Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Παρασκευή, 06 Δεκεμβρίου 2019

Εργασία του Παν. Σπυρόπουλου, Δρ. Πολ. Μηχ., ομοτίμου καθηγητή Α.Π.Θ.

Παραθέτουμε ένα ακόμη κείμενό του αειμνήστου καθηγητού με τίτλο «Σεισμοί εις Κωνσταντινούπολιν» όπως δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ τον Ιούνιο του 1990. Η απόδοση έχει μεν διατηρήσει τη γλώσσα και την ορθογραφία της δημοσιεύσεως και των ιστορικών «ντοκουμέντων» τα οποία περιέχονται σ’ αυτήν, αλλά έχει εφαρμοσθεί (για τεχνικούς λόγους) το μονοτονικό σύστημα.

ΣΕΙΣΜΟΙ ΕΙΣ ΚΩΝΣTΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ από τον Παν. Σπυρόπουλο Καθηγητή Α.Π.Θ.∆είγµατα της ενασχόλησης του καθηγητή Παν. Σπυρόπουλου µε την Ιστορία των σεισµών, στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο και χρόνο, έχουµε ήδη δώσει στο www.e-archimedes.gr µε τις δηµοσιεύσεις του: •Αιτία και ευθύνη για την πτώση του τρούλου της Αγίας Σοφίας στον µεγάλο σεισµό του 557 µ.Χ.•Οι σεισµοί και οι αρχαίοι Έλληνες•Χρονικόν των σεισµών της Πελοποννήσου από την Ελληνικήν αρχαιότητα µέχρι των ηµερών µαςΠαραθέτουµε ένα ακόµη κείµενό του µε τίτλο «Σεισµοί εις Κωνσταντινούπολιν» όπως δηµοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφηµερίδα ΕΣΤΙΑ τον Ιούνιο του 1990. Η απόδοση έχει διατηρήσει τη γλώσσα και την ορθογραφία της δηµοσιεύσεως και των ιστορικών «ντοκουµέντων» τα οποία περιέχονται σ’ αυτήν. Η δυσχέρεια αποδόσεως του πολυτονικού συστήµατος (και µάλιστα σε «Βυζαντινή» αρχαΐζουσα γλώσσα) σε µονοτονικό, είναι εµφανής. Στο κείµενο, µε το αδιαµφισβήτητο ιστορικό ενδιαφέρον, γίνονται νύξεις και σκέψεις, για πιθανή επίδραση των βλαβών των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως από τις σεισµικές δράσεις, στην άλωση του 1453. Γίνεται επίσης αναφορά σε άγνωστα «τσουνάµι» που σηµειώθηκαν στην περιοχή κατά τη διάρκεια της εξεταζοµένης χρονικής περιόδου. Επιµέλεια - παρουσίαση κειµένου: Θεόδ. Βουδικλάρης - Παν. ΑναγνωστόπουλοςΠερί τα µέσα του 7ου π.Χ. αιώνος άποικοι Μεγαρείς, µε αρχηγόν τον θαλασσοπόρον Βύζαντα, ήλθον εις τον Βόσπορον και ίδρυσαν επί της Εύρωπαϊκής ακτής µίαν νέαν αποικίαν κληθείσαν Βυζάντιον. Η πατρίς των είχε το µειονέκτηµα να γειτνιάζει προς τον Ισθµόν της Κορίνθου, όστις έφρασσε την προ αυτής θαλασσίαν οδόν. Το Βυζάντιον ευρίσκετο αντιθέτως εις πολύ προνοµιούχον, ακριβώς επ’ αυτού του σηµείου θέσιν, καθώς συνέδεε δια του προ αυτού Boσπόρου, τον Εύξεινον Πόντον µε την Προποντίδα και το Αιγαίον και την Μεσόγειον θάλασσαν. Επί χίλια περίπου έτη η αποικία αυτή των Μεγαρέων διεδραµάτιζεν ένα µάλλον δευτερεύοντα ρόλον εις την περιοχήν της. Άλλοτε άσηµος και άλλοτε πόλις ιοχυρά και ικανή να αποκρούη ξενικάς επιδροµάς, υπετάγη τελικώς, µαζί µε την υπόλοιπον Ελλάδα, εις την κοσµοκράτειρα της εποχής Ρώµην. Кάπотε όµως ήλθε δια το Βυζάντιον η µεγάλη ώρα της ιστορίας του. Περί τας άρχάς του 4ου µ.Χ. αιώνος ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος, νικήσας τους συνδιεκδικητάς του θρόνου της Ρώµης Μαξέντιον και Λικίνιον, απεφάσισε να αναζητήση νέαν πρωτεύουσαν του κράτους. Η παλαιά ήτο πολύ συνδεδεµένη µε τους τέως αντιπάλους του και επιπροσθέτως ευρίσκετο πλέον εις το άκρον σχεδόν της επικρατείας της, αφού η εξουσία της είχεν επεκταθή πολύ προς ανατολάς. Τότε, κατά την δεκαετίαν του 320 µ.Χ., εσκέφθη ο Κωνσταντίνος το Βυζάντιον, πόλιν φυσικώς οχυράν και εις προνοµιούχον από πάσης απόψεως θέσιν.σελ. 1 / 24 Τας δυνατότητας της θέσεως είχε µόλις προ ολίγου γνωρίσει πολιορκών εκεί τον Λικίνιον. Οργασµός οικοδοµικός ηκολούθησε και υλοποίησε την απόφασιν αυτήν του Αυτοκράτορος. Πέντε µόλις έτη αργότερον, την 11ην Μαΐου 330 µ.Χ. εγένοντο µε πολλήν λαµπρότητα τα εγκαίνια µίας νέας µεγαλουπόλεως εις την θέσιν του παλαιού µικρού Βυζαντίου, διπλασίας εις έκτασιν από την αρχαίαν πόλιν (και πενταπλασίας από την µέχρι της ήµέρας εκείνης υπάρχουσαν). Ο Αυτοκράτωρ την ωνόµασε Νέαν Ρώµην, ο λαός όµως και οι αιώνες, εις τον προφορικόν και γραπτόν λόγον, την απεκάλεσαν Κωνσταντινούπολιν. Επί ολόκληρον χιλιετίαν και πλέον η πόλις αυτή τού Κωνσταντίνου ευρίσκετο εις το προσκήνιον της пαγκοσµίου ιστορίας, ως λαµπρά -δια τα πλούτη της και το πνεύµα της- και ισχυρά πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωµαϊκού Κράτους ή, όπως ευλόγως ωνοµάσθη ολίγον βραδύτερον, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Παρήλθον ένδεκα αιώνες ενδόξου βίου, µετά τους οποίους η Βασιλίς υπέκυψεν εις τας έκ δυσµών και εξ άνατολών επιθέσεις και έπαυσε να υπάρχη ως ελευθέρα πόλις την θλιβεράν εκείνην 29ην Μαΐου 1453. Εάν δεν άπέθανεν εντελώς, εµαρµάρωσε πάντως και αυτή µαζί µε τον ηρωϊκόν τελευταίον Βασιλέα της και περιµένει, ίσως, την επιστροφήν των βιαίως διασκορπισθέντων τέκνων тης. Ακριβώς δια το ανωτέρω υπερχιλιετές χρονικόν διάστηµα του ελευθέραυ βίου της Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή δια τους Βυζαντινούς χρόνους (330 µ.Χ. µέχρι 1453), θα επιχειρήσωµεν εις τα επόµενα µίαν αναδροµήν και µίαν συµβολήν εις µίαν ιδιάζουσαν πτυχήν της όλης ιστορίας της, εις την σεισµικήν ιστορίαν της τότε βασιλίδος. Πρόκειται διά µίαν µικράν αλλά, νοµίζοµεν, χρήσιµον συνεισφοράν εις ένα τοµέα της Βυζαντινής Ιστορίας, όστις -ίσως λόγω της φύσεώς του- είναι αρκετά ανεξερεύνητος και άγνωστος εις τους πολλούς. Τα σχετικά στοιχεία, διεσκορπισµένα όπως είναι εις τας αφηγήσεις των χρονογράφων της εποχής και εις γενικούς καταλόγους εις τα συγγράµµατα των σεισµολόγων των δύο τελευταίων αιώνων, χρειάζονται ένα ερευνητήν µε "µεράκι" και πείραν, ο οποίος να έχη την υποµονήν να αποσπάση και να συνθέση την αυτοτελή αλλά και ολοκληρωµένην σεισµικήν Ιστορίαν της Κωνσταντιναυπόλεως. Εδώ θέτοµεν απλώς το θέµα και επιχειρούµεν µίαν πρώτην ανάπτυξίν του εις όσον προκεχωρηµένον σηµείον δυνάµεθα να ελπίζωµεν ότι θα επιτρέψουν τα περιθώρια των φιλοξένων πάντοτε στηλών της αγαπητής «Εστίας». Το αντικείµενον είναι όχι απλώς ενδιαφέρον αλλά -θα έλεγε κανείς- συναρπαστικόν αφού ο σεισµός είναι ένα φαινόµενον κυριολεκτικώς δονούν και συνταράσσον τους πάντας και τα πάντα. Επί πλέον η Κωνσταντινούπολις είναι «τόπος κατ’ εξοχήν σεισµοπαθής», όπως διαπιστώνει ο καθηγητής Μ. Μαραβελάκις («Συµβολή εις την γνώσιν τού Ιστορικού των σεισµών της Ελλάδος και των γειτονικών αυτής χωρών εκ των ενθυµήσεων», Θεσσαλονίκη, 1938). Το οδυνηρόν αυτό προνόµιον οφείλει η άλλοτε Βασιλεύουσα εις την γειτνίασίν της µε την Προποντίδα (πρόκειται διά την διευρυµένην συνέχειαν τού Βοσπόρου προς δυσµάς και νότον), περιοχήν εντόνως σεισµογόνον. Εις αυτήν είχον τα επίκεντρά των όχι µόνον όλοι οι ισχυροί σεισµοί, οι οποίοι κατά καιρούς έπληξαν την Κωνσταντινούπολιν, αλλά και άλλοι, οίτινες εις µέν την Πόλιν ελάχιστα υπήρξαν αισθητοί, κατέστρεψαν όµως πόλεις και περιοχάς προς άλλας κατευθύνσεις (εις την Θράκην ή την Μ. Ασίαν). Αιτία των σεισµών εις την Θράκην και την Μικράν Ασίαν είναι τρία µεγάλα ρήγµατα (τάφροι), τα οποία διασχίζρυν τον πυθµένα της Προποντίδος. Αυτός έχει µέγιστον βάθος διακοσίων (200) µέτρων και µε τας πεδινός εκτάσεις των γύρω παραλίων αποτελεί µίαν ευρυτάτην πεδιάδα µε ασηµάντους µόνον υψοµετρικάς ανωµαλίας. Την οµαλήν αυτήν µορφήν έρχονται να διαταράξουν και να χαράξουν τρεις βαθείαι τάφροι, ελαφρώς καµπύλης κατόψεως (περίπου ελλειπτικής), µε κυριαρχούσαν διεύθυνσιν εκ ∆. προς Α. και µικράς αποκλίσεις тου ανατολικού άκρου των προς βορράν ή προς νότον. Το εξηκριβωµένον βάθος των ρηγµάτων αυτών υπερβαίνει τα χίλια µέτρα.σελ. 2 / 24 Το κυριώτερον από αυτά -εκείνο το οποίον γεννά τους σεισµούς, που πλήττουν την Κωνσταντινούπολιν- διέρχεται από την νήσον του Μαρµαρά (εντός της Προποντίδος) και οδεύον προς τα Β.Α. κατευθύνεται προς την άλλοτε βασιλίδα. Ο δυτικός κλάδος της ιδίας τάφρου καµπυλούται και αυτός ελαφρώς προς βορράν, διέρχεται В.∆. της νήσου Σαµοθράκης, πλησιάζει εν συνεχεία προς το Άγιον Όρος και κατόπιν κάµπτεται εντόνως προς τας βορείους Σποράδας νήσους. Εκεί συναντάται µε την τάφρον (τεκτονικήν γραµµήν) του Πηλίου (βλ. Μαραβελάκιν, ένθα προηγουµένως). Πριν ή ίδωµεν αναλυτικώς και βάσει των αφηγήσεων των Βυζαντινών χρονογράφων τους σφοδροτέρους σεισµούς, οι οποίοι έπληξαν την Πόλιν κατά τους χρόνους тоυ µεγαλείου της, ας δώσωµεν εισαγωγικώς και προς καλλιτέραν εποπτείαν δύο συγκεντρωτικούς πίνακας, περιλαµβάνοντας όλους (κατά το δυνατόν) τους σεισµούς -ο πρώτος πίναξ τους ασθενείς και ο δεύτερος τους ισχυρούς και καταστρεπτικούς- οίτινες συνεκλόνισαν κατά τους χρόνους εκείνους το έδαφος της Κωνσταντινουπόλεως. Κυρία πηγή µας ένας περιληπτικός πίναξ -ο µόνος υπάρχων εις την βιβλιογραφίαν- τον οποίον έδωσε κατά τας αρχάς του αιώνος µας ο Ευγένιος Αντωνιάδης εις το βιβλίον του «Έκφρασις Αγίας Σοφίας» (Κωνσταντινούπολις, 1907). Ο συγγραφεύς αυτός -αστρονόµος την ειδικότητα- προκειµένου να ασχοληθή µε τας εκ σεισµών κατά καιρούς βλάβας της Μεγάλης Εκκλησίας, όχι απλώς συνέταξε τον εν λόγω πίνακα, αλλά και εισήγαγε µίαν δικήν του κλίµακα εντάσεως µε επτά βαθµίδας (οµάδας τας ονοµάζει) συµβολιζοµένας µε τα γράµµατα А µέχρι Ζ. Και αυτό αρκετάς δεκαετίας προ της εισαγωγής εις την επιστήµην της δωδεκαβαθµίου κλίµακος Мερκάλλι (σήµερον καλουµένης, λόγω µικροαλλαγών, τροποιηµένης κλίµακος Μερκάλλι ή κατά σύντµησιν κλίµακος ΜΜ). Εδώ επιβάλλεται µία µικρά παρέµβασις προς κατατοπισµόν του µη ειδικού αναγνώστου. Πρέπει να έχη υπ' όψει του ότι µε τον όρον έντασις ενός σεισµού εις συγκεκριµένον τόπον εννοείται ο βαθµός εις τον οποίον γίνεται ο συγκεκριµένος σεισµός αισθητός ή και προκαλεί καταστροφάς εις τον θεωρούµενον, επίσης συγκεκριµένον, τόπον. Προφανές ότι η πρώτη βαθµίς του πρέπει να υποδηλοί σεισµόν µόλις αισθητόν εις τον τόπον εκείνον και η τελευταία σεισµόν προκαλοϋντα βιβλικήν καταστροφήν εις τον ίδιον πάντα τόπον. Το πλήθος των ενδιαµέσων βαθµίδων δύναται προφανώς να εκλεγή κατά βούλησιν. Είναι φανερόν ότι ένας και ο αυτός σεισµός έχει διάφορον έντασιν από τόπου εις τόπον. Μειούται αυτή, δηλαδή ο σεισµός γίνεται ολιγώτερον αισθητός και ολιγώτερον καταστρεπτικός, όσον αποµακρυνόµεθα από την εστίαν του. Άλλο πράγµα βεβαίως είναι το καλούµενον µέγεθος ενός σεισµού. Τούτο εκφράζει την σφοδρότητα της συγκρούσεως των λιθοσφαιρικών πλακών -εις κάποιο βάθος, υπό την επιφάνειαν της Γης- και την αποδεσµευοµένην ενέργειαν. Κάθε σεισµός έχει ένα µόνον µέγεθος, µετρούµενον εις µονάδας Ρίχτερ (από το όνοµα тоυ εισηγητού). Είναι προφανές ότι το µέγεθος ενός συγκεκριµένου σεισµού επηρεάζει την έντασίν του -ας είπωµεν την καταστρεπτικήν του µανίαν- εις τους διαφόρους γειτονικούς τόπους. Την επηρεάζουν όµως (την έντασιν εις καθένα τόπον) και πολλοί άλλοι παράγοντες (βάθος εστίας, φύσις παρεµβαλλοµένων πετρωµάτων, απόστασις του θεωρούµενου τόπου από το επίκεντρον κ.ά.). Μετά την αναγκαίαν αυτήν παρένθεσιν ας επανέλθωµεν εις το κύριον θέµα µας. ∆ιά τους µή βλαπτικούς διά τας κατασκευάς σεισµούς, ο ανωτέρω µνηµονευθείς Εύγ. Άντωνιάδης διαθέτει εις την έπταβάθµιον κλίµακά του δύο βαθµίδας (τας ονοµάζει, είπωµεν, οµάδας), τας Α και Β. Εκατέραν εξ αυτών ορίζει ως εξης: Οµάς Α: ∆όνησις ελαφροτάτη, αισθανοµένη νύκτωρ µόνοις τοις γρηγορούσι. Οµάς Β: Κλόνος εδάφους, ον αισθάνονται πολλοί των κατοίκων .σελ. 3 / 24 Είναι προφανές ότι πρόκειται περί σεισµών, oι οποίοι γίνονται µεν αισθητοί εις τους κατοίκους ενός τόπου, δεν προκαλούν όµως υλικάς βλάβας εις τας κατασκευάς. Θα ηδύνατο κανείς να αντιστοιχίση κατά τινα εύλογον προσέγγισιν τας δύο βαθµίδας προς τας υπ' αριθ. IV - V - VI της κλίµακος Μερκάλλι (σηµ.: η αρίθµησις των τελευταίων γίνεται διεθνώς και προς διάκρισιν από άλλας ποσότητας µε Λατινικούς αριθµούς). Aι χαµηλότεραι βαθµίδες της σηµερινής δωδεκαβαθµίου κλίµακος ΜΜ παριστούν εντάσεις σεισµών αισθητών µόνον από ευαίσθητα σεισµογραφικά όργανα, τα οποία δεν υπήρχον εις τας αρχάς του αίώνος µας. Κείνται κατά συνέπειαν εκτός -χαµηλότερον- της κλίµακος Αντωνιάδου. ∆υνάµεθα ήδη νοµίζοµεν να παραθέσωµεν τον πρώτον πίνακά µας, ένα πίνακα ασθενών, µη καταστρεπτικών εις Κωνσταντινούπολιν σεισµών, οι οποίοι παρεπιπτόντως και ως εµµέσως συνδεόµενοι µε άλλα αξιοσηµείωτα ιστορικά γεγονότα, αναφέρονται από τους Βυζαντινούς χρονογράφους. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17Έτος 396 Έτος 402 Έτος 408, Ιουλίου 5 Έτος 423, Απριλίου 7 Έτος 549 Έτος 557, Απριλίου 2 Έτος 814 Έτος 943 Έτος 968 Έτος 1033, Μαρτίου 6 Έτος 1036, ∆εκεµβρίου 18 Έτος 1039 Έτος 1041, Ιανουαρίου 10 Έτος 1064 Έτος 1231, Ιουνίου 6 Έτος 1303 ή 1304, Ιανουαρίου 15 Έτος 1332, Ιανουαρίου 17∆ιευκρινίζεται ότι εις τον ανωτέρω πίνακα δεν έχουν περιληφθή προσεισµοί ή µετασεισµοί, που συνοδεύουν συνήθως επί µακρόν τους ισχυρούς σεισµούς. Και ταύτα µεν διά λόγους πληρότητος. Το κύριον όµως ενδιαφέρον µας επικεντρώνεται, ως είναι φυσικόν, εις τον κατάλογον των σφοδρών και καταστρεπτικών σεισµών, οι οποίοι κατά τους ένδεκα και πλέον εκείνους αιώνας (330 µ.Χ. έως 1453) προεκάλεοαν όχι ολίγας καταστροφάς εις την τότε Βασιλίδα των Πόλεων. Εδώ διατίθενται αρκεταί πηγαί, η προσφυγή όµως εις αυτάς δεν θα είναι άνευ δυσχερειών, καθώς προσκρούει κανείς εις κάποιας ασυµφωνίας. Μία πρώτη δυσκολία προκύιττει περί την ακριβή χρονολογίαν έκαστου µεγάλου σεισµού. Αιτία είναι η διαφορετική χρονολογική αφετηρία των Βυζαντινών (αριθµούσαν τα έτη από µιάς συµβατικής χρονολογίας «κτίσεως κόσµου» ως την απεκάλουν). Είχον διαφορετικήν από ηµάς αρχήν εκάστου ηµερολογιακού έτους και, εις επιστέγασµα, µερικοί χρονογράφοι προσδιορίζουν εις την αφήγησίν των χρονικώς ένα γεγονός µε τον αύξοντα αριθµόν των µέχρι τότε ετών βασιλείας του αυτοκράτορος της εποχής. Λόγω της κάποιας συγχύσεως, ήτις επικρατεί ως εκ τούτου εις την βιβλιογραφίαν δια το έτος εκδηλώσεως µερικών ισχυρών σεισµών, ελάβοµεν κατ’ ανάγκην υπ' όψιν την ευρύτερον αποδεκτήν ή πιθανωτέραν χρονολογίαν. ∆ευτέρα δυσκολία, την οποίαν συνηντήσαµεν, αναφέρεται εις την έντασιν εκάστου σεισµού.σελ. 4 / 24 Εδώ διατίθενται αρκεταί πηγαί, παλαιότεραι και νεώτεραι. Η πλέον παλαιά είναι η µνηµονευθείσα εργασία του Ευαγγ. Αντωνιάδου (1907) και αι πλέον πρόσφατοι αι εργασίαι του Ιω. Aντωνοπούλου («Τσουνάµι εις την Ανατολικήν Μεσόγειον», Αθήναι, 1973) και των Βασ. και Αικ. Παπαζάχου («Οι σεισµοί της Ελλάδος», Θεσσαλονίκη, 1989). Εκάστη εξ αύτών καλύπτει σηµαντικόν τοµέα του προβλήµατός µας (της εντάσεως των µεγάλων σεισµών της Κωνσταντινουπόλεως), ενώ εις τα ενδιάµεσα έτη (µεταξύ 1907 και 1989) εδηµοσιεύθησαν και άλλαι εργασίαι εγγίζουσαι ολίγα µόνον σηµεία του θέµατός µας. Όπου διεπιστώσαµεν διαφωνίαν εις την εκτίµησιν της εντάσεως σεισµού τινός προσεφύγοµεν εις αυτάς ταύτας τας αφηγήσεις των Βυζαντινών ή, εν εσχάτη ανάγκη, επελέξαµεν την πλέον πρόσφατον άποψιν. Υπήρξαν περιπτώσεις, κατά τας οποίας δύο αποκλίνουσαι ολίγον µεταξύ των απόψεις, ήσαν αµφότεραι ορθαί και τούτο διότι η έκτασις της Πόλεως ήτο τόση και η θέσις της ως προς τα επίκεντρα τοιαύτη (προς το έν άκρον της), ώστε δικαιολογείται διαφοροποίησις της εντάσεως ενός ισχυρού σεισµού από µιας περιοχής της Κωνσταντινουπόλεως εις άλλην µεµακρυσµένην (ο αναγνώστης θα το διαπιστώση κατά την ανάγνωσιν των διηγήσεων των χρονογράφων). Με αυτάς τας προϋποθέσεις συνετάξαµεν, µε όσην ηδυνήθηµεν πληρότητα, τον ακολουθούντα Πίνακα Ισχυρών Σεισµών εν Κωνσταντινουπόλει κατά τους Βυζαντινούς χρόνους. Ισχυροί σεισµοί: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31Έτος 366, σεισµός εντάσεως VII βαθµών Έτος 412, σεισµός εντάσεως VII βαθµών Έτος 417, Απριλίου 20, σεισµός εντάσεως VII βαθµών Έτος 438, σεισµός εντάσεως VIII - IX β. Έτος 447, Νοεµβρίου 6, σεισµός εντάσεως IX - X β. Έτος 450, Ιανουαρίου 26, σεισµός εντάσεως VIII - IX β. Έτος 477 Σεπτεµβρίου 25, σεισµός εντάσεως IX - X β. Έτος 488, Σεπτεµβρίου 26, σεισµός εντάσεως IX β. Έτος 530, σεισµός εντάσεως VII β. Έτος 533, σεισµός εντάσεως VII β. (ΜΜ) Έτος 541, Αυγούστου 16, σεισµός εντάσεως IX β. 'Ετος 543, Σεπτεµβρίου 6, σεισµός εντάσεως VII β. Έτος 545, εντάσεως VII β. Έτος 548, Φεβρουάριος, εντάσεως VII β. Έτος 554, Αυγούστου15, εντάσεως IX β. 'Ετος 555, Ιουλίου 11, εντάσεως VII β. Έτος 557, ∆εκεµβρίου 14, εντάσεως IX - X β. Έτος 583, Μαΐου 10, εντάσεως VII β. Έτος 611, Απριλίου 22, εντάσεως VII β. Έτος 740, Οκτωβρίου 26, εντάσεως IX - X β. Έτος 790, Φεβρουαρίου 9, εντάσεως VII β. Έτος 860, Αύγουστος, εντάσεως VII β. Έτος 865, Μαΐου 16, εντάσεως VIII β. Έτος 869, Ιανουαρίου 9, εντάσεως VIII IX β. Έτος 986, Οκτωβρίου 26, εντάσεως IX - X β. Έτος 1010, Ιανουαρίου 8, εντάσεως VIII β. Έτος 1032, Αυγούστου 13, εντάσεως VII β. ’Eτος 1037 ή 1036, Νοεµβρίου 2, εντάσεως VII β. Έτος 1065, Σεπτεµβρίου 23, εντάσεως IX β. 'Ετος 1087, ∆εκεµβρίου 6, εντάσεως VIII β. Έτος 1159, εντάσεως VII β.σελ. 5 / 24 32 33 34 35 36 37Έτος 1231, Μαρτίου 11, εντάσεως IX β. Έτος 1296, Ίουνίου 1, εντάσεως VIII β. Έτος 1323, εντάσεως VIII β. Έτος 1331, εντάσεως VIII β. Έτος 1344 ή 1344, Οκτωβρίου 14 ή 18, εντάσεως X β. Έτος 1402, Ιουλίου 28, εντάσεως VI II β.Εις τον πίνακα αυτόν παρατηρούµεν ότι αι εντάσεις των σεισµών, εκπεφρασµέναι πάντοτε εις βαθµούς της δωδεκαβαθµίου τροποποιηµένης κλίµακος Μερκάλλι, κυµαίνονται από VII µέχρι Χ. Έντασιν XI και XII βαθµών ουδείς ευτυχώς σεισµός είχεν εις την Κωνσταντινούπολιν. Η βαθµίς VII είναι η χαµηλοτέρα, δια την οποίαν υπάρχουν υλικαί καταστροφαί και ευρίσκεται εις άµεσον συνέχειαν του σηµείου, που εσταµατήσαµεν την κατάταξιν εις τον Α' πίνακα. Θεωρούντες ήδη τον ουσιώδη αυτόν δεύτερον πίνακα δυνάµεθα να προβώµεν εις ωρισµένας παρατηρήσεις: Σεισµοί µε έντασιν VII β. και άνω υιτήρξαν 37, σεισµοί µε έντασιν VIII β. και άνω 20, σεισµοί µε έντασιν IX και άνω 10. Εάν ληφθή υπ' όψιν ότι η περίοδος, εις την οποίαν αναφερόµεθα είναι 1123 έτη (330 ως 1453), έχοµεν κατά µέσον όρον ένα σεισµόν µε υλικάς βλάβας εις τας κατασκευάς (δηλ. εντάσεως τουλάχιστον VII βαθµών) ανά 30 έτη περίπου· ένα σεισµόν, εντάσεως τουλάχιστον VIII ανά 56 έτη και τέλος ένα σεισµόν εντάσεως τουλάχιστον IX βαθµών ανά 112 έτη. Αυτά βεβαίως κατά µέσον όρον. Η ζωή όµως δεν φαίνεται να γνωρίζει µαθηµατικά και οι σεισµοί είναι εκδήλωσις ζωής του πλανήτου µας. Απλούν βλέµµα επί του πίνακος πείθει ότι υπήρξαν µακρά χρονικά διαστήµατα (εκατόν και εκατόν είκοσιν ετών) χωρίς κανείς σοβαρός σεισµός (εντάσεως τουλάχιστον VII βαθµών) να πλήξη την Κωνσταντινούιτολιν, και άλλα πάλιν σχετικώς βραχέα διαστήµατα µε πυκνήν και έντονον σεισµικήν δραστηριότητα. Εις την πρώτην κατηγορίαν ανήκουν επί παραδείγµατι αι περίοδοι 611 µέχρις 740 και 869 µέχρις 989. Εις την δευτέραν κατηγορίαν κραυγαλέα περίπτωσις είναι η εικοσαετία 538 µέχρι 558, αµέσως µετά την περάτωσιν και τα εγκαίνια του µεγαλειώδους δηµιουργήµατος του Ιουστινιανού και των «µηχανοποιών» Ανθεµίου και Ισιδώρου, του ναού δηλαδή της Αγίας Σοφίας. Επτά ισχυροί σεισµοί (εντάσεως VΙΙ και άνω βαθµών) συνεκλόνισαν εντός είκοσι (20) µόλις ετών το έδαφος της Κωνσταντινουπόλεως. Και όµως, κατά τον αριθµητικόν µέσον όρον, θα έπρεπε οι επτά εκείνοι σφοδροί σεισµοί να καλύψουν περίοδον δύο ακριβώς αιώνων! Όλα αυτά βεβαίως προς απόκτησιν συνολικής εικόνος και εποπτείας της δράσεως του Εγκελάδου εις την Κωνσταντινούπολιν κατά τους χρόνους της βασιλείας της. Καιρός όµως να προχωρήσωµεν εις το δεύτερον µέρος της παρούσης εργασίας και να παρακολουθήσωµεν λεπτοµερείς κάπως αφηγήσεις Βυζαντινών χρονογράφων δια τους κυριωτέρους τουλάχιστον από τους σεισµούς του Β' Πίνακος (µια ολοκληρωµένη εργασία θα έπρεπε φυσικά να περιλαµβάνη όλας τας υπαρχούσας αφηγήσεις και δι' όλους τους σεισµούς αµφοτέρων των πινάκων). Εις το τµήµα αυτό της συνοπτικής παρούσης εργασίας µας πολύτιµος βοηθός θα είναι πέραν των µνηµονευθεισών και άλλων δευτερευουσών πηγών- ένα πολύ ένδιαφέρον βιβλίον των αρχών του αιώνος (του 1904). Συγγραφεύς του ο τότε νοµοµηχανικός -ως αναγράφεται εις την προµετωπίδα- Αθανασ. Σ. Γεωργιάδης και τίτλος: «Περί σεισµών και κατασκευής αντισεισµικών οικοδοµηµάτων», Αθήναι, 1904. Εις το τέλος του πρωτοποριακού αυτού δια τον τόπον µας βιβλίου ανευρίσκονται, υπό µορφήν ειδικού κεφαλαίου, πολλά σχετικά αποσπάσµατα διηγήσεων χρονογράφων.σελ. 6 / 24 Ας προστεθή εισαγωγικώς και τούτο: ∆ια τον Έλληνα αναγνώστην (καλύτερον: µελετητήν) η ανάγνωσις (ή µελέτη) κειµένων Βυζαντινών χρονογράφων παρουσιάζει ένα ξεχωριστόν ενδιαφέρον και αποκτά µίαν ιδιάζουσαν γοητείαν, καθώς το ύφος και η όλη τεχνοτροπία των δεν οµοιάζουν ούτε µε εκείνα των αρχαίων συγγραφέων oύτε µε τα των νεωτέρων χρόνων. Τα εκατόν πρώτα έτη της ζωής της νέας πρωτευούσης εκύληοαν χωρίς κανένα ιδιαίτερα καταστρεπτικόν σεισµόν. Τρεις βεβαίως φοράς -κατά τα έτη 366, 412 και 417- εσηµειώθησαν σεισµοί εντάσεως VII βαθµών, αυτοί όµως µόνον φόβον ή έστω πανικόν και ελαφροτάτας δευτερευούσας βλάβας εις κτίρια επροξένησαν, χωρίς σοβαρωτέρας οδυνηράς συνεπείας ∆εν συνέβη όµως το αυτό µε τον σεισµόν του 438, όστις είχεν έντασιν κατά 1 έως 2 µονάδας (της δωδεκαβαθµίου πάντοτε κλίµακος ΜΜ) µεγαλυτέραν. Ο Θεοφάνης γράφει σχετικώς (I, σελ. 143, 11): «...Σεισµοί γεγόνασι εν Κωνσταντινουπόλει επί τέσσαρας µήνας, ώστε φοβηθέντες οι Βυζάντιοι έφυγον έξω της πόλεως εν τόπω λεγοµένω Κάµπω και ήσαν διηµερεύοντες συν τω επισκόπω εν ταις προς Θεόν δεήσεσι λιτανεύοντες». Παραπλήσια είναι και τα όσα αναφέρει ο Γ. Κεδρηνός, ενώ ο Μιχαήλ Γλυκάς καταγράφει εις την χρονογραφίαν του («Βίβλος Χρονική» 483, β) µερικάς προσθέτους πληροφορίας: «Σεισµός µέγας εγένετο, γράφει, ώστε πεσείν τα τείχη της πόλεως και πολύ µέρος αυτής, επεκράτει δε ο σεισµός και κατά πάσαν χώραν µήνας τρεις. Τότε δη του Πατριάρχου Πρόκλου και αυτού του Βασιλέως ανυποδύτων λιτανευόντων ...». Σφοδρότερος του προηγουµένου -και εποµένως ο σφοδρότερος (εντάσεως ΙX - X β.) από κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως- υπήρξεν ο σεισµός των αρχών Νοεµβρίου του έτους εκείνου (µάλλον το 447). Το επίκεντρον του ευρίσκετο εις την Προποντίδα, Ν.∆. της πρωτευούσης. Θαλάσσια σεισµικά κύµατα («τσουνάµι» - δηλαδή υπερύψωσις της θαλάσσης και κίνησίς της µε ορµήν προς την ξηράν, την οποίαν κατακλύζει προσωρινώς, δια να παρασύρη κατόπιν προς τα βάθη ό,τι συνήντησεν έµπροσθέν της) εσάρωσαν τόσον τάς εντός της Προποντίδος νήσους, όσον και την επί των Ευρωπαϊκών παραλίων χερσόνησον της Καλλιπόλεως. Αισθητή έγινε βεβαίως η δόνησις και προς την πλευράν της Μ. Ασίας. Πολλοί Βυζαντινοί χρονογράφοι αναφέρουν τον φοβερόν αυτόν σεισµόν. Ο Μαλάλας, ο Θεοφάνης και το Πασχάλιον Χρονικόν ασχολούνται µε αυτόν κατά περιληπτικόν µόνον τρόπον. Το χρονικόν αυτό, γραφέν από άγνωστον συγγραφέα περί τας αρχάς του 7ου µ.Χ. αιώνος, ωνοµάσθη ούτω (δηλαδή Πασχάλιον) επειδή σηµαντικόν τµήµα тоυ αναφέρεται εις τον καθορισµόν του Πάσχα εκάστου έτους και των µετ' αυτού κινητών εορτών. ΕπΙ παραδείγµατι το τελευταίον αυτό χρονικόν σηµειώνει τα ακόλουθα (56( 61): «Τω αυτώ έτει εγένοντο σεισµοί µεγάλοι, ώστε τα τείχη πεσείν. Εκράτησαν γαρ επί χρόνον, ώστε µη τολµάν τινα εν οίκω µενεί αλλ’ έφυγον έξω της πόλεως πάντοτε λιτανεύοντας ηµέρας και νυκτός... Γέγοvε γαρ απειλή µεγάλη, οία ου γέγονεν απ’ αρχής…». Παρατρέχοντες τας παραπλησίους αναφοράς των άλλων χρονογράφων ας σταθώµεν ολίγον εις τό πολύ ενδιαφέρον απόσπασµα (βιβλίον I, παράγρ, 17) της Ιστορίας του Ευαγρίου. (Συνέγραψεν εκκλησιαστικήν Ιστορίαν µε πολλά χρονογραφικά στοιχεία δια την περίοδον 431 µέχρι 593 µ.Χ), εις το οποίον αναφέρονται κατά αρκετά αναλυτικόν τρόπον όλαι αι φοβεραί συνέπειαι του τροµερού εκείνου σεισµού, τόσον δια την Κωνσταντινούπολιν όσον και δια τας άλλας περιοχάς, τας οποίας έπληξε µε βιαιότητα. Ο καθηγητής Ιω. 'Αντωνόπουλος («Τσουνάµι της Ανατολικής Μεσογείου», Αθήναι 1973), παραθέτει εις ελευθέραν µετάφρασιν περίπου τα ακόλουθα:σελ. 7 / 24 «Κατά την βασιλείαν Θεοδοσίου (σηµ.: πρόκειται περί του Θεοδοσίου Β΄, 403 ως 450) συνέβη εις την χώραν του φοβερός σεισµός. Ο κλόνος -η δόνησις- ήτο τόσον βίαιος, ώστε κατέρρευσαν πολλά φρούρια και τα µακρά τείχη της Χερσονήσου (εννοείται της Καλλιπόλεως). Εις πολλάς περιοχάς εδηµιουργήθησαν χάσµατα εις το έδαφος και πόλεις εξηφανίσθηοαν εντός αυτών. Πολλαί συµφοραί εγένοντο εις την ξηράν και εις την θάλασσαν, πηγαί έπαυσαν να αναβλύζουν ύδωρ (εστείρευσαν) και νέαι ανεπήδησαν. ∆ένδρα εξερριζώθησαν, κατολισθήσεις ήλλαξαν την µορφήν των ορέων. Ψάρια νεκρά εξετινάχθησαν µε ορµήν επί της παραλίας και πολλαί νήσοι κατεκλύσθησαν από θαλάσσια σεισµικά κύµατα. Με την αποχώρησιν των υδάτων πολλά πλοία ευρέθησαν να κάθωνται επί ξηράς. Aι δύο Φρυγίαι, η Βιθυνία και ο Ελλήσποντος επλήγησαν ισχυρώς. Aι συµφοραί συνεχίσθησαν επί µακρόν, όχι όµως µε την ιδίαν έντασιν. Με την πάροδον του χρόνου αι δονήσεις εξησθένησαν, έως ότου έπαυσαν εντελώς». Μία λεπτοµέρεια αξίζει να κρατήση δι’ ολίγον το ενδιαφέρον µας. Αι βλάβαι των τειχών της Βασιλευούσης πρέπει να ήσαν πολύ σηµαντικαί, αφού η εντός διµήνου αποκατάστασίς των εξέπληξε τους πάντας, εις βαθµόν ώστε να αποδοθή εις εξαιρετικάς οργανωτικάς ικανότητας και ταχύτητα δράσεως του τότε αρµοδίου επάρχου Κωνσταντίνου ή Κύρου και να κριθή επί πλέον τόσον αξιόλογον επίτευγµα, ώστε να αποτυπωθή δι’ εγχαράκτου επιγραφής επί των τειχών. Ο Λέων ο Γραµµατικός γράφει: «Κύρος ο έπαρχος της πόλεως, ανήρ σοφώτατος και ικανός, έκτισε τα τείχη της πόλεως, όπερ εξέπληξε τον δήµον δια το κάλλος και το τάχος της του τείχους κτίσεως». Την αυτήν επισήµανσιν κάµνει και επιγραφή χαραχθείσα εις το ανώφλιον της εξωτερικής εισόδου της καλουµένης Μελανδησίας ή Νέας Πύλης, τελευταίας πύλης των χερσαίων τειχών προς την Προποντίδα. Εις βιβλίον περιλαµβάνον βιογραφίαν και συγγραφάς του Πατριάρχου Κωνσταντίνου του Α' (Κωνσταντινούπολις, 1866) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κωνσταντίνος ο και Κύρος, ύπαρχος της πόλεως, µε ταχυτάτην προθυµίαν δι’ εξήκοντα ηµερών τα ανήγειρεν (σηµ. τα καταπεσόντα η ισχυρώς βλαβέντα τµήµατα των τειχών) επιγράψας επί της Ρηγίου, της προς την Προποντίδα υστάτης πύλης, τάδε: Ήµασιν εξήκοντα φιλοσκήπτρω βασιλεί, Κωνσταντίνος ύπαρχος εδείµατο τείχει τείχος». Ήτοι - κατ’ ελευθέραν απόδοσιν- εντός εξήκοντα ηµερών ο ύπαρχος Κωνσταντίνος ανήγειρε τείχος επί τείχους δια λογαριασµόν του βασιλέως. Ας σηµειωθή ότι κατά τους χρόνους εκείνους (το 447 µ.Χ.) τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ακόµη σχεδόν εντελώς καινουργή (νεόδµητα), αφού είχον ανεγερθή µόλις πρό τινων δεκαετιών (τω 413, υπό του αυτού βασιλέως Θεοδοσίου Β΄). Η πεντηκονταετία 438 ως 488 χαρακτηρίζεται από έντονον σεισµικήν δραστηριότητα εις την Κωνσταντινούπολιν. Την σηµαδεύουν δύο σεισµοί εντάοεως VIII -IX βαθµών και άλλοι τρεις ακόµη καταστρεπτικότεροι, εντάσεως IX - X βαθµών. Ο θεωρούµενος σεισµός των αρχών του 450 συνεκλόνισε την Πόλιν την νύκτα της 26ης προς 27ην Ιανουαρίου (έντασις VIII προς IX βαθµών). Κατά τον χρονογράφον του ΣΤ' αιώνος Ιω. Μαλάλαν (44, σελ. 363, 364), «επί της αυτού βασιλείας (ήτοι Θεοδοσίου του Β΄) έπαθεν υπό θεοµηνίας εν πρώτοις Κωνσταντινούπολις υπό σεισµού µηνί Ιανουαρίω κστ' (= 26) εν νυκτί, από των λεγοµένων Τρωαδησίων εµβόλων µέχρι του Χαλκού Τετραπύλου. Όστις βασιλεύς ελιτάνευσε µετά της συγκλήτου και του όχλου και του κλήρου ανυπόδητος επί ηµέρας πολλάς».σελ. 8 / 24 Παραπλήσια περίπου αφηγείται ολίγον αργότερον και ο χρονογράφος του Πασχαλίου Χρονικού· προσθέτει όµως (589, 6) ότι αι µετασεισµικαί δονήσεις εξηκολούθησαν «επί χρόνον ώστε µη τολµάν τινα εν οίκω µενείν ...τινές δε έλεγον και πυρ εν ουρανώ τεθεάσθαι (δηλαδή ότι είχε θεαθή)». Τέλος ο Λυκασθένης -και µόνον αυτός- αναφέρει ότι "ήνοιξεν η γη", εσχηµατίσθησαν δηλαδή ρήγµατα (χάσµατα) εις το έδαφος, ενώ πολλαί πόλεις της Μ. Ασίας ισοπεδώθησαν. Η θάλασσα εις την αρχήν υπεχώρησε (απεµακρύνθη από την παραλίαν) και πύρινα σχήµατα εθεάθησαν εις τον ουρανόν. Μετασεισµοί εγίνοντο επί εξ µήνας. Κατά τον Ι. Αντωνόπουλον (ένθα προηγουµένως) τα ως άνω εξαιρετικά φαινόµενα, τα οποία αναφέρει ο Λυκοσθένης, πρέπει µάλλον να είναι εκείνα, τα οποία συνώδευσαν τον ισχυρόν σεισµόν του 447, τρία µόλις έτη προηγουµένως. Σεισµός έτους 447, Σεπτεµβρίου 25 (εντάσεως IX-X βαθµών). Περί του σφοδροτάτου αυτού σεισµού γράφει ο Θεοφάνης (βιβλίον I, σελ. 194, 20): «Τούτω τω έτει εγένετο σεισµός φοβερός εν Κωνσταντινουπόλει µηνί Σεπτεµβρίω κε' (ήτοι 25) Ινδικτιώνος πρώτης και έπεσον εκκλησίαι πολλαί οικίαι τε και έµβολοι (σηµ. έµβολοι ή περίπατοι εκαλούντο αι γύρωθεν συνήθως των µεγάλων πλατειών στοαί. Στύλοι των επιµήκων αυτών οτεγάστρων κατέρρεον πολλάκις κατά ισχυρούς σεισµούς -απετέλουν ευπαθή εις την δράσιν του σεισµού στοιχεία- και παρέσυραν µαζί των γειτονικά τµήµατα οροφής) µέχρι το έδαφος. Κατεχώσθη δε και πλήθη αναρίθµητα ανθρώπων. Έπεσε δε και η σφαίρα του ανδριάντος του φόρου (σηµ. εξελληνισµένη παραφθορά της λατινικής λέξεως «φόρουµ» = αγορά) και η στήλη του Μεγάλου Θεοδοσίου, η εις τον κίονα του Ταύρου, και τα δύο τείχη (ήτοι το έσω και το έξω) επί διαστήµατι ικανόν (σηµ. τηρείται πάντοτε η σύνταξις -και η ορθογραφία άλλωστε- του πρωτοτύπου), και εκράτησεν ο σεισµός χρόνον πολύν, ώστε την πόλιν επόζεσθαι (να αποπνέη δηλαδή δυσοσµίαν από τα άταφα πτώµατα άνθρώπων και ζώων)». Αναφέρεται ακόµη υπό τινων ότι ο σεισµός εκείνος συνωδεύετο από θαλάσσιον παλιρροιακόν κύµα, το οποίον εσάρωσε µεγάλο µήκος ακτών εις σηµαντικόν βάθος, παρασύρον και καταστρέφον κάθε παρατυχόν κτίσµα, ως και ανθρώπους ή ζώα. Οι µετασεισµοί διήρκεσαν ολοκλήρους µήνας. Είποµεν ήδη ότι η εικοσαετία, ήτις ηκολούθησε την περάτωσιν της ανεγέρσεως του µεγαλειώδους ναού της Αγίας Σοφίας (538) εσηµαδεύθη από πολλούς και ισχυρούς σεισµούς. Ο πρώτος σοβαρός εξ αυτών και εκ των πλέον σφοδρών, αφού είχεν έντασιν εις την Πόλιν IX βαθµών της δωδεκαβαθµίου κλίµακος Μερκάλλι, συνέβη την 16 Αύγουστου 541. Ο χρονογράφος Θεοφάνης περιγράφει ως εξής τα αποτελέσµοτα του ισχυρού αυτού «κλόνου» µνηµονεύων παραλλήλως και δύο άλλα αξιόλογα δια την Ιστορίαν της πόλεως γεγονότα, τα οποία έλαβον χώραν κατά το αυτό µε τον σεισµόν έτος: «Τούτω τω έτει, εν µηνί Οκτωβρίω Ινδικτιώνος ε' γέγονεν εν Βυζαντίω το µέγα θανατικόν (σηµ. Υπονοείται η επιδηµία πανώλους -εµφανιζοµένη τότε δια πρώτην φοράν εις την Ιστορίαν, η οποία εκδηλωθεισα κατά πρώτον εις την Αίγυπτον, επεξετάθη εκ δυσµών και εξ Ανατολών εις όλον σχεδόν τον τότε γνωστόν κόσµον, φυσικά δε και εις την Κωνσταντινούπολιν. Με διαλείµµατα εταλαιπώρησε το Βυζαντινόν κράτος επί 52 έτη), και τω αυτώ χρόνω η υπαπαντή του Κυρίου, έλαβεν αρχήν του επιτελείσθαι εν Βυζαντίω τη δευτέρα του Φεβρουάριου µηνός, και τω Αυγούστω µηνί κστ' (= 26) της αυτής πέµπτης Ινδικτιώνος εγένετο σεισµός µέγας έν Кωνσταντινουπόλει και έπεσον αι εκκλησίαι και οίκοι και το τείχος µάλιστα το κατά την Χρυσήν Πόρταν (σηµ. επειδή η Χρυσή Πύλη ανήκεν εις το παρά την Προποντίδα άκρον των χερσαίων τειχών, συνάγεται ότι το επίκεντρον και αυτού του σεισµού ευρίσκετο κάπου εις την θάλασσαν αυτήν). Έπεσε δε και η λόγχη, ήν εκράτει ο ανδριάς ο εστώς εις τον φόρον του Αγίου Κωνσταντίνου και η δεξιά χειρ του ανδριάντος του Ξηρολόφου και απέθανον πολλοί και εγένετο φόβος µέγας».σελ. 9 / 24 Πληροφοριακώς ας σηµειωθεί ότι ο Μ. Κωνσταντίνος, κατά την υπ' αυτού κτίσιν της Κωνσταντινουπόλεως ως νέας πρωτευούσης της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, είχε διαµορφώσει την παλαιάν αγοράν (φόρουµ) εις ωραίαν πλατείαν, αποκαλουµένην πλέον κατά παραφθοράν тоυ λατινικού της ονόµατος πλατείαν του φόρου. Εις το µέσον αυτής είχεν υψώσει πορφυράν λιθίνην στήλην ύψους 25 - 30 µέτρων, επί της οποίας εστηρίζετο κολοσσιαίος ανδριάς του αυτοκράτορος, κρατούντος εις την δεξιάν του χείρα λόγχην. Η λόγχη αυτή απεκόπη µε τον ανωτέρω σεισµόν. Πρέπει, νοµίζοµεν, να σuvεδέετο µόνον κατά το εv άκρον της µε τον υπόλοιπον ανδριάντα (προφανώς κατά την λαβήν της) και ούτω κατά την διάρκειαν του σεισµού εταλαντούτο ταχύτερον και µε ιδικήν της συχνότητα (ως πρόβολος και δευτερογενές στοιχείον µικρής δυσκαµψίας θα ελέγοµεν σήµερον εις µίαν αντισεισµικήν µελέτην). Η στήλη αυτή του Κωνσταντίνου, άχρους πλέον από τους αιώνας, υπάρχει ακόµη σήµερον εις την Κωνσταντινούπολιν µέσα εις ένα ξένον και ετερόκλητον περιβάλλον. Εις την κορυφήν της ουδέν κόσµηµα υπάρχει, ούτε ο ανδριάς του Μ. Κωνσταντίνου, ούτε ο παµµεγέθης σταυρός, όστις τον αντικατέστησεν, όταν εις τα 1105 κατέπεσε µίαν νύκτα µεγάλης θυέλλης. Οι εντόπιοι της σήµερον δεν γνωρίζουν τίποτε από την Ιστορίαν της στήλης του М. Κωνσταντίνου και οι προενηµερωµένοι επισκέπται δυσκόλως την ανευρίσκουν και εξ ίσου δυσκόλως - εντός ενός τόσον ευτελούς περιβάλλοντος- ηµπορούν και αναπλάθουν την παλαιάν της δόξαν, όταν οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου εν λαµπρά τελετή εστάθµευον προ αυτής κατά τον «θρίαµβόν» των, επιστρέφοντες από νικηφόρους πολέµους. Παραλείποντες τους µετά το 541 αρκετούς εις αριθµόν και όχι ολίγον καταστρεπτικούς σεισµούς, οίτινες έπληξαν την Βασιλίδα, ερχόµεθα εις τον τροµερόν -εις έντασιν και έκτασινσεισµόν του µεσονυκτίου Σαββάτου προς Κυριακήν, ανατελλούσης της 15ης Αυγούστου 554 (εντάσεως IX βαθµών). Ο σεισµός δεν έπληξε µόνον την Κωνσταντινούπολιν. Καταστρεπτικός, συνεκλόνισε και όλα τα παράλια –µε ικανόν βάθος ενδοχώρας-- όλης σχεδόν της Μ. Ασίας, ως και νήσους του νοτίου Αιγαίου, ιδιαιτέρως δέ την Κω. Ο Γεώργ. Κεδρηνός οµιλεί, όπως θά ίδωµεν κατωτέρω, περί παγκοσµίου σεισµού. Η ύπαρξις όµως, µεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Προποντίδος αφ’ ενός, και της νήσου Κω αφ’ ετέρου, πολύ µεγάλης εκτάσεως του ΑιΙγαίου, δια τας νήσους της οποίας δεν αναφέρονται αξιόλογοι καταστροφαί, καθιστά πιθανωτέραν την εκδοχήν ότι πρόκειται περί δύο διακεκριµένων σεισµών, µε διαφορετικά εστιακά κέντρα (ένα εις την Προποντίδα και ένα πλησίον της Κω), οι οποίοι σεισµοί εξεδηλώθησαν περίπου συγχρόνως, µε διαφοράν ωρών ή έστω ολίγων ηµερών. Όπως και αv έχουν εις τας λεπτοµερείας των τα πράγµατα, καταστροφαί προυξενήθησαν εις Κωνσταντινούπολιν, Νικοµήδειαν, Αντιόχειαν, Τράλλεις (νοτιοδυτική Μικρά Ασία, όπου περίπου το σηµερινόν Αϊδίνιον), όλως δε ιδιαιτέρως εις την νήσον Κω. Θαλάσσιον σεισµικόν κύµα, το οποίον συνώδευσε τον σφοδρόν εκείνον σεισµόν εις το Ν.Α. Αιγαίον, κατέκλυσε την νήσον Κω -ιδιαιτέρως δε την πρωτεύουσάν της- και παρέσυρεν ό,τι είχεν αποµείνει όρθιον από τον ίδιον τον σεισµόν. Ο χρονογράφος Αγαθίας, επισκεφθείς αµέσως µετά την θεοµηνίαν την ωραίαν εκείνην νήσον της ∆ωδεκανήσου, αντίκρυσεν εικόνα βιβλικής καταστροφής. Παρουσιάζει ξεχωριστόν ενδιαφέρον να παρακολουθήσωµεν -έστω και εις το περιθώριον ίσως του κυρίου θέµατός µας- απόσπασµα της αφηγήσεως του Αγαθίου: «Και η Κως, η νήσος, γράφει, εσείσθη και ελάχιστόν τι µέρος αυτής εσέσωστο, η δε άλλη πάσα επεπτώκει ποικίλα τε αυτή και ανήκουστα προσεγένετο πάθη. Η δε θάλασσα επί πλείστον αρθείσα (δηλαδή αφού υψώθη πολύ υψηλά) κατέκλυσε τα παράκτια των οικηµάτων (δηλαδή όσα κτίρια ευρίσκοντο κοντά εις τας ακτάς) .... και διέφθειρεν αυτούς... άπαντα έρριψε και κατέβαλε».σελ. 10 / 24 Και καταλήγει ο χρονογράφος µε µίαν εκτίµησιν της βιαιότητος του σεισµικού θαλασσίου κύµατος και της εικόνος που παρουσίαζεν η νήσος: «Το τε µέγεθος του βρασµού εξαίσιον..... οικτρόν τι θέαµα και οποίον ουκ αν αποχρώντως υπογράψοι ο λόγος (δηλ. το θέαµα ήτο τόσον. οικτρόν, ώστε δεν είναι δυνατόν να περιγραφή µε λόγους). Άπαν µεν γαρ το άστυ σχεδόν που χώµµά γε ην επί µέγα ηρµένον και λίθοι κείµενοι σπορηδόν ..... και κόνις πολλή ύπερθεν φεροµένη». Ας επανέλθωµεν όµως εις το κυρίως θέµα µας και ας παρακολουθήσωµεν τα όσα αφηγούνται οι βυζαντινοί χρονογράφοι δια τας οδυνηράς συνεπείας του ισχυρού εκείνου σεισµού του 554 δια τους ανθρώπους και τα κτίσµατα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μαλάλας εν πρώτοις γράφει: «Εν δε τω Αυγούστω µηνί .... εγένετο σεισµός φοβερός, ώστε πεσείν οίκους πολλούς και λουτρά και εκκλησίας και µέρη των τειχών παθείν εν Βυζαντίω…. Εν αυτώ δε τω φόβω και άλλαι πόλεις έπαθον, οις και Νικοµηδείας µέρος και καταπεσείν. Εκ δε των συµπτωµάτων Νικοµηδείας και µεθ’ ηµέρας, τινές ζώντες ανηνέχθησαν (ανεσύρθησαν). Επεκράτησε δε ο σεισµός ηµέρας µ' (=40)». Εξ άλλου ο Θεοφάνης αφηγείται: «Τούτω τω έτει µηνί Αυγούστω ιε' ( = 15) Ινδικτιώνος β' ώρα µεσονυκτίου διαφανούσης Κυριακής, εγένετο σεισµός φοβερός, ώστε παθείν οίκους πολλούς και λουτρά και εκκλησίας και µέρος των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως, µάλιστα τα της Χρυσής Πόρτης кαι πολλοί απέθαναν, πέπτωκε δε και Νικοµηδείας µέρος πολύ. Επεκράτησε δε ο αυτός σεισµός ηµέρας τεσσαράκοντα και προς ολίγον οι άνθρωποι κατενύγησαν λιτανεύοντες και προεδρεύοντες και εις τας εκκλησίας µένοντες και πάλιν φιλανθρωπίας θεού γενοµένης επί το χείρον γεγόνασιν. Γίνεται δε και η µνήµη του σεισµού τούτου εν тω Κάµπω λιτανεύοντος του λαού». . Ας κλείσωµεν τα περί τού µεγάλου εκείνου σεισµού, παραθέτοντες ένα µικρόν απόσπασµα από το χρονικόν του Γ. Κεδρηνού: «Τω κζ' (= 27ω) έτει (εννοείται της βασιλείας του Ιουστινιανού), µηνί Αυγούστω ιε΄ γέγονε σεισµός µέγας, ως πεσείν πολλούς οίκους και εκκλησίας και λουτρά και τα τείχη µάλιστα της χρυσής πόρτης... ούτος ο σεισµός παγκόσµιος γέγονε .... και την θάλασσαν αναρριχάναι µίλια δύο και πολλά πλοία απολέσθαι εν τη του ύδατος αναχαιτίσει...». Συνταρακτικόν εις θεοµηνίας υπήρξε το έτος 557, διαρκούσης πάντοτε της βασιλείας του Ιουστινιανού (527 - 565). Τρεις µεγάλοι σεισµοί, έκαστος βιαιότερος του προηγουµένου του, συνεκλόνισαν την Βασιλεύουσαν και προεκάλεσαν εις αυτήν µεγάλας καταστροφάς και πολλά ανθρώπινα θύµατα: Ένας πρώτος σεισµός, µάλλον ήπιος, έγινε την 2 Απριλίου, ένας δεύτερος, εντονώτερος, την 6 Οκτωβρίου και ένας τρίτος, πολύ καταστρεπτικός, την 14 ∆εκεµβρίου. Επειδή το επίκεντρον ευρίσκετο, όπως πάντοτε, εις την Προποντίδα, ιδιαιτέρως σοβαραί ήσαν, κατά τον ισχυρότατον σεισµόν (IX - X βαθµών) της 14ης ∆εκεµβρίου, αι βλάβαι εις τας πλησιέστερον προς αυτήν συνοικίας. Τα γειτονικά χερσαία τείχη, από την Χρυσήν Πύλην µέχρι το ανάκτορον του Εβδόµου, ερρηγµατώθησαν ή κατέρρευσαν κατά µεγάλο τµήµα των εις πολλάς θέσεις. Το ίδιον υπέστησαν και όλοι οι ναοί της περιοχής αυτής. ∆εν διέφυγε τας οδυνηράς συνεπείας του τινάγµατος του Εγκελάδου, ούτε ο µεγάλος τρούλλος (διαµέτρου 32 µέτρων) και η αναταλική αψίς της Μεγάλης Εκκλησίας, του ναού δηλ. της του Θεού Θείας Σοφίας. Ολίγους µήνας αργότερον
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.