Η υλοποίηση του (κατακορύφου) επιπέδου στο έργο γίνεται με δύο οριζόντια, παράλληλα, τεντωμένα ράμματα, το ένα κοντά στη βάση του τοίχου και το άλλο κοντά στην οροφή, που ορίζουν την τελική επιφάνεια του λασπώματος, ήτοι 0,5 cm πίσω από την τελική επιφάνεια του επιχρίσματος. Με βάση αυτά τα ράμματα και το (κατακόρυφο) επίπεδο που ορίζουν, ελέγχουμε το πάχος επιχρίσματος που θα προκύψει (ελάχιστο και μέγιστο), στη θέση του υποβάθρου που προεξέχει ή που υποχωρεί περισσότερο, και διορθώνουμε τα ράμματα αντιστοίχως. Στις θέσεις στις οποίες, ενδεχομένως, προκύπτει αναγκαίο πάχος επιχρίσματος μεγαλύτερο από 4 cm πρέπει να ληφθούν ειδικά μέτρα.3 Στη συνέχεια, με βάση τα προηγούμενα, τοποθετούμε άλλα κατακόρυφα ράμματα ανά αποστάσεις ενός μέτρου περίπου, και στερεώνουμε με γύψο, στα τρίτα του ύψους ορόφου (αλλά όχι απόσταση μεγαλύτερη από 2,0 m), μικρούς ξύλινους τάκους, των οποίων η εξωτερική επιφάνεια εφάπτεται στο ράμμα. Ο τάκος μπορεί να γίνει με κονίαμα, περίπου 10 x 10 cm. Μετά την πήξη των τάκων, αφαιρούνται τα ράμματα και κατασκευάζονται με το κονίαμα του λασπώματος και με τον πήχυ όρθιο, κατακόρυφες λωρίδες πλάτους 15 cm, στο πάχος που ορίζουν οι τάκοι. Αυτές οι λωρίδες είναι οι οδηγοί για την εκτέλεση της εργασίας. Οι απαιτήσεις της οικονομίας και της ταχύτητας έχουν περιορίσει τον ως άνω ακριβή (και ακριβό) τρόπο εργασίας μόνο στις «πολυτελείς» κατασκευές. Στις συνήθεις περιπτώσεις, κατασκευάζονται απ’ ευθείας οι οδηγοί, με βάση την πείρα και την ικανότητα του τεχνίτη, με ότι αυτό συνεπάγεται. 17. Η πρώτη στρώση ονομάζεται πεταχτό, ή ραντιστό ή πιτσιλιτό, και έχει σκοπό να δημιουργήσει μια αδρή επιφάνεια που θα βελτιώσει τη συνάφεια και θα εξασφαλίσει τη «συγκόλληση» του επιχρίσματος στην επιφάνεια υποδοχής. Γίνεται με υδαρές, πλούσιο τσιμεντοκονίαμα 1:3 ως 1:4 (τσιμέντο προς άμμο)* με μικρή περιεκτικότητα ασβέστη και με αδρανές περί τα 4 ή 5 mm, που εκτινάσσεται με το μυστρί και καλύπτει τη συνολική επιφάνεια. Εκτιμώμενο πάχος 6 ως 7 mm. Η στρώση του πεταχτού εφαρμόζεται στην επιφάνεια αμέσως μετά τον καθαρισμό της και πριν από τη δημιουργία των «οδηγών». Προηγείται η κάλυψη ή προστασία των εν επαφή ή γειτονικών κατασκευών που είναι ενδεχόμενο να βλαβούν. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η ανάγκη συγκολλήσεως του οροφοκονιάματος. Γι’ αυτό, όταν έχει χρησιμοποιηθεί στον ξυλότυπο λεία επιφάνεια, ή έχει γίνει κακή χρήση υλικών αποκολλητικών του ξυλοτύπου, ή έχει τοποθετηθεί θερμομόνωση στην κάτω επιφάνεια, πρέπει να αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο χρησιμοποιήσεως υλικών που επαυξάνουν την πρόσφυση ή ακόμη και οπλισμού αγκυρωμένου ή ανηρτημένου στη φέρουσα κατασκευή. Ενδεχομένως και μείωση (μέχρι καταργήσεως;) του πάχους του λασπώματος, για τη μείωση του βάρους. 18.Στη συνέχεια τοποθετείται οπλισμός του επιχρίσματος, μορφής πλέγματος, στις θέσεις που απαιτείται. Αυτές οι θέσεις είναι οι επιφάνειες του θερμομονωτικού υλικού του σκελετού (γενικώς οι περιοχές μειωμένης προσφύσεως) και οι θέσεις αλλαγής υλικού της επιφανείας υποδοχής (συνήθως σκελετού - τοίχου, λωρίδα 10 cm εκατέρωθεν). Επίσης στις θέσεις γεφυρώσεως περιοχών που δεν προσφέρουν έδραση (κάλυψη ομάδας σωλήνων). Η τοποθέτηση του οπλισμού πρέπει να γίνεται περί το μέσον του πάχους του επιχρίσματος, και επομένως το επίπεδό του πρέπει να απέχει μερικά χιλιοστά από τη στρώση επί της οποίας τίθεται, ώστε το κονίαμα που θα τον καλύψει να εισέρχεται από το άνοιγμα της βροχίδας (του «ματιού»), και να εγκιβωτίζει τον οπλισμό. Στο στάδιο αυτό τοποθετούνται επίσης, ακριβώς, τα στοιχεία προστασίας των εξεχουσών ακμών, τα οποία θα παίξουν ρόλο συμπληρωματικού «οδηγού», και οι σκοτίες, αν υπάρχουν.*Οι αναγραφόμενες αναλογίες είναι αναλογίες βάρους, κυρίως επειδή δεν είναι εύκολο να καθορίσεις μονοσήμαντα τον όγκο ενός συμπιέσιμου υλικού, όπως το τσιμέντο. Στο εργοτάξιο πρέπει να γίνει μια προσεγγιστική εκτίμηση για το βάρος του περιεχομένου των δοχείων που θα χρησιμοποιηθούν, αφού θα πρέπει να θεωρηθεί αναπόφευκτο, ότι οι αναλογίες θα καθορισθούν με μέτρηση κατ’ όγκον. Συχνά χρησιμοποιείται ως μέτρο μετρήσεως η «φτυαριά».4 Οι ακμές του στοιχείου προστασίας ακμής θα βρίσκονται στη συνάντηση των τελικών επιφανείων του επιχρίσματος (θα είναι η ίδια η ακμή) και θα είναι απολύτως ευθύγραμμες και κατακόρυφες. Τοποθετούνται ακόμα τα ειδικά στοιχεία διαμορφώσεως των αρμών διαστολής και της συναρμογής του επιχρίσματος με τις μονωτικές στρώσεις. Η ποικιλία των διατιθεμένων υλικών, πάχους, βροχίδας, ικανότητας κλπ. του οπλισμού είναι μεγάλη, παλαιότερα γαλβανισμένα ή ανοξείδωτα στοιχεία και σήμερα, ολοένα και περισσότερο, συνθετικά υλικά. Η επιλογή του κατάλληλου εξαρτάται από τις ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν. Η πρώτη στρώση διαβρέχεται και είναι νωπή κατά της εφαρμογή της επομένης. 19.Η τοποθέτηση της δευτέρας στρώσεως, του λασπώματος, γίνεται με βάση και με τη βοήθεια των «οδηγών», όταν αυτοί έχουν «τραβήξει» (πήξει), τουλάχιστον μία ημέρα αργότερα, αναλόγως συνθηκών περιβάλλοντος. Το ασβεστοτσιμεντοκονίαμα έχει συνήθως αναλογία ασβέστη - άμμου 1 : 2,5 ως 1 : 3,5, με 100 ως 150 kg τσιμέντου ανά κυβικό μέτρο κονιάματος, μέγιστο κόκκο άμμου περί τα 4 mm και πάχος στρώσεως 15 mm. Υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες αναλογιών. Εκτιμάται διάρκεια χρόνου χρήσεως 2,5 ως 3,5 ώρες, αναλόγως μεγάλης ή μικρής αναλογίας τσιμέντου. Το κονίαμα ρίχνεται, πλούσια, με το μυστρί μεταξύ δύο οδηγών και ύστερα ο τεχνίτης κινώντας τον πήχυ, οριζοντίως μεν δεξιά - αριστερά, κατακορύφως δε πιέζοντας και σύροντας εκ των κάτω προς τα άνω, με τον πήχυ κινούμενο επί των οδηγών, αφαιρεί το πλεονάζον υλικό και δημιουργεί επιφάνεια συνεπίπεδη με τους οδηγούς. Η κίνηση και πίεση του πήχυ λειτουργεί και ως εργασία συμπυκνώσεως του λασπώματος. Πάχος λασπώματος μεγαλύτερο των 4 cm θα γίνεται σε δύο στρώσεις, ενδεχομέ-νως με οπλισμό. Σε ιδιαιτέρως μεγάλα πάχη θα αντιμετωπίζεται η ανάγκη τοποθετήσεως σκελετού του οπλισμού και πιθανής στερεώσεώς του στον φέροντα οργανισμό ή και χρησιμοποιήσεως υλικών που επαυξάνουν την πρόσφυση - συγκόλληση Αν δημιουργηθούν μερεμέτια από τη διόρθωση της τοποθετήσεως κουτιών ή κασσών ή άλλων στοιχείων των εγκαταστάσεων ή από τη διόρθωση ελαττωματικών επιφανειών, αυτά γίνονται με την περαίωση του λασπώματος, οπότε έχει δημιουργηθεί με μεγάλη προσέγγιση η τελική επιφάνεια τοίχων και οροφών. Η εργασία πρέπει να είναι έντεχνη, ώστε η θέση του μερεμετιού να μην είναι εμφανής. Η επιφάνεια της δευτέρας στρώσεως πρέπει να υγραίνεται επί 7 ημέρες, τουλάχιστον (ιδίως αν είναι πλούσια σε τσιμέντο ή περιέχει ποζολάνες). Κατά την τοποθέτηση της τρίτης στρώσεως πρέπει να έχει σκληρυνθεί («τραβήξει») και να είναι νωπή. Πρέπει να παρέχει μία επίπεδη, ομαλή, αδρή επιφάνεια στην οποία θα προσκολληθεί η στρώση που δίνει την τελική εμφάνιση.20.Στην τρίτη στρώση χρησιμοποιείται (συνήθως) ως αδρανές υλικό (άμμος) λεπτόκοκκη μαρμαρόσκονη. Συνήθως (όταν δεν επιζητείται ή ύπαρξη μεγάλων κόκκων για λόγους τελικής εμφανίσεως) το κονίαμα κοσκινίζεται μετά την παρασκευή του και πριν χρησιμοποιηθεί. Επειδή η στρώση έχει πάχος λίγων χιλιοστών ονομάζεται συχνά «το ψιλό», αλλά επίσης (λόγω μαρμαρόσκονης) «το μάρμαρο».5 Το κονίαμα της στρώσεως θα είναι παχύ, σε αναλογία ασβέστη προς αδρανές 1:2 ως 1:2,5 με μικρή ποσότητα τσιμέντου (ίσως περί τα 100 kg), που βελτιώνει τη στεγανότητα και επιταχύνει την πήξη. Αν τοποθετείται χρωστική ουσία για την επίτευξη εγχρώμου επιχρίσματος, χρησιμοποιείται λευκό τσιμέντο. Εκτιμάται διάρκεια διαθέσιμου χρόνου χρήσεως 4 ως 5 ώρες. Μετά τον καθαρισμό και τη διαβροχή του λασπώματος, ο τεχνίτης τοποθετεί το κονίαμα σε μια σανίδα 30x30 cm περίπου, με λαβή (φραγκόφτυαρο), η οποία σύρεται εκ των κάτω προς τα άνω, κεκλιμένη, με την κάτω ακμή της να απέχει λίγο από τον τοίχο ώστε, κατά την κίνησή της να αφήνει πίσω της κονίαμα πάχους λίγων χιλιοστών, πεπιεσμένο και προσκολλημένο στη στρώση του λασπώματος. Η στρώση αυτή συμπιέζεται με το μυστρί και τρίβεται με το τριβίδι, ενώ διαβρέχεται, ώστε να γίνει ομαλή. Αυτή είναι η συνοπτική περιγραφή της, συνήθως, εκτελουμένης σήμερα εργασίας του «ψιλού», συνολικού πάχους 5 ως 6 mm. Πληρέστερος τρόπος, με καλύτερη απόδοση ποιότητας, σε απαιτητικές περιπτώσεις, αλλά και με διαφορετική τιμή μονάδος, είναι ο εκτελούμενος σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση λειτουργεί ως αστάρωμα, με τη διάστρωση μιας λεπτής στρώσεως που ωθείται ισχυρά, ώστε να εισέλθει στους πόρους και στις μικροκοιλότητες του λασπώματος, και ομαλοποιείται με το συνηθισμένο τριβίδι. Η δεύτερη φάση εκτελείται μόλις αρχίσει να «τραβάει» η προηγούμενη και, πριν ολοκληρωθεί η πήξη, διαστρώνεται λεπτότερη στρώση (σαν κρέμα), που δουλεύεται με τριβίδι επενδεδυμένο με λάστιχο (η αντικατάσταση με μαλακό υλικό - π.χ. πολυστερίνη - δεν είναι ισοδύναμη). Η επιφάνεια, μετά την πήξη της, διατηρείται νωπή, με διαβροχή ή λινάτσες για 3 μέρες τουλάχιστον, αναλόγως συνθηκών. Η καλή κατασκευή του επιχρίσματος, ως μορφής - εμφανίσεως, κρίνεται συνήθως από το «βέλος» που παρουσιάζεται κατά την τοποθέτηση δίμετρου, άκαμπτου κανόνα, σε οποιαδήποτε θέση της επιφανείας, εξαρτώμενο πάντως και από τις αποκλίσεις του υποστρώματος.6
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.