Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Επεξεργασία του αρχικού κειμένου (μορφοποίηση και μεταφορά στην Δημοτική) από το www.e-archimedes.gr, έκδοσης του 1977 της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρίας Εδαφομηχανικής και Θεμελιώσεων.

ΜΕΡΟΣ 1ο : Αγγλικά - Ελληνικά Επεξεργασία αρχικού κειμένου (μορφοποίηση και μεταφορά στην Δημοτική) από το www.e-archimedes.gr A AASTHO compaction ablation abrasion abrasive abrupt absorb, to absorbable absorbent absorption abutment accelerator accretion acid acidity activator active earth pressure active state of plastic equilibrium activity addition adhere, to adhesion adhesive admissible admixture adsorbed ions adsorbed water adsorption aeolian aerate, to aeration aerobic afforestation agglomerate (to) aggradation aggregated structure aggregates aggressive agitator air air dry, air dried air gust air hose air saturation, degree of air space ratio airfield airing airtight air-void ratio alcalinization alkalinity allochthonal allowable alluvial alluvial cone,-fanEnglish - Greekσυμπύκνωση κατά AASTHO απομάκρυνση με την δράση του νερού ή ανέμου εκτριβή, λείανση λειαντικός απότομος απορροφώ απορροφήσιμος απορροφητικός απορρόφηση ακρόβαθρο, αντέρεισμα επιταχυντής επαύξηση, επέκταση οξύ, όξινος οξύτητα ενεργοποιητής ενεργός ώθηση γαιών ενεργός κατάσταση πλαστικής ισορροπίας δραστικότητα προσθήκη, πρόσθετο προσφύομαι πρόσφυση προσφυόμενος, συγκολλητικός παραδεκτός πρόσμιξη, πρόσμικτο προσροφημένα ιόντα προσροφημένο ύδωρ προσρόφηση αιολικός αερίζω, εξαερίζω αερισμός, εξαερισμός αερόβιος αναδάσωση συσσωματώνω πρόσχωση από εναποθέσεις δομή από ανασυγκόλληση, συνεκτική κοκκώδης δομή αδρανή (υλικά) διαβρωτικός αναδευτήρας αέρας ξηρανθείς στον αέρα ριπή ανέμου εύκαμπτος σωλήνας αέρα βαθμός κορεσμού αέρα αεροχωρητικότητα αεροδρόμιο αερισμός, εξαερισμός αεροστεγής λόγος κενών αέρα, βαθμός αεροχωρητικότητας αλκαλιοποίηση αλκαλικότητα αλλόχθων επιτρεπόμενος αλλούβιος, αλλουβιακός αλλουβιακός κώνος1 / 32 alluvial deposit alluviated alluviation alluvium alterability alteration alteration altered alternate alternating deposits alumina aluminate amorphous amphoteric analyser analysis analytical anchor plate anchor rod, -bolt anchor wall anchorage, anchoring andesite angle angle of internal friction angle of obliquity angle of repose angle of shear angle of slope angle of true internal friction angle of wall friction angular angular blocky structure anhydrous anion anisotropic anisotropic consolidation annual anticline antigorite apparent applied stress approach bank apron (injection) aquatic aqueous aquifer aquiferous arch pressure archean arching area arenaceous shale areometer argillaceous argillite arid English - Greekαλλούβιες αποθέσεις αλλουβιακός σχηματισμός αλλουβίων αλλούβιο εξαλλοιωσιμότητα εξαλλοίωση αποσύνθεση αλλοιωμένος εναλλασσόμενος εναλλασσόμενες αποθέσεις οξείδιο (φυσικό) αργιλίου αργιλιακός άμορφος αμφοτερίζων αναλυτής ανάλυση αναλυτικός πλάκα αγκύρωσης ράβδος αγκύρωσης τοίχος αγκύρωσης αγκύρωση ανδεσίτης γωνία γωνία εσωτερικής τριβής γωνία λοξότητας γωνία φυσικού πρανούς γωνία διατμήσεως γωνία πρανούς αληθής γωνία εσωτερικής τριβής γωνία τριβής τοίχου γωνιώδης γωνιώδης δομή άνυδρος ανιόν ανισότροπος ανισότροπη στερεοποίηση ετήσιος αντίκλινο αντιγορίτης φαινόμενος εφαρμοσμένη τάση δάπεδο προσεγγίσεως πέτασμα ενέσεων ένυδρος υδατώδης υδροφόρο στρώμα υδροφόρος ώθηση τόξου αρχαϊκός θολωτή δράση εμβαδόν ψαμμιτικός σχιστόλιθος αραιόμετρο αργιλικός αργιλόλιθος ξηρός, άνυδρος 2 / 32 arkose sandstone artesian ash atmospheric pressure Atterberg limits attrition auger auger-tvpe bit avalanche axial pressureαρκόζης αρτεσιανός τέφρα ατμοσφαιρική πίεση όρια Atterberg εκτριβή ελικοφόρος εδαφολήπτης ελικοφόρο κοπτικό χιονοστιβάδα αξονική τάσηB backfill backward erosion, retrogressive bailer ballast bank banquette, bench,berm bar basalt base (for roads) base course base exchange capacity base failure base slab, foundation-, floorbasement basic value batter pile, raking pile beam bearing capacity bearing pressure bearing value (ultimate) bed, stratum (stream-) bedding bedding plane bedding value bedrock bench benchmark bend (pile-) bending bentonite bentonitic berm binder binder course biotite schist bit bitten, gnawed bitumen bituminous seal blanket blast, to bleeder well blown sand, windbody stressEnglish - Greekεπίχωση (επαν-) οπισθοδρομούσα διάβρωση αμμολήπτης (δειγματολήπτης χαλαρού εδάφους) έρμα ανάχωμα, όχθη αναβαθμός ράβδος βασάλτης βάση (οδού) υπόστρωμα ικανότητα εναλλαγής βάσεων βαθειά θραύση πλάκα θεμελίωσης, κοιτόστρωση υπόγειο βασική τιμή λοξός πάσσαλος δοκός φέρουσα ικανότητα πίεση ή φόρτιση έδρασης φέρουσα ικανότητα στρώμα, κοίτη (ποταμού) στρώση, διάταξη στρώσεων επίπεδο διαστρώσεως δείκτης εδάφους βραχώδες υπόβαθρο αναβαθμός σταθερό σημείο, ρεπέρ πασσαλοστοιχία κάμψη, απόκλιση μπεντονίτης μπεντονιτικός αναβαθμός κονία, συνδετικός συνδετική στρώση βιωτιτικός σχιστόλιθος κοπτικό (εργαλείο) φθαρμένος μάλθη, άσφαλτος ασφαλτική σφράγιση τάπητας ανατινάζω φρέαρ διήθησης ή αποστράγγισης αιολική άμμος εσωτερική τάση3 / 32 bog bog lime boglime boiling of sand bolt (sealing bolt) bore, to borehole borehole sample boring boring crown boring log borrow area borrow material borrow pit bottom dump truck bottom end bottom heave (of an excavation) boulder boulder clay boundary zone box shear apparatus, directbrace (to) bracing brackish breach breaking breccia (geol.) brittle Brownian movement building code, -bylaw building site bulb bulb of pressure bulk density bulk,· to bulkhead bulking bulldozer buoyancy buoyant unit weight butt-end (pile) buttress, toέλος, βάλτος λιμναία μάργα μάργα λιμναία υδραυλική θραύση άμμου ήλος διατρυπώ γεώτρηση δείγμα γεώτρησης γεώτρηση κοπτική στεφάνη (γεώτρηση) δελτίο γεωτρήσεως περιοχή δανειοληψίας υλικό δανειοθαλάμων, δάνεια χώματα δανειοθάλαμος φορτηγό με εκκένωση πυθμένα πυθμένας υδραυλική θραύση με ανύψωση πυθμένα εκσκαφής ογκόλιθος (φυσικός) λιθομιγής άργιλος οριακή ζώνη συσκευή άμεσης ή απ’ ευθείας διάτμησης αντιστηρίζω, αντηρίδα αντιστήριξη υφάλμυρος ρήξη, θραύση θραύση λατυποπαγές ψαθυρός, εύθραυστος κίνηση Brown κτιριοδομικός κανονισμός εργοτάξιο λωβός, βολβός λωβός τάσεων φαινόμενο βάρος συσσωρεύω πρόφραγμα, διάφραγμα πασσαλοσανίδων επίπλησμα προωθητής γαιών άνωση φαινόμενο βάρος υπό άνωση κεφαλή πασσάλου αντιστηρίζωC caisson calcareous calcination calcite calcium calibrate, to calibration test California bearing ratio (CBR) cantilever sheet piles cap (pile) capacity capillarimeterEnglish - Greekκαταδυόμενο κιβώτιο ασβεστολιθικός ασβεστοποίηση ασβεστίτης ασβέστιο βαθμολογώ όργανο, βαθμονομώ δοκιμή βαθμονόμησης Καλιφορνιακός λόγος φέρουσας ικανότητας (CBR) πασσαλοσανίδες εν προβόλω κεφαλόδεσμος (πασσάλων) ικανότητα, χωρητικότητα μετρητής τριχοειδούς4 / 32 capillarity capillary capillary flow capillary fringe, -zone capillary migration capillary rise,-height capillary water caption carbonization case history case, to casing, casing pipe cast line cast-in-place pile cast-in-situ pile cataclastic catchment area cavernous cell cell test cellular bulkhead cellular cofferdam cement cementation chalk characteristic charge chart check, to check-dam chemical chisel chiseled soil (broken by bit) chlorite chopping bit chum bit chump chunk cinder circular circular arc analysis circumference classification clastic clay clay fraction clay injection clay soil clay-loam clay-shale clay-size claystone cleaning clearance clearing cleavage English - Greekτριχοειδές φαινόμενο τριχοειδής τριχοειδής ροή όριο, ζώνη τριχοειδούς ανύψωσης μετακίνηση από τριχοειδή δράση ύψος τριχοειδούς ανυψώσεως τριχοειδές ύδωρ υπόμνημα ανθρακοποίηση, εξανθράκωση ιστορικό, περίπτωση επενδύω, σωληνώνω επένδυση, σωλήνας επένδυσης αθροιστική καμπύλη έγχυτος πάσσαλος έγχυτος πάσσαλος κατακλαστικός λεκάνη συλλογής σπηλαιώδης κύτταρο, κυψέλη, θάλαμος τριαξονική δοκιμή κυψελωτό πασσαλόφραγμα κυψελωτό πρόφραγμα τσιμέντο τσιμέντωση κιμωλία χαρακτηριστικός φόρτιση, φορτίο διάγραμμα, πίνακας ελέγχω ρυθμιστικό φράγμα χημικός κοπτικό (εργαλείο) τρίμματα διατρηθέντος εδάφους χλωρίτης κρουστικό κοπτικό κρουστικό κοπτικό τεμάχιο τεμάχιο σκωρία υψικαμίνου κυκλικός έλεγχος ευσταθείας βάσει κύκλων ολισθήσεως περιφέρεια κατάταξη, ταξινόμηση κλαστικός άργιλος ποσοστό αργίλου αργιλένεση αργιλικό έδαφος αργιλικό χώμα αργιλικός σχιστόλιθος κόκκοι μεγέθους αργίλου αργιλόλιθος καθαρισμός ελεύθερο διάκενο καθαρισμός σχιστότητα 5 / 32 cleavage strength clinometer clod, clump, lump close texture closely graded clot clunch coagulate, to coagulation, flocculation coarse coastal cobble coefficient of soil reaction -subgrade reaction coefficient of uniformity cofferdam cohesion cohesion height cohesionless cohesive soils colature collapse (to) collection conduit collection gallery colloidal colluvial deposit coloured columnar combined footing comminuted compact, to compactibility compaction compaction by rolling compaction by watering compactness compressibility compression compression curve compression ratio concentrated concentration concrete (reinforced) concretion concretionary horizon conductance conduit cone penetration cone penetrometer confined compression test conglomerate conjugate, to consistency consistency index consistency limit English - Greekαντοχή σε σχάση κλισιόμετρο σβώλος πυκνή υφή, πυκνός ιστός ομοιόμορφης διαβάθμισης σβώλος, θρόμβος έμφραξη θρομβώνω θρόμβωση, κροκίδωση χονδρός, χονδρόκοκκος παράκτιος κροκάλα δείκτης εδάφους συντελεστής ομοιομορφίας πρόφραγμα συνοχή κρίσιμο ύψος συνεκτικού έδάφους χωρίς συνοχή συνεκτικά εδάφη διήθηση,στράγγισμα θραύομαι, καταρρέω συλλεκτήρας (αγωγός) συλλεκτήρια σήραγγα κολλοειδής πλευρικά κορήματα, διλουβιακές αποθέσεις έγχρωμος στηλοειδής σύνθετη θεμελίωση επί πεδιλοδοκών θρυμματισμένος, λειοτριβημένος συμπυκνώνω ικανότητα συμπύκνωσης συμπύκνωση συμπύκνωση με κυλίνδρωση συμπύκνωση με διαβροχή το συμπαγές, πυκνότητα διάστρωσης συμπιεστότητα συμπίεση, θλίψη καμπύλη συμπιέσεως βαθμός ή λόγος συμπιέσεως συγκεντρωμένος συγκέντρωση σκυρόδεμα οπλισμένο σκλήρυνση, συσσωμάτωση ορίζοντας σκληρού εδάφους αγωγιμότητα αγωγός διείσδυση κώνου πενετρόμετρο δοκιμή συμπιεσομέτρου (με εμποδιζόμενη πλευρική παραμόρφωση) κροκαλοπαγές συνενώνω συνεκτικότητα δείκτης συνεκτικότητας όριο συνεκτικότητας 6 / 32 consistency limit consolidate, to consolidated drained test consolidated quickcompression test consolidated slow test consolidated undrained quick triaxial compression test consolidation ratio consolidation settlement consolidation test consolidation time curve consolidometer constant rate of loading constitution contact continuous footing continuous strip footing control, to controlled strain test controlled stress test core (borehole sample) core (wall) core barrel core drill rig core sample cored sample corroded corrosive counterfort crack water crack water, fissure-, jointcracking creep, to creeping cribration criterion critical crop out, to (geol.) cross bedding (geol.) cross-section crushed crusher crusher run crust cryology cryopedometer crystalline culvert cumulose deposit curing period current bedding (geol.) curtain, watertightcushioning cut, cutting cut-off trench cut-off wall English - Greekόριο συνεκτικότητας στερεοποιώ, -ούμαι δοκιμή με προστερεοποίηση και αποστράγγιση δοκιμή ταχείας θλίψεως επί στερεοποιημένου δοκιμίου δοκιμή βραδεία επί στερεοποιημένου δοκιμίου τριαξονική δοκιμή ταχεία, (χωρίς αποστράγγιση) επί προστερεοποιημένου δοκιμίου βαθμός στερεοποίησης καθίζηση λόγω στερεοποίησης δοκιμή συμπιεστότητας (στερεοποίησης) καμπύλη χρόνου-στερεοποίησης συμπιεσόμετρο, οιδήμετρο σταθερή ταχύτητα φόρτισης σύσταση, δομή επαφή συνεχές πέδιλο, πεδιλοδοκός συνεχής πεδιλοδοκός ελέγχω δοκιμή ρυθμιζόμενης παραμόρφωσης δοκιμή ρυθμιζόμενης τάσης πυρήνας (δείγμα γεωτρήσεως, καρότο) πυρήνας (τοίχωμα) δειγματολήπτης πυρήνων δειγματοληπτικό γεωτρύπανο δείγμα πυρήνα (καρότο) πυρήνας (καρότο) διαβρωθείς διαβρωτικός αντηρίδα ύδωρ ρωγμών ρωγμή ρηγμάτωση, ρωγμάτωση έρπω ερπυσμός κοσκίνισμα κριτήριο κρίσιμος προβάλλω, αναδύομαι γωνιώδης διάστρωση διατομή θραυστός θραυστήρας υλικό θραυστό φλοιός κρυολογία μετρητής ψύξεως (παγετού) εδάφους κρυσταλλικός οχετός ομβρίων απόθεση οργανικών ουσιών περίοδος συντηρήσεως χειμαρρώδης διάστρωση παραπέτασμα (μανδύας) στεγανότητας άμβλυνση, απόσβεση τομή, όρυγμα τάφρος στεγανότητας τοίχος στεγανότητας 7 / 32 cutting edge cutting nose cutting ring cuttingsκοπτική ακμή κοπτική αιχμή κοπτικός δακτύλιος τρίμματα (γεωτρήσεως)D dam dam site damp damping effect dead load de-aeration, deairing debris decay decomposed decomposition decompression deep foundation deflection deflocculation agent deformation degradation degree degree days dehydration dense densimeter density bottle density, unit weight deposit depth depth of foundation depth of penetration desiccation desiccation fissure desiccator design load desilification desquamation detrimental detrital cone detrital slope detritus deviator stress device dewatering diaclase diagenesis diagram dial gauge, -gage diameter diamod bit diamond crown diatomaceous earth dielectric differentialEnglish - Greekφράγμα θέση φράγματος υγρός απόσβεση ίδιον βάρος, νεκρό φορτίο εξαέρωση θραύσματα, κορήματα αποσύνθεση αποσυντεθειμένος αποσύνθεση αποφόρτιση βαθειά θεμελίωση κάμψη, απόκλιση αντιθρομβωτικό μέσο παραμόρφωση υποβιβασμός (κατάρρευση) βαθμός βαθμοημέρες αφυδάτωση πυκνός πυκνόμετρο πυκνόμετρο πυκνότητα, φαινόμενο βάρος απόθεση, κοίτασμα βάθος βάθος θεμελιώσεως βάθος διείσδυσης αποξήρανση ρωγμές ξήρανσης ξηραντήρας φορτίο υπολογισμού εκπυριτίωση (πετρώματος) απολέπιση, αποφλοίωση επιβλαβής κώνος κορημάτων πρανές (κλίση) κορημάτων κορήματα αποκλίνουσα τάση συσκευή αποστράγγιση, υποβιβασμός στάθμης διάκλαση διαγένεση διάγραμμα μετρητής διάμετρος αδαμαντοφόρο κοπτικό αδαμαντοκορώνα γη διατόμων διηλεκτρικός διαφορικός8 / 32 differential thermal analysis diffraction diffusion dike, dyke dilatancy (of sand) dilatation dilative, dilatable diluvial diluvium dimensional analysis diorite dip (geol.) direct shear apparatus disaggregation disc discharge discharge velocity disintegration disjunction dispersing agent dispersion displacement dissociation dissolution distance piece distortion distributed disturbance disturbed sample ditch doline double core barrel downstream drag drag, to dragline drain, to drainage blanket drainage parth drainage, drain drawbar pull drawdown dredge, to dried out (by compression) dried up, desiccated drill hole drill, to drilling drilling fluid drive in, to drive shoe drive, to driving record driving test drop hammer drought English - Greekδιαφορική θερμική ανάλυση παράθλαση διάχυση ανάχωμα διόγκωση (της άμμου) διαστολή διασταλτός διλουβιακός διλούβιο διαστατική ανάλυση διορίτης κλίση στρώματος συσκευή άμεσης ή απ’ ευθείας διατμήσεως διάσπαση (σε συνιστώντα στοιχεία) δίσκος παροχή ταχύτητα ροής αποσύνθεση διαχωρισμός αντιθρομβωτικό μέσο διασπορά, διάχυση μετατόπιση διάλυση, διάσπαση, αποσύνθεση διάλυση σταθεροποιητικό παρέμβλημα στρέβλωση (δια-), στρέψη κατανεμημένος διαταραχή διαταραγμένο δείγμα τάφρος δολίνη δειγματολήπτης διπλού τοιχώματος κατάντη βυθοκόρος εκσκάπτω με βυθοκόρο εκσκαφέας συρομένου κάδου αποστραγγίζω,-ομαι αποστραγγιστικός τάπητας διαδρομή αποστράγγισης αποστράγγιση, στραγγιστήριο δύναμη εξόλκευσης ταπείνωση στάθμης, πτώσηεκσκάπτω με βυθοκόρο αφυδατωμένο (με συμπίεση) αποξηραμένο (από εξάτμιση) οπή γεωτρήσεως εκτελώ γεώτρηση διάτρηση, γεώτρηση αιώρημα γεωτρήσεως εμπηγνύω αιχμή έμπηξης, αιχμή πασσάλου εμπηγνύω δελτίο (πρωτόκολλο) πασσαλοπήξεως δοκιμή έμπηξης σφύρα, κριός ξηρασία 9 / 32 drowned valley drum roller dry bulk density dry density dry strength dry unit weight dry weight ductile ductility dumper dune dynamic sounding dynamometricκατακλυζομένη κοιλάδα οδοστρωτήρας με τύμπανα ξηρά φαινόμενη πυκνότητα ξηρά φαινόμενη πυκνότητα αντοχή εν ξηρώ ξηρό φαινόμενο βάρος ξηρό βάρος όλκιμος ολκιμότητα φορτηγό ανατρεπόμενο βαρέως τύπου θίνη (αμμόλοφος) δυναμική (κρουστική) διείσδυση δυναμομετρικόςE earth dam earth flow earth pressure earth pressure at rest earth pressure gauge, -cell earthquake resistant (foundation) earthworks edge pressure effective (grain size) effective porosity effective pressure effective stress elastic elastic state electrodialysis electrolysis electrolyte electro-osmosis electrophoresis electrotitration elutriation elutriator embankment embed, to end-bearing pile end-dump truck energy engineering geology entrapped air eolation eolian equigranular equilibrium equipment equipotential equipressure equivalent erode, to eroded erosion erraticEnglish - Greekχωμάτινο φράγμα ροή γαιών ώθηση γαιών ώθηση γαιών εν ηρεμία μετρητής πίεσης γαιών αντισεισμική (θεμελίωση) χωματουργικά πίεση ακμής δρώσα διάμετρος (κόκκου) ενεργό πορώδες ενεργός ή δρώσα πίεση ενεργός ή δρώσα τάση ελαστικός ελαστική εντατική κατάσταση ηλεκτροδιάλυση ηλεκτρόλυση ηλεκτρολύτης ηλεκτρώσμωση ηλεκτροφόρεση ηλεκτρικός καθορισμός πυκνότητας διαχωρισμός με καθίζηση, με έκπλυση συσκευή υδραυλικής ανάλυσης επίχωμα ενσωματώνω πάσσαλος αιχμής φορτηγό ανατρεπόμενο ενέργεια τεχνική γεωλογία εγκλωβισμένος αέρας διήθηση αιολικός ισόκοκκος, (μονόκοκκος) ισορροπία εξοπλισμός ισοδυναμικός ισοβαρής καμπύλη ισοδύναμος διαβρώνω αποσαθρωμένος διάβρωση ακανόνιστος, ανόμοιος10 / 32 escarpment esker (geol.) evaporation even grained excavate, to excavation exceeded excess hydrostatic pressure excess load excess pressure exchange exchangeable exciting force exit gradient expand, to expansibility expansion expansive force experimental exploration exponential exsiccation extension pipe,-tube extensometer extra-banking extraction extraction resistance extra-sensitive clayκρημνώδης πλευρά επιμήκης λόφος από χάλικες παγετώδους προέλευσης εξάτμιση ισόκοκκος, (μονόκοκκος) εκσκάπτω εκσκαφή υπερκερασθείς υδροστατική υπερπίεση υπερφόρτιση υπερπίεση ανταλλαγή ανταλλάξιμος διεγείρουσα δύναμη κλίση εξόδου διαστέλλομαι διασταλτότητα, διογκωσιμότητα διόγκωση δύναμη διόγκωσης πειραματικός έρευνα εκθετικός αποξήρανση σωλήνας επιμήκυνσης, τηλεσκοπικόςμηκυνσιόμετρο υπερεπίχωμα εξαγωγή αντίσταση ανάσυρσης υπερευαίσθητη άργιλοςF factor factor of safety failure failure by rupture failure condition falling head permeameter false bedding (geol.) fan fan talus fascine fat fault, faulting feasibility feldspar fen, marsh, bog fibrous field data field experiment field investigation field moisture equivalent field test fill, filling filler film filterEnglish - Greekσυντελεστής συντελεστής ασφαλείας αστοχία, θραύση αστοχία από θραύση συνθήκη ή κατάσταση αστοχίας διαπερατόμετρο μεταβλητού φορτίου, -κατερχομένης στήλης γωνιώδης διάστρωση ριπίδιο ριπιδωτοί κώνοι κορημάτων δέσμη, κλαδόδεμα παχύς ρήγμα δυνατότητα (εκτέλεσης), σκοπιμότητα άστριος έλος ινώδης στοιχεία υπαίθρου ή εργοταξίου δοκιμή επί τόπου έρευνα υπαίθρου ισοδύναμο φυσικής υγρασίας δοκιμή επί τόπου επίχωση παιπάλη (αδρανών) μεμβράνη, φιλμ, στιβάδα φίλτρο11 / 32 filter-well fine fine sandy fines finisher firm fissile fissility fissure fissure water fissure, crack fissured fissuring fixing agent flaky flat foundation flexible flint floating pile flocculation flocculent flock flood bank, -dyke flood plain deposit flood pool, -basin flour, rockflow (to) flow curve (Atterberg) flow failure flow index, liquidity (Atterberg) flow line flow net flow slide flowage flowing fluctuation fluidity fluvial fluvial outwash fluvio-glacial fold footing (foundation) forced vibrations fork-lift truck found, to foundation foundation practice fraction fracturing, fracture fragment fragmental free water freezing freezing zone french drain fresh water English - Greekφρέαρ διήθησης, στραγγιστήριο φρέαρ λεπτός λεπτοαμμώδης λεπτόκοκκο υλικό φίνισερ στερεός ρηγματώδης ρηγματωσιμότητα ρωγμή ύδωρ ρωγμών ρωγμή ρηγματωμένος ρηγμάτωση, ρωγμάτωση σταθεροποιητής πλακώδης, φυλλώδης αβαθής θεμελίωση εύκαμπτος πυρόλιθος αιωρούμενος πάσσαλος,-τριβής θρόμβωση θρομβωτικός θρόμβος αντιπλημμυρικό ανάχωμα αποθέσεις πλημμύρας λεκάνη πλημμύρας παιπάλη, άλευρο βράχου ροή, ρέω καμπύλη υδαρότητας (Atterberg) αστοχία λόγω διαρροής δείκτης υδαρότητας γραμμή ροής δίκτυο γραμμών ροής ρέουσα ολίσθηση ροή, ερπυσμός ρέων διακύμανση ρευστότητα ποτάμιος ποτάμιες (αλλουβιακές) εναποθέσεις ποταμο-παγετώδης αναδίπλωση πέδιλο (θεμελίωσης) εξαναγκασμένες ταλαντώσεις περονοφόρο ανυψωτικό όχημα θεμελιώνω θεμελίωση τεχνική των θεμελιώσεων κλάσμα θλαστικό, θλάση θραύσμα κλαστικό ελεύθερο ύδωρ πήξη, κατάψυξη ζώνη παγετού αποστραγγιστική λιθοπλήρωση πόσιμο νερό, γλυκό νερό 12 / 32 friable friction friction circle friction circle analysis friction pile frictional angle frictional resistance frost frost boil frost exposure frost heave frost lifting frost resistance frost zone full-scale test furrowεύθρυπτος τριβή κύκλος τριβής μέθοδος κύκλων τριβής (υπολογισμός με την) πάσσαλος τριβής, αιωρούμενοςγωνία τριβής αντίσταση τριβής παγετός διόγκωση, θραύση από παγετό έκθεση σε παγετό διόγκωση, ανύψωση λόγω παγετού ανύψωση λόγω παγετού ανθεκτικότητα σε παγετό ζώνη παγετού δοκιμή σε φυσική κλίμακα αύλακαςG gabbro gabion gain (to) gallery gauge, gage (to) gelation general shear failure geological succession geological survey geophysical geotechnical geothermic girder glacial glacial till glacier globular gneiss gradation grader (roads) gradient grading (roads) grading curve grain grain size grain-size distribution granite granular granulation (geol.) granulometric granulometry graphical graphite schist gravel gravel pit gravelly gravitational water, freegravityEnglish - Greekγάββρος συρματοκιβώτιο (σεραζανέτι) αύξηση, αυξάνω, κέρδος, πρόσκτηση στοά, σήραγγα μετρητής, όργανο μετρήσεως, μετρώ πήξη, κατάψυξη γενική διατμητική θραύση γεωλογική διαδοχή (στρωματογραφική διαδοχή) γεωλογική αναγνώριση, αποτύπωση γεωφυσικός γεωτεχνικός γεωθερμικός δοκός παγετώδης μοραίνη παγετώνας σφαιρικός γνεύσιος διαβάθμιση, κατάταξη ισοπεδωτής κλίση εκσκαφή μόφωσης, ισοπέδωση κοκκομετρική καμπύλη κόκκος μέγεθος κόκκων κοκκομετρική διαβάθμιση γρανίτης κοκκώδης κοκκομέτρηση, κοκκομετρική σύνθεση κοκκομετρικός κοκκομετρία γραφικός γραφιτικός σχιστόλιθος χάλικες δανειοθάλαμος χαλίκων χαλικώδης ελεύθερο υπόγειο ύδωρ βαρύτητα13 / 32 gravity dam gravity hammer gravity retaining wall greenstone grind, to grit grit-stone ground ground moraine ground-batching plant groundwater groundwater elevation groundwater lowering groundwater surface groundwater table, -level group grouping grout grout, to grouted cut-off wall grus gully gully erosion, gullying gunite-, cement-gun gypsumφράγμα βαρύτητας σφύρα ελεύθερης πτώσης τοίχος αντιστήριξης βαρύτητας πρασινόλιθος θρυμματίζω, αλέθω γαρμπίλι ψηφίτης, ψηφιδοπαγές έδαφος μοραίνη εγκατάσταση ανάμιξης γαιών υπόγειο ύδωρ στάθμη φρεατίου ορίζοντα καταβιβασμός στάθμης υπογείου ύδατος επιφάνεια υπογείου ύδατος στάθμη φρεατίου ορίζοντα σύνολο, ομάδα συνάθροιση ένεμα εκτελώ ένεση διάφραγμα τσιμεντενέσεων γαρμπίλι ρυάκι, αυλάκι αυλάκωση λόγω διάβρωσης εκτοξευτήρας κονιάματος, -σκυροδέματος γύψοςH hair crack halfspace hand-operated hard (tight, tough) hard-metal bit hardness hardpan hauling equipment head header pipe heading headrace channel heat heave, to heaving heavy heel of a dam height of capillary rise helical auger heterogeneous highway homogeneous honeycomb structure honeycombed hoop stress horizon horizontal humid room humidityEnglish - Greekτριχοειδής ρωγμή ημίχωρος χειροκίνητος σκληρός στεφάνη (κοπτική) σκληρού μετάλλου σκληρότητα συμπαγής, σκληρή άργιλος μεταφορικός εξοπλισμός πιεζομετρικό ύψος συλλεκτήρας μέτωπο (εκσκαφής σήραγγας) αγωγός προσαγωγής θερμότητα ανυψώνω ανύψωση βαρύς ανάντη πόδας φράγματος ύψος τριχοειδούς ανύψωσης ελικοειδής εδαφολήπτης ετερογενής αυτοκινητόδρομος, υπεραστική οδός ομοιογενής κυψελοειδής δομή κυψελοειδής τάση δακτυλίου ορίζοντας οριζόντιος υγρός θάλαμος υγρασία14 / 32 humus hydrate (to) hydration hydraulic hydraulic classifier hydraulic fill hydrodynamical hydrolysis hydrometer analysis hydrostatic hygrometric hygroscopic hygroscopic capacity hygroscopic water content hygroscopicity hysteresis loopφυτικές γαίες ενυδατώνω ενυδάτωση υδραυλικός συσκευή υδραυλικής ανάλυσης υδραυλική επίχωση υδροδυναμικός υδρόλυση υδραυλική ανάλυση (ανάλυση με αραιόμετρο) υδροστατικός υγρομετρικός υγροσκοπικός υγροσκοπική ικανότητα υγροσκοπική υγρασία υγροσκοπικότητα καμπύλη υστερήσεωςI ice layer ice lense igneous ignition loss illite imbibition immature soil imperfectly developed soil impermeable, impervious in situ test incipient failure inclined increment indentation index index property individual footing indurated influence inherent initial consolidation inorganic in-rush of water inside clearance ratio (sampler) in-situ intake structure intergranular intergranular pressure interlocking interlocks (of sheet piling) intermediate internal internal scour interstice intrinsic curve (Mohr’s envelope) intrusive rock (geol.) inundationEnglish - Greekστρώμα πάγου φακοειδής σχηματισμός πάγου εκρηξιγενής απώλεια μετά από πύρωση ιλλίτης αναρρόφηση εδάφους νεοπαγές (νεογενές) έδαφος νεοπαγές (νεογενές) έδαφος αδιαπέρατος δοκιμή επί τόπου αρχόμενη θραύση κεκλιμένος αύξηση οδόντωση δείκτης χαρακτηριστική ιδιότητα μεμονωμένο πέδιλο θεμελιώσεως σκληρυνθείς επιρροή συμφυής αρχική στερεοποίηση ανόργανος εισροή ύδατος λόγος (ποσοστό) εσωτερικού ελεύθερου κενού (δειγματολήπτη) επί τόπου έργο υδροληψίας οπό κόκκο σε κόκκο, ενεργός ενεργός τάση αλληλοεμπλοκή σύνδεση (μεταλλικών πασσαλοσανίδων) ενδιάμεσος εσωτερικός εσωτερική διάβρωση πόρος, κενό περιβάλλουσα καμπύλη Mohr πλουτώνιο πέτρωμα (πλουτωνίτης) πλήμμυρα15 / 32 inverted irrigation isochrone isoelectric isolated foundation isopressure isotropicανάστροφος, αντίστροφος άρδευση ισόχρονος ισοηλεκτρικός μεμονωμένο πέδιλο θεμελιώσεως ισοβαρής καμπύλη ισότροποςJ jack jacking equipment jet joint joint joint opening joint, tongue-and-grooveγρύλλος διάταξη (υδραυλικής) ανύψωσης πίδακας αρμός, κομμός, σύνδεσμος ύδωρ κομμών άνοιγμα αρμού σύνδεσμος με εντορμίαK kaolin, kaolinite kinematic knead, toκαολίνης, καολινίτης κινηματικός ζυμώνω, μαλάσσωL labor, labour laboratory investigation lacustrine lake-marl lamellar laminar laminar flow laminated (structure) land subsidence land upheaval landfall landslide lapilli lateral lateral moraine lava leach, to leaching, leached leakage lean lean (clay) ledge legend levee level level out, to level rod, levellinglevelling levelling levelling staff lever arm lime content lime, limestone line load line of creep English - Greekεργατικά, εργασία εργαστηριακή έρευνα λιμναίος λιμναία μάργα φυλλώδης, λεπιδοειδής, πλακοειδής, στρωσιγενής αστρόβιλη, στρωτή στρωτή ροή φυλλώδης, λεπιοειδής (δομή) καθίζηση ανύψωση εδάφους κατάπτωση κατολίσθηση τεμάχιο λάβας πλευρικός πλευρική μοραίνη λάβα αποπλύνω αποπλυμένος διαφυγή, απώλεια από διήθηση πτωχός, ισχνός ισχνή (άργιλος) γείσο, πλαίσιο, στέψη, προεξέχουσα εμφάνιση φλέβας υπόμνημα ανάχωμα στάθμη, ορίζοντας οριζοντιώνω, χωροσταθμίζω σταδία (χωροστάθμισης) χωροστάθμιση οριζοντίωση, ισοπέδωση δοκός χωροστάθμισης, σταδία μοχλοβραχίονας περιεκτικότητα σε ασβέστιο άσβεστος, ασβεστόλιθος γραμμικό φορτίο γραμμή ερπυσμού 16 / 32 line of seepage line of sliding linear shrinkage lined borehole lining liquefaction liquid liquid limit liquid limit apparatus liquidity index lithologie (geol.) live load load load carrying capacity load gauge, -gage load test, loading test loader loading and unloading loading berm loading frame load-settlement curve loam loam seal local shear failure loess long strip footing loose loosening loss of weight low water lowering of the water table lubricate, toγραμμή διηθήσεως γραμμή ολισθήσεως γραμμική συρρίκνωση επενδεδυμένη γεώτρηση επένδυση, σωλήνωση υγροποίηση υγρό όριο υδαρότητας συσκευή ορίου υδαρότητας δείκτης υδαρότητας λιθολογικός ωφέλιμο φορτίο φορτίο ικανότητα φόρτισης μετρητής φορτίου, δυναμόμετρο δοκιμή φόρτισης, δοκιμαστική φόρτιση διάταξη φόρτωσης, φορτωτής φόρτιση και αποφόρτιση επίχωμα φόρτισης πλαίσιο φορτίσεως καμπύλη φορτίσεως- καθιζήσεως αργιλοπηλός, αργιλόχωμα στεγάνωση με αργιλοπηλό τοπική θραύση από διάτμηση αιολική γη πεδιλοδοκός χαλαρός χαλάρωση απώλεια βάρους κατώτατη στάθμη υδάτων καταβιβασμός φρεατίου ορίζοντα λιπαίνωM macadam made ground major principal stress mantel mantle marine mark, bench mark marl marsh mass unit weight mat foundation maximum dry density meagre (clay) mechanical analysis of soils medium medium sand mesh metamorphic method of slices mica micaceous micelleEnglish - Greekσκυρωτό οδόστρωμα επίχωση μέγιστη κύρια τάση μανδύας, περίβλημα μανδύας, παράπλευρη επιφάνεια θαλάσσιος σταθερό σημείο, ρεπέρ μάργα έλος φαινόμενο βάρος γενική κοιτόστρωση μέγιστη ξηρά πυκνότητα, μέγιστο ξηρό φαινόμενο βάρος ισχνή (άργιλος) κοκκομετρική ανάλυση με κόσκινο μέσος, μέσον μεσόκοκκη άμμος βρόχος, βροχίδα μεταμορφωσιγενής μέθοδος λωρίδων μαρμαρυγίας, μίκα μαρμαρυγιακός δομή κολλοειδούς πήγματος17 / 32 microfissure mineral mining subsidence minor principal stress minute folding (geol.) model test modulus modulus of elasticity modulus of subgrade reaction (Westergaard) modulus of volume change Mohr’s circle Mohr’s envelope moist moistening moisture content moisture-density curve, (Proctor-) moisture-density test molasse moment moment of inertia monkey montmorillonite moor moraine mortar mottled mottled clay mud flow mud jacking mud, muck mudflat mudstone muskeg (organic terrain) myloniteμικροσκοπική ρωγμή ορυκτό καθίζηση λόγω υπογείων έργων ελάχιστη κύρια τάση μικροπτυχές δοκιμή σε ομοίωμα μέτρο, δείκτης μέτρο ελαστικότητος δείκτης εδάφους δείκτης μεταβολής όγκου κύκλος του Mohr περιβάλλουσα Mohr υγρός ύγρανση περιεκτικότητα σε νερό, υγρασία καμπύλη υγρασίας-φαινομένου βάρους (Proctor) δοκιμή συμπύκνωσης (Proctor) μολάσσα ροπή ροπή αδρανείας κριός μοντμοριλλονίτης έλος μοραίνη, παγετώδης εναπόθεση κονίαμα ποικιλόχρωμος ποικιλόχρωμη άργιλος ροή ιλύος αργιλένεση λάσπη, ιλύς πεδίο ιλύος (ίλος) ιλυόλιθος, συμπαγής αργιλοπηλός οργανικό έδαφος (όπως τύρφη) μυλονίτηςN natural natural water content nature of grain needle negative pore water pressure negative skin friction neutral pressure, -stress noddle, nodule nomenclature non-cohesive non-stationary flow non-uniform non-uniformity non-yielding normal normally consolidated nucleusφυσικός φυσική υγρασία φύση των κόκκων βελόνη αρνητική πίεση πόρων αρνητική πλευρική τριβή ουδέτερη πίεση, -τάση κόνδυλος oνοματολογία μη συνεκτικός μη μόνιμη ροή ανομοιόμορφος ανομοιομορφία άκαμπτος, ανυποχώρητος, σταθερός κανονικός κανονικά στερεοποιημένο πυρήναςO observation wellEnglish - Greekφρέαρ παρατηρήσεως18 / 32 occlude, to oedometer one-dimensional ooze ooze, to open caisson open cut optimum organic origin cohesion orthoclase osmotic outcrop (geol.) outfit outwash outwash plain oven-dried overburden overcompaction overconsolidated overdeepened overload overlying confining bed (geol.) overpressure oversaturation overshot overstrained overstressσφραγίζω, απορροφώ συμπιεσόμετρο, οιδήμετρο μονοδιάστατος λάσπη, οργανικό ίζημα εξιδρώνω, διηθούμαι ανοικτό καταδυόμενο κιβώτιο (φρέαρ) ανοικτό όρυγμα βέλτιστος οργανικός αρχική συνοχή ορθόκλαστο οσμωτικός εμφάνιση, έξαρση εξοπλισμός αλλουβιακή απόθεση (πλησίον παγετώνων) πεδιάδα αλλουβιακών αποθέσεων ξηρανθέν σε κλίβανο επικαλύψεις, υπερκείμενες γαίες υπερσυμπύκνωση υπερστερεοποιημένος, προφορτισμένος υπερβολικά εκβαθυνθείς υπερφόρτιση υπερκείμενη στρώση, οροφή (γεωλ.) υπερπίεση υπερκορεσμός υπερκερασθείς φορτισμένος πάνω από το όριο ελαστικότητας υπέρβαση τάσεωνP parent rock partial particle particle size pass passed passive earth pressure passive state of plastic equilibrium path of percolation pavement (road and airfield) pavement pumping paving pea gravel peak value pearl-spar peat peat bog peaty pebble pedestal peneplain penetration penetration record penetration test penetration-resistance curve penetrometerEnglish - Greekμητρικό πέτρωμα μερικός τεμάχιο, στοιχείο μέγεθος κόκκων διάβαση, διέλευση υπερκερασθείς παθητική ώθηση γαιών παθητική κατάσταση πλαστικής ισορροπίας γραμμή-, τροχιά διήθησης οδόστρωμα (οδού ή αεροδρομίου) παραμόρφωση του οδοστρώματος λόγω υγρασίας οδοστρωσία λεπτό χαλίκι, γαρμπίλι μεγίστη τιμή μαργαριτώδες κρυσταλλικό ασβεστολιθικό ορυκτό τύρφη έλος τύρφης τυρφώδες χάλικας πέδιλο, βάθρο πανεπίπεδο (αγχίπεδον) διείσδυση διάγραμμα-, πρωτόκολλο διείσδυσης δοκιμή διείσδυσης καμπύλη δοκιμής διείσδυσης πενετρόμετρο19 / 32 percent consolidation percent saturation percent, percentage percentage by weight perched water perched water table percolation percussion percussion drilling periglacial permafrost permeability permeable permeameter permissible load permissible soil pressure permutite (geol.) perusal pervious perviousness phreatic line, -surface phreatic water phyllite physical disintegration physical weathering pier pier footing pier foundation piezometer piezometric level pile pile (driving) frame, piling frame pile bearing load, pile load pile bent pile driving pile driving formula pile driving resistance pile foundation pile group pile hammer pile loading test pile point pilot plant piping piping by heave piston sampler pit foundation (sinking of) placement moisture, -water content plagioclase (min.) planation plane plane strain plastic flow plastic limit plastic range English - Greekποσοστό ή βαθμός στερεοποίησης ποσοστό ή βαθμός κορεσμού επί τοις εκατό, εκατοστιαίος ποσοστό βάρους "αναρτημένο" υπόγειο νερό ορίζοντας "αναρτημένου" ύδατος διήθηση κρούση κρουστική γεώτρηση περιπαγετώδης μόνιμος παγετός διαπερατότητα διαπερατός διαπερατόμετρο επιτρεπόμενο φορτίο επιτρεπόμενη τάση εδάφους περμουτίτης (γεωλ.) οπτική εξέταση (μακροσκοπική) διαπερατός διαπερατότητα φρεατία στάθμη, φρεάτιος ορίζοντας υπόγειο ύδωρ φυλλίτης φυσική αποσάθρωση φυσική αποσάθρωση βάθρο, μώλος, φρεατοπάσσαλος θεμέλιο βάθρου θεμελίωση επί βάθρων, -φρεατοπασσάλων πιεζόμετρο πιεζομετρική στάθμη πάσσαλος ικρίωμα έμπηξης πασσάλου επιτρεπόμενο φορτίο πασσάλου ομάδα πασσάλων έμπηξη πασσάλου κρουστικός τύπος υπολογισμού πασσάλου αντίσταση έμπηξης πασσάλου θεμελίωση επί πασσάλων ομάδα πασσάλων κριός πασσαλόπηκτη δοκιμαστική φόρτιση πασσάλου αιχμή πασσάλου δοκιμαστική εγκατάσταση διασωλήνωση, υδραυλική θραύση (εσωτερική διάβρωση εδάφους) υδραυλική θραύση με ανύψωση πυθμένα εκσκαφής δειγματολήπτης με έμβολο θεμελίωση σε φρέατα υγρασία κατά την τοποθέτηση πλαγιόκλαστο οριζοντίωση, ισοπέδωση επίπεδος παραμόρφωση στο επίπεδο πλαστική διαρροή όριο πλαστικότητας πλαστική περιοχή 20 / 32 plasticity chart plasticity index plate bearing test plate loading test plug plumbline pneumatic pneumatic-tired roller point load point resistance point-bearing pile Poisson’s ratio poling board pond, to poorly graded, -sorted pore pore pressure pore pressure dissipation pore water head pore water pressure porosity porous post-hole auger pot hole potential drop potentiometer power plant power shovel pozzolama pre.. preboring precast-concrete pile precompression pressure at rest pressure bulb pressure cell, -chamber pressure contour pressure gauge, -gage pressure-void ratio curve prestress, to principal principal stress probing Proctor compaction test Proctor penetration resistance profile progressive progressive failure prop protective filter proving frame proving ring puddle-clay pulling test pulp pulvimixer, Pulvi Mixer English - Greekδιάγραμμα πλαστικότητας δείκτης πλαστικότητας δοκιμή φόρτισης πλάκας δοκιμή φόρτισης πλάκας πώμα νήμα στάθμης, λιναίη με (πεπιεσμένο) αέρα ελαστικοφόρος οδοστρωτήρας συγκεντρωμένο φορτίο, φορτίο αιχμής (πασσάλου) αντίσταση αιχμής (πασσάλου) εδραζόμενος πάσσαλος, πάσσαλος αιχμής λόγος του Poisson σανίδα υποστύλωσης γεμίζω ταμιευτήρα κακής διαβάθμισης πόρος, κενό πίεση πόρων απόσβεση ή διάχυση πιέσεως των πόρων ύψος πιέσεως ύδατος πόρων πίεση ύδατος πόρων πορώδες πορώδης εδαφολήπτης κοχλιοφόρος λάκκος απώλεια, πτώση δυναμικού ποτενσιόμετρο σταθμός ηλεκτροπαραγωγής μηχανικό πτύο ποζολάνη προ... προδιάτρηση πρόχυτος, προκατασκευασμένος πάσσαλος από σκυρόδεμα προένταση, προσυμπίεση ώθηση ηρεμίας λωβός τάσεων θάλαμος πιέσεως, πιεστικός θάλαμος ισοβαρής καμπύλη μανόμετρο, μετρητής πιέσεως καμπύλη πίεσης-δείκτη πόρων (λόγου κενών) προεντείνω κύριος κύρια τάση ερευνητική διάτρηση δοκιμή συμπύκνωσης κατά Proctor αντίσταση διείσδυσης βελόνης Proctor τομή προοδευτικός προοδευτική θραύση στήριγμα προστατευτικός ηθμός, -φίλτρο πλαίσιο συσκευής φόρτισης δυναμομετρικός δακτύλιος στεγανοποιητική άργιλος δοκιμή εφελκυσμού ζύμη, χυλός αναμικτήρας (κόνεως) 21 / 32 pumice pumping punch pycnometer pycnometer pyrite pyroxene (min.)κίσσηρις άντληση λοστός, βελόνι, μπαραμίνα, διατρυπώ πυκνόμετρο πυκνόμετρο πυρίτης πυρόξενοςQ quarry gravel quartz quartzite quaternary quick clay quick condition quick shear test quick soil quicksandθραυστοί χάλικες χαλαζίας χαλαζίτης τεταρτογενής υδαρή, ευαίσθητη άργιλος, ρέουσακατάσταση ρευστοποίησης ταχεία δοκιμή διάτμησης έδαφος σε κατάσταση ρευστοποίησης άμμος σε κατάσταση ρευστοποίησης, ρέουσα-R radial shear, -zone radius of influence raft foundation railway fill raising rammer ramming range spacer rate rate indicator rate of loading ratio reaction reamed rebound curve recharge well recharge, to recompact, to recompression recovery ratio reference point refractory refusal (pile) refuse reinforced concrete relative relief well relieve, to remold, to remoulding index remoulding loss, -gain remoulding sensitivity removal repeat, to reservoir residual residual clay soilEnglish - Greekακτινική διάτμηση, - ζώνη ακτίνα επιρροής θεμελίωση με γενική κοιτόστρωση επίχωμα σιδηροδρόμου αύξηση κριός, τυπάς τύπανση, έμπηξη με κρούση σταθεροποιητικό παρέμβλημα ταχύτητα (μεταβολής) ταχύμετρο ταχύτητα φόρτισης λόγος αντίδραση διευρυνθείς καμπύλη αποφόρτισης φρέαρ τροφοδοτήσεως επαναφορτίζω επανασυμπυκνώνω επανασυμπίεση ποσοστό απόληψης πυρήνα σημείο αναφοράς πυρίμαχος άρνηση (έμπηξης πασσάλου) άρνηση οπλισμένο σκυρόδεμα σχετικός φρέαρ εκτονώσεως αποφορτίζω, εκτονώνω αναπλάσσω, αναζυμώνω δείκτης ευαισθησίας σε αναζύμωση μείωση ή αύξηση αντοχής με αναζύμωση ευαισθησία λόγω αναζύμωσης απομάκρυνση, μεταφορά επαναλαμβάνω δεξαμενή παραμένων αυτόχθων άργιλος22 / 32 residual stress resistance resistivity survey restoring-force retaining wall retention retrogressive revetment riddle riddle, sieve rig rigid foundation rigid pavement rigidity rill ring shear apparatus riprap riser pipe river deposit river levee river wall road embankment road foundation roadbed roadway rock rock fall rock fill rock flour rock mechanics rock pressure rock slide rock waste rock weathering rock-bit rocky rod roll, to rolled rolled earth dam roller roller-bit root hole rotary drilling rotational slip roughness routine test row of piles rubber hose rubber-tyred compactor rubble rubble-slope runoff runway (airport) rupture English - Greekπαραμένουσες, εσωτερικές τάσεις αντοχή (αντίσταση) έρευνα εδάφους με μέτρηση της ηλεκτρικής αντίστασης δύναμη σταθεροποίησης, -επαναφοράς τοίχος αντιστήριξης κατακράτηση αναδρομικός επένδυση πέτασμα σείστρο, κόσκινο εξοπλισμός άκαμπτη θεμελίωση άκαμπτο οδόστρωμα ακαμψία ρυάκι συσκευή δακτυλιοειδούς διατμήσεως λιθορριπή ανερχομένη στήλη,-σωλήνας ποτάμια εναπόθεση προστατευτικά αναχώματα ποταμού προστατευτικά αναχώματα ποταμού επίχωμα οδού υποδομή οδού υποδομή οδού οδός βράχος, πέτρωμα κατάπτωση βράχου βραχώδες επίχωμα παιπάλη βράχου, φίλλερ βραχομηχανική πίεση βράχου, εσωτερική τάση βράχου κατολίσθηση βράχου απορριπτόμενο βραχώδες υλικό, λιθοσύντριμμα αποσάθρωση βράχου κοπτικό βράχου βραχώδης ράβδος, στέλεχος κυλινδρώνω, συμπυκνώνω με κυλίνδρωση συμπυκνωμένος, κυλινδρωμένος συμπυκνωμένο γαιόφραγμα κύλινδρος, οδοστρωτήρας οδοντωτό κοπτικό διάκενο, οπή ρίζας περιστροφική γεώτρηση ολίσθηση από περιστροφή τραχύτητα συνήθης δοκιμή πασσαλοστοιχία ελαστικός σωλήνας ελαστικοφόρος οδοστρωτήρας αργολιθοδομή - στρώμα αποσαθρωμένων βράχων και λιθοκορημάτων λιθένδυτο πρανές απορροή διάδρομος προσγειώσεως θραύση 23 / 32 rupture envelopeπεριβάλλουσα θραύσεως (Mohr)S safe load saline salinity saltation sample sample tube sampler sampling sampling disturbance sampling spoon sampling tube sand sand boil sand pile sand pipe sandstone sandwich slab sandy saturated unit weight saturation scarf (scarfing) scarp scatter (of results) schist science scour scour-resistant scraper screen screening screw auger screw pile sea level seal, to sealing off seasonal seasonal movement seat of settlement secondary secondary time effect section, profile sediment sedimentary soil sedimentation analysis sedimentation apparatus seepage seepage face seepage failure seepage flow seepage line seepage water, seeping segregation self frequency, natural -English - Greekεπιτρεπόμενο φορτίο αλατούχος περιεκτικότητα σε άλατα, αλατότητα άλμα δείγμα δειγματοληπτικός σωλήνας δειγματολήπτης δειγματοληψία διατάραξη κατά την δειγματοληψία κοχλιάριο δειγματοληψίας σωληνωτός δειγματολήπτης άμμος υδραυλική θραύση αμμώδους εδάφους αμμοπάσσαλος υδραυλική θραύση αμμώδους εδάφους ψαμμίτης πλάκα από λεπτές στρώσεις αμμώδης κεκορεσμένο φαινόμενο βάρος κορεσμός γλυφή (γεωλ.) πρανές (φυσικό) διασπορά (αποτελεσμάτων) σχιστόλιθος επιστήμη διάβρωση, υποσκαφή ανθιστάμενος σε διάβρωση αποξέστης, χωματοσυλλέκτης οθόνη κοσκίνισμα ελικοειδής εδαφολήπτης ελικοφόρος πάσσαλος στάθμη θάλασσας στεγανώνω, σφραγίζω στεγάνωση εποχιακός εποχιακή κίνηση έδρα (κέντρο) καθιζήσεων δευτερεύων, δευτερογενής δευτερογενής επιρροή του χρόνου τομή ίζημα ιζηματογενές έδαφος υδραυλική ανάλυση συσκευή υδραυλικής ανάλυσης διήθηση επιφάνεια διηθήσεως αστοχία λόγω διηθήσεως, υποσκαφή ροή διηθήσεως γραμμή διηθήσεως διηθούμενο νερό διαχωρισμός, απόμιξη ιδιοσυχνότητα, φυσική συχνότητα24 / 32 semi-circular semi-empirical sensitive sensitive clay sensitivity ratio sequence of strata (geol.) serpentine (geol.) settlement settlement analysis settlement curve settlement measurement settlement observation settlement plate settlement plate mark set-up sewage sewer shaft shaker apparatus shaking test shale shallow shallow footing shallow foundation shape factor shattered clay shattering shear shear box shear crack shear plane shear strain shear stress shear test shearing resistance shearing strength, shearsheepsfoot roller sheeting sheet-pile sheet-pile bulkhead sheet-pile cut-off sheet-pile screen sheet-pile wall shingle shore shovel shrinkage shrinkage limit shrinkage ratio shuttering side friction sieve analysis sieve, to sieving machine silica silicate English - Greekημικυκλικός ημιεμπειρικός ευαίσθητος ευαίσθητη άργιλος δείκτης ευαισθησίας αλληλουχία στρωμάτων σερπεντίνης, οφείτης καθίζηση υπολογισμός καθιζήσεως καμπύλη καθιζήσεως μέτρηση καθιζήσεως παρακολούθηση (παρατήρηση) καθιζήσεων πλάκα παρατηρήσεως καθιζήσεων σημείο παρατηρήσεως καθιζήσεων διάταξη νερά υπονόμου, λύματα υπόνομος φρέαρ αναδευτήρας δοκιμή δονήσεως αργιλικός σχιστόλιθος αβαθής (ρηχός), επιφανειακός αβαθές πέδιλο αβαθής θεμελίωση συντελεστής μορφής ρηγματωμένη άργιλος τεμαχισμός, διαρηγμάτωση διάτμηση συσκευή αμέσου (απ’ ευθείας) διατμήσεως ρωγμή από διάτμηση επίπεδο διατμήσεως διατμητική παραμόρφωση διατμητική τάση δοκιμή διατμήσεως αντίσταση σε διάτμηση διατμητική αντοχή κύλινδρος συμπύκνωσης με προεξοχές (κατσικοπόδαρο) μεταλλική επένδυση πασσαλοσανίδα τοίχος πασσαλοσανίδων στεγάνωση με πασσαλοσανίδες διάφραγμα πασσαλοσανίδων τοίχος πασσαλοσανίδων πεπλατυσμένη κροκάλα ακτής ακτή πτύο συρρίκνωση όριο συρρικνώσεως δείκτης συρρικνώσεως ξυλότυπος πλευρική τριβή κοκκομετρική ανάλυση με κόσκινα κοσκινίζω συσκευή κοσκινίσματος πυρίτιο πυριτικός 25 / 32 silicatisation siliceous silo silo pressure silt silt fraction silt up, to siltation silting method siltstone silty clay silty clay loam silty marl simple shear single-grained structure sink hole sinking sinter, to site site investigation size factor skeleton skin friction slab slab foundation slag slaking test slate sleeve slickenside slide (to) slide area slide plane slip slip line slip plane slip surface slope slope failure slope wash sluicing slump (to) slurry smell (to) smooth-wheel roller soaked, wetted soapstone sod soft soil softening soil characteristic soil colloid soil compaction soil creep soil exploration soil kinder English - Greekπυριτίωση πυριτιούχος σιλό ώθηση σιλό πηλός, ιλύς ποσοστό ιλύος,-πηλού εναποθέτω ιλύ, (-πηλό) εναπόθεση ιλύος, (-πηλού) υδραυλική επιχωμάτωση ιλυόλιθος, πηλόλιθος πηλώδης, ιλυώδης άργιλος πηλο- (ιλυο-) αργιλώδες έδαφος πηλώδης (ιλυώδης) μάργα α
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.