Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

" ... τα τεχνολογικά στοιχεία που περιέχονται στον αρχαίο ελληνικό μύθο συνδυάζουν την ποιητική πρόβλεψη με την τεχνική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου συνδυασμού είναι τα μυθικά αυτόματα, οι αυτοκίνητες μηχανές - δημιουργήματα θεών ή ανθρώπων ..."

Από παλαιότερο άρθρο του κ. Δημ. Καλλιγερόπουλου, Δρ Mηχ. Hλ., καθηγητή Τμήματος Αυτοματισμού του ΤΕΙ Πειραιά, μέλους του Δ.Σ. της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, δημοσιευμένο σε αφιέρωμα της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ το 2000

Μυθικά αυτόματα Η τεχνολογία στον αρχαίο ελληνικό μύθο Έγραψε και επιμελήθηκε ο Δημήτρης Καλλιγερόπουλος Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος, Δρ τεχνικών επιστημών, καθηγητής Τμήματος Αυτοματισμού ΤΕΙ ΠειραιάΟ αρχαίος ελληνικός μύθος πλάθεται σε μια περίοδο που ωριμάζει η ανάγκη να δοθεί μια φυσική ερμηνεία του κόσμου, να συνδεθεί η ποιητική φαντασία με την Ιστορία, να συνδυαστεί η τέχνη με την τεχνολογία. Έτσι, τα τεχνολογικά στοιχεία που περιέχονται στον αρχαίο ελληνικό μύθο συνδυάζουν την ποιητική πρόβλεψη με την τεχνική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου συνδυασμού είναι τα μυθικά αυτόματα, οι αυτοκίνητες μηχανές - δημιουργήματα θεών ή ανθρώπων.ΤΑ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ Η Ιλιάδα είναι η ποιητική περιγραφή ενός πολέμου. Είναι η πρώτη γραπτή ποιητική έκφραση των Ελλήνων, που περιγράφει την πολεμική σύγκρουση της στρατιάς των Αχαιών και των υπερασπιστών της Τροίας στην αιολική Μικρασία. Είναι μια σύγκρουση που προσωποποιείται στην πάλη δύο μεγάλων πολεμιστών ηρώων: του συμβόλου της ομορφιάς, της αντρειοσύνης, της δύναμης, Αχιλλέα, και του θαρραλέου, περήφανου, αφοσιωμένου στην πατρίδα του Έκτορα. Μια σύγκρουση που γίνεται κάτω από το βλέμμα, την παρότρυνση, ακόμη και τη συμμετοχή των θεών. Έτσι και οι τεχνολογικές αναφορές στην ομηρική Ιλιάδα είναι πολεμικές, ηρωικές, θεϊκές.ΟΙ ΑΥΤΟΜΑΤΕΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ "Όταν η Ήρα την απόφαση πήρε να μπει κι αυτή στον πόλεμο, μαζί με την κόρη της Αθηνά, στο πλευρό των Ελλήνων «έτρεξε κι ετοίμασε τα χρυσοστέφανα άλογά της. Κι η Ήβη ευθύς επέρασε στου σιδερένιου άξονα τις δύο άκρες τους στρογγυλούς και χάλκινους τροχούς με τις οκτώ ακτίνες. Ο γύρος τους ήταν από άφθαρτο χρυσό κι επάνω χάλκινα στεφάνια εφαρμοστά είχαν, που ήταν θαύμα να τα βλέπεις. Κι ήταν από ασήμι τριγύρω από τον άξονα τα δυο τους κεφαλάρια. Ο δίφρος ήταν στεριωμένος πάνω στον άξονα με χρυσοστόλιστα λουριά κι ασημοστόλιστα και με διπλά στεφάνια ολόγυρα. Από το ασημένιο το τιμόνι έδεσε στην άκρη τον όμορφο χρυσό ζυγό κι επέρασε από παντού όμορφα χρυσοστόλιστα ζυγόλουρα». (Ε 720-733) Και μετά τη Θαυμαστή αυτή περιγραφή του θεϊκού άρματος, η Ήρα ζεύει τα γρήγορα άλογά της, τα χτυπά με το μαστίγιο και τότε «αυτόματα (από μόνες τους) άνοιξαν τρίζοντας οι πύλες του ουρανού (αυτόματοι δε πύλαι μύκου ουρανού) που τις κρατούσαν οι Ώρες. Γιατί αυτές είχαν το χρέος ν’ ανοίγουν και να σκεπάζουν με σύννεφο πυκνό τον μέγα ουρανό και τον Όλυμπο». (Ε 749-752) Η φανταστική αυτή ποιητική εικόνα των αυτόματων πυλών του ουρανού, που με το χτύπημα του μαστίγιου της Ήρας ανοίγουν τρίζοντας από μόνες τους, δεν έχει τη σαφήνεια, την ακρίβεια, την πληρότητα της τεχνικής περιγραφής του θεϊκού άρματος. Εισάγει όμως την έννοια της αυτόματης κίνησης, εκφράζει ίσως μιαν ασαφή τεχνική πρόθεση, ένα φανταστικό τεχνικό όραμα, και ανοίγει το δρόμο για λεπτομερέστερες περιγραφές αυτόματων μηχανών που αποδίδονται σε μια από τις τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας, στον μεγάλο μάστορα του Ολύμπου, τον Ήφαιστο.1 / 10 Το άρμα της Ήρας και η αυτόματη πύλη του ουρανούΤο αυτόματο πλοίο των ΦαιάκωνΤρίποδας κινητόςΤρίποδας αυτοκίνητοςΤΑ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΤΕΥΚΤΑ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ Στη Ραψωδία Σ, που φέρνει τον τίτλο Οπλοποιία, κατασκευάζει ο χαλκουργός θεός για χάρη της Θέτιδας τα περίφημα όπλα του Αχιλλέα. Εκεί συγκεντρώνει ο Όμηρος και τα πιο σημαντικά αυτόματα ηφαιστειότευκτα. Στην οπλοποιία του ο ποιητής τολμά να μπει στο αρχοντικό και στο εργαστήρι του ξακουστού για την τέχνη του θεού, τολμά να τον περιγράψει πάνω στη δουλειά του περιστοιχισμένο από τα εργαλεία, τις μηχανές και τα έργα του. Και εκεί, στα άδυτα της μυθικής τεχνολογίας, ο ποιητής περιγράφει με τη φαντασία του έργα θαυμαστά, θαυματουργά, θαύμα να τα βλέπεις. Θαύμα, τόσο με την έννοια του θαυμασμού που προκαλεί η τελειότητα της κατασκευής τους, όσο και με την έννοια του υπερφυσικού, του απραγματοποίητου, του φανταστικού, της ακατόρθωτης, της ανεκπλήρωτης τεχνικής επιθυμίας, που η ολοκλήρωσή της αποδίδεται στους θεούς. Και όταν στον ομηρικό μύθο ο Αχιλλέας, έπειτα από πολύχρονη πεισματική του άρνηση, αποφασίζει να συμμετάσχει στον πόλεμο των Αχαιών, τρέχει η μάνα του η Θέτιδα να βρει το φημισμένο ολύμπιο οπλουργό, να του ζητήσει όπλα να φτιάξει καινούργια για το γιο της. «Εγώ θ’ ανέβω τώρα στον Όλυμπο τον υψηλό, στην κατοικία του 'Ηφαιστου, του περίφημου για την τέχνη τον (κλυτοτέχνην), να ιδώ αν θέλει για το γιο μου να φτιάξει άρματα λαμπρά και φημισμένα», λέει η Θέτιδα. (Σ142-144)2 / 10 Οι αυτόματες μηχανές στα έπη του ΟμήρουΗ Μήδεια και ο μπρούντζινος γίγαντας ΤάλωςΗ μεταλλική πύλη και τα σκυλιά του ΑλκίνοουΤον Ήφαιστο βαστάζουν χρυσές ΘεραπαινίδεςΑΥΤΟΜΑΤΟΙ ΤΡΙΠΟΔΕΣ Σαν φτάνει η Θέτιδα στον Όλυμπο αντικρίζει το μπρούντζινο αρχοντικό του Ηφαίστου, που απ’ τ’ άλλα οικήματα των θεών ξεχώριζε. Κι εκεί: «Τον βρήκε μέσ' στον ιδρώτα να στριφογυρνά γύρω απ’ τα φυσερά του, γιατί βιαζότανε. Είκοσι όλους κι όλους μαστόρευε τρίποδες, για να στέκουν γύρω-γύρω στην αίθουσα την στεριοκάμωτη κατά μήκος των τοίχων. Και κάτω από τη βάση καθενός άρμοζε ρόδες χρυσές, για να μπορούν αυτόματα, από μόνοι τους, αυτοκινούμενοι (μοναχοσάλευτοι, λέει ο Κακριδής, αυτόματοι, λέει ο Όμηρος) να μπαίνουν στων θεών τη σύναξη και πάλι μόνοι να γυρνούν στο οίκημα. Ένα θαύμα να τους βλέπει κανείς (θαύμα ιδέσθαι). Οι τρίποδες είχαν σχεδόν τελειώσει και μόνο τα χερούλια τους τα ψιλοδουλεμένα δεν είχαν δεθεί ακόμα πάνω τους. Αυτά ακριβώς εταίριαζε και τα καρφιά που τα συνέδεαν σφυρηλατούσε ο Ήφαιστος. Κι όπως τα εμαστόρευε με τη σοφή του τέχνη (ιδυίησι πραπίδεσσιν) να κι έρχεται κοντά η λευκόποδη Θέτιδα.» (Σ 372-381) 3 / 10 Οι τρίποδες είναι πολύτιμα σκεύη, που τα συναντάμε συχνά σαν δώρα αρχοντικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Τρίποδες χάρισε ο Αλκίνοος στον Οδυσσέα ξεπροβοδίζοντας τον για την Ιθάκη, τρίποδες πρόσφερε και ο Αγαμέμνων προς τον Αχιλλέα ζητώντας του να μπει στη μάχη. Τα σκεύη αυτά, σταθερά είτε κινητά, με ρόδες από κάτω, χρησίμευαν για την προσφορά οίνου ή νερού στους φιλοξενούμενους είτε ακόμη ως τελετουργικά σκεύη στις θυσίες και τις θρησκευτικές τελευτές. Τέτοιους λοιπόν κινητούς τρίποδες έφτιαχνε κι εδώ ο Ήφαιστος. Ρόδα προσάρμοζε στη βάση τους. Κι ήταν η ανάγκη προφανής τα σκεύη αυτά να μπορούν να κινούνται. Από μόνα τους όμως; Αυτό που ο Ήρων κατασκευάζει και περιγράφει με λεπτομέρειες μερικούς αιώνες αργότερα στα κινητά του αυτόματα, ο Όμηρος, ο ποιητής, το νιώθει σαν ανάγκη, το προβλέπει το φαντάζεται, αισθάνεται ότι είναι δυνατόν να γίνει, το παρουσιάζει, το τραγουδά και το αποδίδει στον μεγάλο μάστορα.ΑΥΤΟΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΑ ΦΥΣΕΡΑ Λίγο πιο κάτω, στην ίδια ραψωδία, ο ποιητής περιγράφει τον Ήφαιστο να δουλεύει με τα φυσερά του. «Αυτά σαν είπε την άφησε (τη Θέτιδα) κει που ’ταν κι αυτός πήγε στα φυσερά τον, τα ’στρεψε προς τη φωτιά και τα πρόσταξε (τα κέλευσε) ν’ αρχίσουν να δουλεύουν (κέλευσέ τε εργάζεσθαι, λέει ο Όμηρος). Και τα φυσερά, είκοσι όλα μαζί, φυσούσανε μέσ’ στα καμίνια βγάζοντας κάθε λογής δυνατό αέρα, άλλοτε γρήγορα σαν βιαζότανε κι άλλοτε αργά, όπως ήθελε ο Ήφαιστος κι όπως το ζητούσε η δουλειά του. Και μέσα στη φωτιά βάζει αλύγιστο χαλκό και κασσίτερο και πολύτιμο χρυσό και ασήμι. Κατόπιν βάζει στη θέση του ένα αμόνι θεόρατο και παίρνει στο ένα χέρι του σφυρί γερό και μια μασιά στο άλλο.» (Σ 468-477) Αυτή είναι η περιγραφή του μεγάλου μεταλλουργείου, του θεϊκού χυτηρίου, όπως ο χαλκιάς δουλεύει στη φωτιά χαλκό και κασσίτερο, χρυσό κι ασήμι, μέταλλα με πολύ υψηλό σημείο τήξης. Χρειάζεται γι’ αυτό είκοσι συνολικά φυσερά, για ν’ ανεβάσει τη θερμοκρασία στο καμίνι, να πυρώσει και να λιώσει τα μέταλλα. Τα φυσερά αυτά, που χρησιμοποιούσαν οι θνητοί μεταλλουργοί στα δικά τους καμίνια και που βλέπουμε σε παραστάσεις αγγείων, ήταν χειροκίνητα, δουλεύονταν από έναν ή δύο άντρες μαζί κι ήταν θεόρατα στις διαστάσεις τους. Κι όμως, στο θεϊκό εργαστήρι του ο Ήφαιστος βρίσκεται μόνος του, χωρίς βοηθούς και αρκείται να προστάξει είκοσι μαζί φυσερά για να αρχίσουν αυτά να δουλεύουν. Κι όχι μόνο αυτό. Αλλά τα φυσερά αυτορυθμίζονται κι αυξομειώνουν την ταχύτητα λειτουργίας τους ανάλογα με τις ανάγκες της δουλειάς. Σύλληψη μεγαλοφυής. Πόθος συνάμα κι επιθυμία κάθε τεχνίτη μεταλλουργού, ανάγκη βγαλμένη από τις απαιτήσεις της δουλειάς. Τεχνικό όραμα, τεχνική σκέψη που προκύπτει ακόμη και απ’ τις ανάγκες του ίδιου του ποιήματος. Πώς αλλιώς θα ’φτιάχνε τα περίφημα έργα του μόνος ο Ήφαιστος; Και πώς αυτός που ξέρει αυτόματους τρίποδες για τους θεούς να φτιάχνει δεν θα σκάρωνε και για το δικό του εργαστήρι κάτι ανάλογης έμπνευσης; Πώς, τέλος, θα ξεχώριζε το θεϊκό από το κοινό εργαστήρι αν όχι στην τεχνολογία, την εφευρετικότητα, την πρωτοτυπία;ΧΡΥΣΕΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ Κι ο Ήφαιστος δεν σταματά εκεί. Πρέπει το δύσκολο κι ελπιδοφόρο έργο του να ολοκληρώσει. «Είπε, κι από τη θέση του αμονιού σηκώθηκε ο πελώριος όγκος αγκομαχώντας και κουτσαίνοντας. Και κάτω κινούνταν γρήγορα οι αδύνατες κνήμες του. Βάζει μακριά απ’ τη φωτιά τα φυσερά του κι όλα τα σύνεργα της δουλειάς του τα συνάζει σ’ ένα κιβώτιο από άργυρο φτιαγμένο. Και με σφουγγάρι εσφόγγισε από τα δυο μέρη το πρόσωπο και τα δύο του χέρια και το γερό του λαιμό και τα δασύτριχά του στήθη. Και φόρεσε χιτώνα πάνω του, πήρε και σκήπτρο χοντρό και βγήκε κουτσαίνοντας από την πόρτα. Από το πλάι τον κράταγαν χρυσές θεραπαινίδες, γυναίκες χρυσές, σκλάβες από χρυσό (βάγιες χρυσές, λέει ο Κακριδής, αμφίπολοι χρύσειαι, λέει ο Όμηρος), που έμοιαζαν με ζωντανές κοπέλες (ζωήση νεήνισιν ειοικυϊιαι). Μέσα τους είχαν λογικό, είχαν φωνή και δύναμη κι απ’ τους αθάνατους θεούς έμαθαν κάθε τέχνη. Αυτές πλάι στον αφέντη τους βάδιζαν γοργά και τον υποβαστάζαν. Κι αυτός με κόπο πλησιάζοντας τη Θέτιδα πάνω σε θρόνο λαμπρό καθίζει». (Σ 410-422) 4 / 10 Στ’ αλήθεια, τα θαυμαστά επιτεύγματα του τεχνολόγου θεού ολοκληρώνονται με την κατασκευή δύο ανθρωπόμορφων μηχανών, δύο ρομπότ, που έχουν λογικό, φωνή και δύναμη, κι είναι σε θέση να κουβαλάνε τον κουτσοπόδαρο στα χέρια. Η φαντασία του ποιητή δίνει ζωή στις μηχανές, φτιάχνει ζωντανές μηχανές. Κι αν ο τεχνολόγος θεός μπορεί να δώσει κίνηση σε μηχανές, αν μπορεί να φτιάξει αυτόματα και αυτορυθμιζόμενα συστήματα, τότε γιατί να μην ολοκληρώσει το τεχνολογικό του όραμα ο ποιητής και να δημιουργήσει μηχανές, όμοιες με ζωντανές κοπέλες, σαν όντα αληθινά, καθ’ άπερ της αληθείας; Αυτά είναι τα θαυμαστά αυτόματα έργα του Ήφαιστου που στολίζουν το θεϊκό εργαστήρι του. Χάρις σ’ αυτά έφτιαξε ο φημισμένος οπλουργός τα όπλα του Αχιλλέα, που η περιγραφή τους ξεπερνά τα όρια της διάλεξης αυτής. Ας περάσουμε όμως στα αυτόματα της Οδύσσειας.Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ Αν η Ιλιάδα είναι το έπος του πολέμου, η Οδύσσεια είναι το έπος για την τέχνη της θάλασσας. Αν η Ιλιάδα είναι ένας ύμνος στη ρώμη και την ομορφιά του θεϊκού Αχιλλέα, η Οδύσσεια είναι ένας ύμνος στην ευστροφία και την εφευρετικότητα του πολυμήχανου Οδυσσέα. Κι αν στην Ιλιάδα τα τεχνικά επιτεύγματα του ανθρώπου αποδίδονται στους θεούς, στην Οδύσσεια θεωρούνται τα τεχνικά επιτεύγματα στην κύρια πλευρά έργα ανθρώπινα, επώνυμων είτε συνήθως ανώνυμων μαστόρων, είτε ακόμη μακρινών και αναπτυγμένων πολιτισμών, σαν αυτόν των Φαιάκων.Τα αυτόματα πλοία των Φαιάκων που τα κάνουν όλα μόνα τους, με τεχνητή νοημοσύνη ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ Στο έπος της Οδύσσειας, το θαλασσινό, ο Όμηρος περιγράφει με θαυμασμό τον πολιτισμό ενός μυθικού λαού, του λαού των Φαιάκων, ενός λαού που κατοικεί στη Σχερία, στην άκρη της Γης, όπου οι άνδρες κατέχουν άριστα τη θαλασσινή τέχνη, οι γυναίκες είναι φημισμένες για τα υφαντά τους, και τα έργα τους στη ναυπηγική, την οδήγηση των πλοίων, την αρχιτεκτονική, τη γεωπονία, την άρδευση και ύδρευση των κήπων είναι μοναδικά. Η ιστορικότητα των Φαιάκων δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί. Λάθος θεωρείται η αρχαία ακόμη προκατάληψη ότι η Σχερία ήταν η Κέρκυρα. Ο ποιητής συνοψίζει μάλλον στα έργα του μυθικού αυτού λαού, στον τελευταίο σταθμό της Οδύσσειας, τις αξιολογότερες τεχνολογικές εμπειρίες και τα σημαντικότερα επιτεύγματα πολλών θαλασσινών λαών της Μεσογείου.Το λιμάνι της Σχερίας5 / 10 ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΚΙΝΟΟΥ Η περιγραφή του ποιητή της Οδύσσειας για το παλάτι του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου ξεπερνά τις ομηρικές περιγραφές στην Ιλιάδα, για τα παλάτια των Ολύμπιων θεών. Κι εδώ θριαμβεύει η τέχνη των μετάλλων. Μπρούντζινα κατώφλια, μπρούντζινοι τοίχοι, πόρτες χρυσές με ασημένιους παραστάτες, όλα δείχνουν μιαν εξαιρετικά αναπτυγμένη μεταλλοτεχνία. «Ο Οδυσσέας βάδιζε προς τα ανάκτορα του Αλκίνοου τα ξακουστά κι ο νους τον λόγιαζε πολλά καθώς στεκόταν μπρος στο μπρούντζινο κατώφλι. Γιατί το πανύψηλο ανάκτορο τον Αλκίνοου του μεγαλόκαρδου είχε τη λάμψη του ήλιου και του φεγγαριού. Επειδή μπρούντζινοι τοίχοι ορθώνονταν κι απ’ τις δυο πλευρές, απ’ το κατώφλι ως το βάθος του οικήματος. Κι ολόγυρα το ακρότοιχο ήταν από λαζούρι (κυάνοιο). Πόρτες μαλαματένιες έκλειναν τ’ ανάκτορο το γεροχτισμένο. Και παραστάτες ασημένιους είχανε βάλει στο μπρούντζινο κατώφλι και ανώφλι ασημένιο και μαλαματένιο χερούλι». (η 81+90) Κι όχι μόνο αυτά. Αλλά να ’σου, μπροστά στην πόρτα του παλατιού του θνητού αυτού άρχοντα, στέκονται δυο αυτόματα έργα του θεϊκού Ηφαίστου, δυο σκυλιά ρομπότ, από χρυσάφι και ασήμι, που άγρυπνα φυλάνε το αρχοντικό του Αλκίνοου στους αιώνες. Ηφαιστειότευκτα της Οδύσσειας στη χρήση ενός ανθρώπου Και είναι, μετά από τα αυτόματα που συναντήσαμε στο θεϊκό εργαστήρι του Ήφαιστου, στην οπλοποιία της Ιλιάδας, το τελευταίο αυτόματό του, μακριά απ’ τον Όλυμπο στημένο. «Από το ένα κι από το άλλο μέρος (της πόρτας τον Αλκίνοου) ήσαν χρυσοί κι ασημένιοι σκύλοι, που ο Ήφαιστος τους έφτιαξε με το πολύτεχνο μυαλό του. Κι ήταν αθάνατοι κι αγέραστοι στους αιώνες, για να φυλάνε του Αλκίνοου τα παλάτια». (η 91-94)ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΠΝ ΦΑΙΑΚΩΝ Τη λιμενοποιητική και τη ναυπηγική τέχνη των Φαιάκων περιγράφει ο ποιητής με τα λόγια: «Γύρω από την πόλη υπάρχει τείχος υψηλό, κι απ’ τις δυο μεριές της πόλης λιμάνι ομορφοφτιαγμένο με είσοδο στενή. Και τα γοργοκίνητα καράβια εμποδίζουν τη δίοδο, γιατί όλοι οι Φαίακες έχουν, καθένας, δικό τον ταρσανά. Εκεί είναι και η λιθόστρωτη αγορά τους, γύρω από τ’ όμορφο ιερό του Ποσειδώνα. Εκεί κατασκευάζουν τ’ άρμενα των μαύρων καραβιών, πανιά και παλαμάρια, και πελεκάνε τα κουπιά. Γιατί δεν ενδιαφέρονται οι Φαίακες για τόξα ή για φαρέτρες, παρά για τ’ άρμπουρα και τα κουπιά και για τα ζυγιασμένα καράβια, που μ ’ αυτά, χαρά γεμάτοι, την αφρισμένη θάλασσα διασχίζουν». (ζ 262-272) Αυτός ο θαλασσινός λαός, με τα λιμάνια και τους ταρσανάδες του, με τα καλοζυγιασμένα καράβια και τους χαρούμενους επαγγελματίες ναυτικούς του, διαθέτει κατά τον ποιητή μιαν ιδιαίτερα υψηλή, ανώτερη των άλλων, ναυπηγοκατασκευαστική τεχνολογία. Τα πλοία των Φαιάκων είναι αυτόματα. Ξέρουν από μόνα τους να ταξιδεύουν, να προσανατολίζονται, να κατευθύνονται στον προορισμό τους χωρίς κυβερνήτες, χωρίς πηδάλιο. Ακολουθούν την ορθή κατεύθυνση, ακόμη κα όταν είναι συννεφιά ή νύχτα, χωρίς δηλαδή να συμβουλεύονται, κατά τον πατραπαράδοτο τρόπο των ναυτικών, τα αστέρια. Είναι ταχύτατα και τις θαλασσινές αποστάσεις διανύουν σε χρόνο ελάχιστο, αφού σ’ ένα μερόνυχτο τελικά μετέφεραν τον Οδυσσέα από τη μακρινή Σχερία στην Ιθάκη. Κι είναι ασφαλή, φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο, που ούτε βλάβη να παθαίνουν ούτε να βουλιάζουν ποτέ. Την περιγραφή των εξαίσιων αυτόματων αυτών πλοίων κάνει ο ίδιος ο βασιλιάς Αλκίνοος, όταν ζητά απ’ τον Οδυσσέα να του πει τη χώρα και τον προορισμό του. «Πες μου για τη χώρα και το λαό σου και την πόλη σου για να σε πάνε εκεί τα πλοία μας τα κατασκευασμένα με σκέψη (τιτυσκόμεναι φρεσί νήες, που ορθότερα πρέπει να μεταφραστεί: τα πλοία με την κατασκευασμένη σκέψη, με την τεχνητή νοημοσύνη, τα πλοία με τους διαλογισμούς τους, όπως λένε οι Καζαντζάκης - Κακριδής). Γιατί δεν υπάρχουν κυβερνήτες στα πλοία των Φαιάκων, ούτε πηδάλια σαν αυτά που έχουν τα άλλα καράβια. Παρά τα πλοία των Φαιάκων ξέρουν τις διαθέσεις και τις σκέψεις των ανθρώπων και γνωρίζουν τις πατρίδες όλων και με εξαιρετική ταχύτητα (λάιτμα τάχιστα, σαν τα πουλιά) διανύουν τις θαλασσινές αποστάσεις, ακόμη κι όταν έχει σκοτάδι και συννεφιά. Και ποτέ δεν υπάρχει φόβος να πάθουν καμιά βλάβη ούτε ν’ αφανιστούν». (θ 555-563) 6 / 10 Έκπληξη ιδιαίτερη προκαλεί η έκφραση που χρησιμοποιεί ο ποιητής για τα αυτόματα πλοία των Φαιάκων, «νήες τιτυσκόμεναι φρεσί» - πλοία σκεπτόμενα, κατασκευασμένα να σκέπτονται, κατασκευασμένα με σκέψη, με τεχνητή νοημοσύνη, θα λέγαμε σήμερα. Και υπονοεί, είτε φαντάζεται ένα ολόκληρο τεχνικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο θα στηριζόταν αυτή η τεχνητή νοημοσύνη. Πρώτα απ’ όλα, λέγοντας ότι τα πλοία των Φαιάκων γνωρίζουν τις πατρίδες όλων των ανθρώπων και μπορούν να οε πάνε οπουδήποτε, αρκεί να τους δώσεις τον τελικό σου στόχο, ο ποιητής υπονοεί άριστη γνώση της γεωγραφίας, ίσως λεπτομερή χαρτογράφηση, γνώση των δρόμων της θάλασσας, έτσι που σε κάθε προορισμό να είναι με ακρίβεια προδιαγεγραμμένη η πορεία. Έπειτα η άποψη ότι τα πλοία δεν έχουν κυβερνήτες, ούτε πηδάλια όπως τ’ άλλα καράβια, αλλά ταξιδεύουν από μόνα τους κι ακόμη ότι δεν χρησιμοποιούν τις κλασικές μεθόδους προσανατολισμού με βάση τα άστρα κρύβει την επιθυμία, την πρόθεση, το όραμα, ίσως την επινόηση ή ακόμη και τη φήμη, για την κατασκευή οργάνων θαλασσοπορείας, αστρολάβων, μηχανισμών περίπλοκων σαν αυτόν, τον πολύ νεότερο, των Αντικυθήρων, μηχανών ακόμη που επιτρέπουν την αυτόματη πλοήγηση, τον έλεγχο της πορείας του πλοίου, με μέσα διάφορα από τα μέχρι τότε γνωστά. Υπονοεί, δηλαδή, γνώση της αστρονομίας, των μαθηματικών, της μηχανικής, της αυτοματοποιητικής και μιαν αναπτυγμένη τεχνολογία κατασκευής λεπτών αστρολογικών οργάνων και αυτόματων μηχανισμών ελέγχου --επιστήμες και επιτεύγματα που λίγα χρόνια αργότερα άρχισαν όσο γνωρίζουμε να διαμορφώνονται στον ελληνικό χώρο με τη συμβολή των φυσικών φιλοσόφων της Ιωνίας. Θεωρώντας, τέλος, ότι τα πλοία αυτά δεν έχουν φόβο να πάθουν βλάβη ή να βουλιάξουν, ο ποιητής προϋποθέτει μεγάλη κατασκευαστική δεινότητα, εφευρετικότητα και ιδιαίτερη ναυπηγική δεξιοτεχνία. Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι τα επιτεύγματα αυτά που υπέθεσε, φαντάστηκε είτε άκουσε ο ποιητής, τα απέδωσε σε ανθρώπους και όχι σε θεούς, έκφρασε έτσι τεχνολογικά οράματα, πόθους και επιθυμίες των ναυτικών, σκέψεις των τεχνικών, των μηχανικών και των μαστόρων, στολισμένες με ποιητική φαντασία, αλλά και με τη βεβαιότητα ότι μπορούν, θα μπορούσαν, να γίνουν πραγματικότητα. Πέρα από τους Φαίακες όμως, το έπος της Οδύσσειας εκφράζει από μόνο του ένα θρίαμβο της τεχνολογίας.Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ Ενώ η Ιλιάδα τελειώνει με το θάνατο του Αχιλλέα, του ήρωα για τον οποίο γράφτηκε το πρώτο αυτό ομηρικό έπος, του συμβόλου της ανδρείας, της δύναμης και του κάλλους, την πολυπόθητη νίκη στο δεκάχρονο πόλεμο των Αχαιών τη φέρνει η εφευρετικότητα του πολυμήχανου αυτού που μηχανές επινοεί, που τέχνες μηχανεύεται, του πολύμητι, του πολύβουλου, του πολύξερου, ποικιλομήτη, γνώστη πολλών τεχνών, Οδυσσέα. Η λύση του Τρωικού Πολέμου και η νίκη των Αχαιών τραγουδιέται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια και καταχτιέται με ένα ξύλινο έργο τέχνης, έργο του τεχνίτη Επειού, γιγάντιο, κινητό, με μυστικές κρύπτες, έργο του νου, της ευστροφίας αλλά και της δεξιοτεχνίας, της τεχνικής, της εμπειρίας από την κατασκευή των ξύλινων πλοίων, των ξύλινων ικριωμάτων και των πολεμικών μηχανών - ο Δούρειος Ιππος (ίππος ξεστός, ίππους δουράτευς). Τον ίδιο τον κατασκευαστή του Δούρειου Ίππου Επειό, ενώ η Ιλιάδα τον περιφρονεί και οι Αχαιοί βασιλιάδες τον ταπεινώνουν προστάζοντάς τον να κουβαλάει νερό στις σκηνές τους, στην Οδύσσεια η Αθηνά η ίδια τον ορίζει υπεύθυνο για την κατασκευή του πελώριου, σύνθετου αυτού τεχνικού έργου.7 / 10 Ο δούρειος ίπποςΣτα έπη «Ιλιάς Μικρά» και «Ιλίου Πέρσις» προβάλλεται ιδιαίτερα η τέχνη του Επειού, που μέσα σε λίγες μέρες κατόρθωσε να στήσει, να καρφώσει, να σκαλίσει ένα θεόρατο ξύλινο άλογο, με κρυφά ανοίγματα από τις δυο πλευρές του, και που η κοιλιά του χώραγε, κατά τον μύθο, όχι λιγότερους από τρεις χιλιάδες αρματωμένους Αχαιούς. «Κι ύστερα (ο Οδυσσέας) κατά τον Απολλόδωρο, επινόησε την κατασκευή τον Δούρειου Ίππου και την ανάθεσε στον Επειό, που ήταν αρχιτέκτονας. Από την Ίδη αυτός ξύλα έκοψε και κατασκεύασε άλογο, κούφιο στο εσωτερικό του, με πόρτες στα πλευρά. Σ’ αυτό ο Οδυσσέας έπεισε πενήντα απ’ τους καλύτερους άνδρες του να μπουν, ή όπως λέει ο συγγραφέας της Μικρής Ιλιάδας, τρεις χιλιάδες». (Απολλοδώρου, επιτομή, Γ, 14)Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ Σύμβολα όμως της τεχνολογίας και μυθικά αυτόματα δεν υπάρχουν μόνο στα ομηρικά έπη, αλλά συνεχίζουν να στολίζουν και τους κατοπινούς μύθους, όπως αυτόν της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Η εκστρατεία του Ιάσονα και των Αργοναυτών από τη θεσσαλική Ιωλκό στη μακρινή Κολχίδα, όπου βασίλευε ο βασιλιάς Αιήτης, είναι κι αυτός ένας παλιός ναυτικός μύθος, στολισμένος με τεχνολογικά επιτεύγματα, γοργοτάξιδα καράβια, παλάτια περίφημα, έργα αναπτυγμένης αρχιτεκτονικής, μυθικά κατασκευάσματα της μεταλλοτεχνίας και χάλκινα ρομπότ της αρχαιότητας, μηχανές ίδιες με ζωντανά όντα. Τα πιο πολλά απ’ τα έργα αυτά είναι και δω δημιουργήματα του τεχνουργού χαλκωματά θεού Ηφαιστου, μερικά ακόμη αξιοθαύμαστα Ηφαιστειότευκτα.ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΒΡΥΣΕΣ ΤΟΥ ΑΙΗΤΗ Φτάνοντας στη μακρινή Κολχίδα ο Ιάσονας επισκέπτεται με τους άνδρες του το παλάτι του βασιλιά Αιήτη. Ενα παλάτι αξιοθαύμαστο, σημαντικό έργο της αρχαίας αρχιτεκτονικής, στολισμένο με νέα Ηφαιστειότευκτα, υδραυλικά συστήματα που δουλεύουν ασταμάτητα (αέναα), βρύσες με διάφορα υγρά που αναβλύζουν, ζεστά και κρύα, που προϋποθέτουν πολύπλοκους υδραυλικούς μηχανισμούς.8 / 10 Στα Αργοναυτικά του ο Απολλώνιος ο Ρόδιος εξιστορεί την είσοδο του Ιάσονα στο βασιλικό παλάτι: «Στην είσοδο στεκόντουσαν και θαύμαζαν το τείχος το βασιλικό και τις φαρδιές τις πόρτες και τις κολόνες, που στη σειρά ορθώνονταν γύρω στους τοίχους. Πέτρινο στέγαστρο σκέπαζε από πάνω το παλάτι, στερεωμένο πάνω σε χάλκινες γλυφίδες. Σιωπηλοί αυτοί πέρασαν το κατώφλι. Και δίπλα φύτρωναν ψηλές κληματαριές, γεμάτες φύλλα χλωρά. Και από κάτω τους έτρεχαν τέσσερις βρύσες, που ποτέ δεν σταματούσαν (αέναοι, που έρρεαν αδιάκοπα) και που ο Ήφαιστος ο ίδιος τις σκάλισε, τις έσκαψε, τις έφτιαξε (ελάχηνεν). Κι από την πρώτη ανάβλυζε γάλα, από την άλλη κρασί, από την τρίτη λάδι αρωματικό. Κι η τέταρτη έβγαζε νερό, που ζεστό έτρεχε σαν έδυαν οι Πλειάδες και παγωμένο κρύσταλλο μέσα απ’ τον κούφιο βράχο πήδαγε σαν οι Πλειάδες στον ουρανό ανέβαιναν. Τέτοια λοιπόν αξιοθαύμαστα έργα μέσ’ στο παλάτι του Κυταίου Αιήτη ο τεχνικός (τεχνήεις, ο επιδέξιος) Ήφαιστος εδούλεψε». (Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, 3, 215-229) Την πιο αναλυτική όμως περιγραφή ενός μυθικού αρχαίου ρομπότ, ενός μεταλλικού αυτοκίνητου Ηφαιστειότευκτου με υδραυλικό μηχανισμό, έχουμε για το γίγαντα της Κρήτης Τάλω, που οι Αργοναύτες συναντούν στο μεγάλο ταξίδι του γυρισμού τους.Ο ΜΠΡΟΥΝΤΖΙΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΑΛΩΣ Οι περιγραφές του μυθικού αυτού ρομπότ ποικίλλουν από συγγραφέα σε συγγραφέα. Ο Παυσανίας, αφαιρώντας από το γίγαντα αυτόν τα φανταστικά στοιχεία γύρω από τη μηχανική κατασκευή του, παρουσιάζει τον Τάλω σαν πανάρχαιο άρχοντα της Κρήτης, γιο του Κρητός, πατέρα του Ηφαίστου. (Παυσανίας, 8, 53, 5). Ο Πλάτωνας τον θεωρεί νομοφύλακα της Κρήτης, που πήρε την επωνυμία του χάλκινου από τους χάλκινους πίνακες με τους νόμους που κρατούσε. (Πλάτων, Μίνως, 320 c). Όμως ο μύθος έπλασε μέσα στους αιώνες από τον Τάλω έναν χάλκινο γίγαντα (χάλκειος, χαλκούς ανήρ). Τον έπλασε έχοντας για ζύμη τις μνήμες των ανθρώπων, τους θρύλους, τη φαντασία των ποιητών, αλλά και τη φαντασία των μαστόρων που ξέρουν να επεξεργάζονται το χαλκό, να τον δουλεύουν με τη φωτιά, να τον κάνουν σκληρό και αδιαπέραστο, που ξέρουν να φτιάχνουν σωλήνες, σύριγγες, μεμβράνες, συστήματα, υδραυλικά, που ποθούν να φτιάξουν κινούμενες μηχανές, που επιθυμούν να εκφράσουν το θαυμασμό τους για την τεχνολογία του πανάρχαιου κρητικού πολιτισμού. Έτσι, μαζί, ποιητές και τεχνίτες, έπλασαν το χάλκινο γίγαντα. Ένα τεράστιο μηχανικό σύστημα, μια μηχανή άτρωτη με ανθρώπινη μορφή, ένας ανίκητος φρουρός της Κρήτης. Μια μηχανή κινούμενη με σύστημα υδραυλικό στο εσωτερικό της. Μια φλέβα, μια σύριγγα, ένας σωλήνας έκρυβε μέσα στο γίγαντα τη δύναμη της ζωής του, το τεχνητό του αίμα, το υγρό ιχώρ, όμοιο με λιωμένο μολύβι. Με το υγρό αυτό, υδραυλικά, σε κίνηση έμπαιναν τα μεταλλικά μέρη της θεόρατης ανθρωπομηχανής. Το υδραυλικό σύστημα ήταν η ζωή της μηχανής. Κι αρκούσε να χυθεί το υγρό για να σωριαστεί ο γίγαντας κάτω σαν πεύκο ξεριζωμένο, σαν ένας σωρός παλιοσίδερα. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά του περιγράφει τους Αργοναύτες στο δρόμο του γυρισμού να περνούν απ’ την Κρήτη και να πασχίζουν στα λιμάνια της ν’ αγκυροβολήσουν: «Αυτούς όμως δεν τους άφηνε ο μπρούντζινος ο Τάλως (Τάλως χάλκειος), απ’ το γερό το βράχο πέτρες ρίχνοντας, να δέσουν παλαμάρια στη στεριά, στον όρμο της Δικταίης σαν ήθελαν ν ’ αράξουν. Αυτόν που είχε τη ρίζα του στο χάλκινο γένος των ανθρώπων και μόνος απ’ τους ημίθεους έμεινε, ο γιος του Κρόνου στην Ευρώπη τον έδωσε, φύλακας της Κρήτης να ’ναι και να γυρίζει το νησί τρεις φορές τη μέρα με τα μπρούντζινα πόδια του. Αλλά το σώμα του όλο και τα μέλη του ήταν από μπρούντζο χυτό (τέτικτο χάλκεος) και ήταν άτρωτα. Κάτω από τον τένοντα όμως, στη φτέρνα, είχε σωλήνα (σύριγγα) με αίμα, που τον σκέπαζε λεπτή μεμβράνη. Κι ήταν υπόθεση ζωής και θανάτου γι ’ αυτόν». Και ο μυθογράφος των Αργοναυτικών περιγράφει το τέλος του μυθικού αυτού συμβόλου της τεχνολογίας που υποκύπτει κάτω από την οργή, τα ξόρκια και τις κατάρες της μάγισσας Μήδειας - συμβόλου της δεισιδαιμονίας και της φανατικής εχθρότητας προς την τεχνολογία.9 / 10 «Κι έτσι, αν και χάλκινος, υπέκυψε κι αυτός, κάτω από την οργή της Μήδειας της μάγισσας. Και καθώς πέτρες βαριές εσήκωνε, στον όρμο οι Αργοναύτες να μη φτάσουν, με πέτρα μυτερή τη φτέρνα του έσκισε. Και τότε έτρεξε το ιχώρ (υγρό θεϊκό, τεχνητό αίμα) όμοιο με λιωμένο μολύβι, (τηκομένω μολύβω ίκελος). Κι άλλο στο βράχο να σταθεί ορθός δεν μπόραγε. Σαν πεύκο πελώριο, μόνο πάνω στα ψηλά βουνά, μισοκομμένο από τα κοφτερά πελέκια ξυλοκόπων, που το παράτησαν εκεί γυρνώντας πίσω, και που οι άνεμοι της νύχτας πρώτα το τράνταξαν κι έπειτα το ξερίζωσαν και το ρίξαν’. Έτσι για λίγο κρατήθηκε αυτός, ακόμα αιωρούμενος στ’ αδύνατά του πόδια, κι ύστερα σωριάστηκε αδύναμος με φοβερό γδούπο». (Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, 4, 1638-1688) Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος μιλάει στην αναλυτική αυτή περιγραφή του για ένα υδραυλικό σύστημα λειτουργίας του χάλκινου Τάλω. Θεωρεί ότι το υγρό ιχώρ κυκλοφορεί μέσα σε μια σύριγγα, έναν υδραυλικό σωλήνα, που στην άκρη του ήταν κλειστός με μεμβράνη, υμένα. Μια άλλη παραλλαγή για τη λειτουργία του μηχανικού αυτού γίγαντα δίνεται από τον Απολλόδωρο. Εδώ ο μυθογράφος ονομάζει φλέβα τη σωληνωτή δίοδο του υγρού ιχώρ και τη θεωρεί κλεισμένη με καρφί, με ήλο και όχι με μεμβράνη. «Από κει ανοίγονται στο πέλαγος αλλ’ εμποδίζονται να προσεγγίσουν στην Κρήτη από τον Τάλω. Γι’ αυτό άλλοι λένε ότι κατάγονταν από το χάλκινο γένος και άλλοι ότι τον χάρισε στον Μίνωα ο Ήφαιστος. Ο Τάλως ήταν ένας χάλκινος γίγας, μερικοί όμως λένε πως ήταν ταύρος. Κι είχε μια φλέβα που κατέβαινε από τον τράχηλο μέχρι τους αστραγάλους. Στην άκρη της η φλέβα ήταν καρφωμένη με χάλκινο καρφί. Αυτός λοιπόν ο Τάλως έκανε τρεις γύρους την ημέρα στο νησί και το επιτηρούσε. Έτσι είδε και τότε την Αργώ να πλησιάζει και άρχισε να τη λιθοβολεί. Αλλά πέθανε αφού εξαπατήθηκε από τη Μήδεια. Όπως λέν’ μερικοί, τον χτύπησε τρέλα από τα φάρμακα που του ’δώσε. Άλλοι πάλι λένε ότι του υποσχέθηκε να τον κάνει αθάνατο και την άφησε να του βγάλει το καρφί. Τότε έτρεξε όλος ο ιχώρ και πέθανε». (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, 1.9.26) Αλλά και ο Σοφοκλής αναφέρεται σε αποσπάσματά του στον Τάλω και παρουσιάζει μια διπλή ερμηνεία για τη λειτουργία του. Σε απόσπασμα με τον τίτλο: Το τέλος τον Τάλω - Τάλω είμαρτο τελευτήσαι», θεωρεί ότι η σύριγγα, ο σωλήνας, ο αγωγός του ιχώρ είναι τυλιγμένος μέσα σε μεμβράνη, τον παρομοιάζει όμως με περόνη, με καρφί ασφαλείας, σαν αυτό που ασφαλίζουν οι σιδηρουργοί τους άξονες για να μη βγαίνουν: «Ο Τάλως είχε στον αστράγαλο (το σφυρόν) αγωγό (σύριγγα) σκεπασμένο με μεμβράνη. Σύριγγα δε λέγεται η περόνη (το καρφί ασφαλείας)». (Σοφοκλής, Δαίδαλος, απόσπασμα 161) Ο ίδιος τραγικός ποιητής παρουσιάζει ακόμα τον Τάλω φλεγόμενο, με πυρακτωμένο το μεταλλικό κορμί του, να καίει όσους πλησιάζουν και να γελά με γέλιο σαρδόνιο. Αυτά ήταν μερικά επιλεγμένα αυτόματα που περιέχονται στον αρχαίο ελληνικό μύθο. Έργα μυθικής τεχνολογίας, που ζευγαρώνουν δύο διαζευγμένες ανθρώπινες δημιουργίες: την ποίηση, το μύθο, τη φαντασία και το όνειρο από τη μια μεριά, την τεχνολογία, την τεχνική πρόθεση, επινόηση και πρόβλεψη από την άλλη.Οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων είναι του Δ. Καλλιγερόπουλου από το βιβλίο του "Μύθος και Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής τεχνολογίας και των αυτομάτων", Τόμος Α', Εκδόσεις. Καστανιώτη, Αθήνα 1999 Το παρόν άρθρο προέρχεται από ένθετο - αφιέρωμα της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στο φύλλο της 4-11-2000.10 / 10
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.