Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Παρασκευή, 06 Δεκεμβρίου 2019

Εργασία του Παν. Σπυρόπουλου, Δρ. Πολ. Μηχ., ομοτίμου καθηγητή Α.Π.Θ.

Το www.e-archinedes.gr επεξεργάσθηκε και παρουσιάζει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και εκτενή εργασία του καθηγητού από τις αρχές της δεκαετίας του '90. Τηρήθηκε αυστηρά η γλώσσα των χειρογράφων και των σημειώσεων.

ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ από την Ελληνικήν αρχαιότητα μέχρι των ημερών μας Υπό ΠΑΝΑΓ. I. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ Δρος Πολ. Μηχ., Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.Α. ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΑΧΑΪΑΣ Η περιοχή, την οποίαν σήμερα ονομάζομεν νομόν Αχαϊας, είναι εν γένει ένα αρκετά σεισμοπαθές τμήμα του ελλαδικού χώρου, με βεβαρυμένον, θα έλεγε κανείς, σεισμικόν ιστορικόν παρελθόν. Η σεισμική έπικινδυνότης δεν είναι βέβαια ομοιόμορφος σε όλη την έκταση της Αχαΐας. Πυκνές και σοβαρές σεισμικές έστίες ευρίσκονται στα πελοποννησιακά παράλια μόνον από το στενό Ρίου - Αντιρρίου και ανατολικώτερα, δηλ. στόν Κορινθιακό κόλπο (Aίγιον, Ελίκη και στη συνέχεια Κορινθία, έως Λουτράκι, Περαχώρα κλπ). Αντιθέτως στον Πατραϊκό κόλπο oι υπάρχoυσες σεισμόγόνες έστίες δίδουν πολύ ασθενεστέρους σεισμούς, με μειουμένη σφοδρότητα όσον προχωρούμε από το Ρίον προς Δυσμάς. Εξ άλλου το εσωτερικόν του νομού σπάνια υφίσταται αξιολόγους σεισμούς, καθώς τα συστήματα σεισμογόνων εστιών κείνται μόνον κοντά στα παράλια. Πρέπει να προστεθή ότι σείεται ή παραθαλασσία ζώνη της Αχαΐας και κάθε φορά που γίνεται ένας ισχυρός σεισμός στο Ιόνιον ή στη Ναύπακτο, και βορειοανατολικώτερα. Ας παρακολουθήσουμε όμως διεξοδικά την σεισμική ιστορία της περιοχής: Ο αρχαιότερος σεισμός, που καταγράφεται σε άρχαία κείμενα ως γενόμενος στην θεωρουμένη περιοχή, είναι εκείνος, που προεκάλεσε την καταβύθιση ή ακριβέστερα, την πλήρη εξαφάνιση από του προσώπου της γης μιάς ολοκλήρου Αχαϊκής πόλεως, της Ελίκης, το χειμώνα του 373 π.Χ. Η σχεδόν παράλιος εκείνη πόλη (απείχε από την θάλασσα, καθώς μας πληροφορεί ο Στράβων, κάτι περισσότερον από δύο χιλιόμετρα) ευρίσκετο ανατολικώς του Αιγίου, παρά την δεξιάν όχθην του Σελινούντος ποταμού, ενώ στην αριστερά όχθη ευρίσκεται σήμερα το χωριό Βαλιμήτικα, επίκεντρον πολλών κατά καιρούς ισχυρών σεισμών. Ο Παυσανίας (2ος μ.Χ. αίών) σημειώνει στην "Ελλάδος Περιήγησιν" (Αχαϊκά, Κεφ. 24, παράγρ, 6 -12) ότι ανατολικώς του Aιγίου και σε απόσταξη σαράντα (40) σταδίων (ήτοι 7,4 km) ευρίσκετο η Ελίκη, μια πόλη που παλαιότερα είχεν ακμάσει ως πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο1, μα που στα χρόνια μετά την καταστροφή της υπό του σεισμού του 373 π.Χ., ήταν πια μία μάλλον άσημη πολίχνη κατοικουμένη από Αχαιούς. Oι παλαιοί Ίωνες κάτοικοί της, διωγμένοι από τους κατακτητές, είχαν καταφύγει στην αρχή στην Αθήνα και έπειτα στην Μ. Ασία. Φεύγοντες, άφησαν εξ ανάγκης στην πελοποννησιακή πατρίδα τους το πιό σεβαστό για τους Ίωνες ιερό, το Ιερό του Ελικωνίου Ποσειδώνος με το άγαλμα του θεού. Το ναό αυτόν εμίαναν oι Αχαιοί συλλαβόντες εκεί και κατασφάξαντες ικέτες (απεσταλμένους των Ιώνων της Μ. Ασίας, για να ζητήσουν το άγαλμα του θεού ή έστω αντίγραφόν του), πρόσωπα ιερά, αφού είχαν ζητήσει μέσα στο 1Η πόλη είχε κτισθή περί το 1400 π.Χ. από τον Ίωνα, προς τιμήν της συζύγου του Ελίκης, θυγατέρας του τελευταίου αυτόχθονος βασιλέως, του Σελινούντος. Η νέα πολιτεία υπεσκέλισε σιγά-σιγά το Αίγιον και έγινε η κυριωτέρα πόλις της Αιγιαλείας, μέχρι της κατακτήσεώς της από τους Αχαιούς. Την αναφέρει επανειλημμένως ο Όμηρος.1 / 44 ναό την προστασία του θεού. Η θεϊκή οργή - επιλέγει ο Παυσανίας - εξεδηλώθη με τον φοβερό σεισμό2. "Σεισμός, γράφει, συνεκλόνισε τον τόπο τους (των Αχαιών) και εξηφάνισε όχι μόνον τα οίκοδομήματα και τις παντός άλλου είδους κατασκευές της Ελίκης αλλά και αυτό τούτο το έδαφός της, κάνοντάς το να μή μπορούν να το ιδούν οι μεταγενέστεροι" [βλ. Παράρτημα κειμένων, αριθ. 2]. Στην συνέχεια ο Παυσανίας, αφού περιγράψη τα πρόδρομα φυσικά φαινόμενα, που πολλές φορές προαναγγέλουν τους πολύ ισχυρούς σεισμούς, δίδει κατόπιν - για πρώτη φορά στην ιστορία- μιά στοιχειώδη κλίμακα εντάσεων σεισμών με τρεις βαθμίδες, μακρυνή πρόδρομο της σήμερον χρησιμοποιουμένης δωδεκαβαθμίου κλίμακος (Μερκάλι). Μετά λοιπόν τις τόσον ένδιαφέρουσες επιστημονικά παρεκβάσεις αυτές, συνεχίζει ο μεγάλος περιηγητής ως εξής: "Λέγουν λοιπόν ότι τότε έγινε στην Ελίκη αυτό ακριβώς το είδος σεισμού (η τρίτη δηλ. βαθμίδα, ήτοι ή κατηγορία του πολύ σφοδρού και καταστρεπτικού σεισμού) ...Μαζί όμως με την δόνηση συνέβη και άλλο κακό ... Η θάλασσα κατέκλυσε μεγάλο μέρος της ξηράς γύρω από την Ελίκη, σκεπάζοντας και την ίδια την Ελίκη ολόκληρη, Το άλσος του Ποσειδώνος εκαλύφθη από νερά σε τέτοιο ύψος, ώστε μόνον οι κορυφές των δένδρων εφαίνοντο να εξέχουν. Καθώς ο σεισμός έγινε ξαφνικά (χωρίς δηλ. να προηγηθούν ασθενέστεροι προσεισμοί) και ταυτοχρόνως εισώρμησε η θάλασσα, τα κύματά της παρέσυραν αύτανδρον την Ελίκη (κτίσματα δηλ. και όλους τους κατοίκους)... Τα ερείπιά της διακρίνονται άκόμη, δεν μοιάζουν όμως πλέον με ερείπια πόλεως, διότι το αλμυρό νερό τα έχει παραμορφώσει. [σημ.: όλο το σχετικό απόσπασμα από την "Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις" βλ. σε πρωτότυπο κείμενο στο Παράρτημα αριθ. 2]. Πολύ ένδιαφέροντα εξ άλλου στοιχεία εύρίσκομεν στην αφήγηση ενός παλαιοτέρου Έλληνος περιηγητού, του Στράβωνος, που έζησε στα χρόνια του Χριστού (67 π.Χ. - 23 μ.Χ.). Αυτός επισκέφθηκε τον τόπο της μεγάλης καταστροφής 150 χρόνια πρό του Παυσανία και παραθέτει πληροφορίες από ακόμη παλαιοτέρους επισκέπτες της περιοχής της Ελίκης. "Ο Ερατοσθένης3 λέγει, σημειώνει ο Στράβων, ότι είδε με τα μάτια του τον τόπο της συμφοράς και άκουσε τους ναυτικούς που διασχίζουν το στενό (τον Κορινθιακό κόλπο) να αφηγούνται ότι βλέπουν ακόμη στο βυθό της θάλασσας όρθιο το χάλκινο άγαλμα του Ποσειδώνος και ότι ο ιππόκαμπος4 που κρατούσε στο χέρι του ο θεός αποτελούσε κίνδυνο για τα δίχτυα των ψαράδων. Ο Ηρακλείδης5 λέγει, συνεχίζει πάντοτε ο Στράβων, ότι το φοβερό γεγονός έγινε επί των ημερών του και μάλιστα νύχτα, η δε πόλη της Ελίκης απείχε από την θάλασσα δώδεκα στάδια (περίπου 2,2 km). Παρά ταυτα, όλη αυτή η ενδιάμεση έκταση και όλη η πολιτεία κατακλύστηκαν από τα νερά της θαλάσσης. Δύο χιλιάδες άνδρες, που έστειλαν oι Αχαιοί για να περισυλλέξουν νεκρούς, δεν μπόρεσαν να επιτελέσουν την αποστολή τους ... Ο Ηρακλείδης προσθέτει ότι “η καταστροφή αυτή ήταν εκδίκηση του Ποσειδώνος..."23 4 5Ο σύγχρονος περίπου του Παυσανίου συγγραφεύς Πολύαινος, στηριζόμενος σε παλαιοτέραν αφήγηση του ιστορικού Εφόρου, αποδίδει το μεγάλο σεισμό και την καταστροφή της Ελίκης επίσης σε οργή του Ποσειδώνος, που προεκλήθη όμως από διαφορετική αιτία: κόρη, αποκρούσασα ανεπιθύμητον πρόταση γάμου και ζητήσασα καταφύγιον στο εν Ελίκη Ιερόν του Ποσειδώνος, παρεδόθη από τους Αχαιούς στους εχθρούς της. Αλεξανδρινός μαθηματικός και λόγιος του 3ου π.Χ. αιώνος (275 - 195 π.Χ.) Μυθικό τέρας, που το άνω τμήμα του σώματός του ανήκε σε ίππο και το κάτω σε ψάρι ή φίδι. Ήταν ιερό ζώο του Ποσειδώνος και άλλων θαλασσίων θεοτήτων. Σύγχρονος με την καταστροφή της Ελίκης φιλόσοφος από την Ηράκλεια του Πόντου2 / 44 Παρατρέχοντες την αφήγηση του Διοδώρου του Σικελιώτου (του 1ου π.Χ. αιώνος), ο οποίος τονίζει το πρωτοφανές του συμβάντος για Ελληνική πόλη και τις ολέθριες συνέπειες, που είχε η νυχτερινή ώρα εκδηλώσεως του σεισμού, [βλ. παράρτημα αριθ. 3], ας έλθωμεν εις όσα σημειώνει ο Αιλιανός τον 3ον μ.Χ. αιώνα εις το "Περί ζώων Ιδιοτήτων" έργον του. Αναφέρει λοιπόν ο Ρωμαίος αυτός συγγραφεύς (χωρίς να μνημονεύη όμως τις πηγές του) ότι πέντε ήμέρες προ του μεγάλου σεισμού της Ελίκης ποντίκια, γάτες, νυφίτσες, φίδια και άλλα ζώα εγκατέλειψαν ομαδικά την καταδικασμένη πόλη. Οι κάτοικοί της παρακολουθούσαν με έκπληξη την φυγή αυτή, δεν μπορούσαν όμως και να την εξηγήσουν. Ένα άλλο πρόδρομον φαινόμενον, που ο συγγραφεύς το θεωρεί ως αιτίαν των τρομερών γεγονότων που διεδραματίσθησαν τον χειμώνα εκείνο στα ανατολικά παράλια της Αχαϊας, αναφέρει ο Αριστοτέλης (384 - 322. π.Χ.) στα "Μετεωρολογικά" του (III, 559, 21.3). Λέγει σχετικώς: "Ότε γάρ μέγας κομήτης ο γινόμενος περί τον εν Αχαϊα σεισμόν και την του κύματος έφοδον από δυσμών των Ισημερινών ανέσχε, και προς νότον πολλοί γεγόνασι” Δώδεκα περίπου αιώνες μετά την εξαφάνιση της Ελίκης, ο βυζαντινός χρονογράφος του 9ου μ.Χ. αιώνος Γεώργιος Σύγκελος θα σημειώση στην "Εκκλησιαστική Χρονογραφία" του περί των ερειπίων της Ελίκης: "Ελίκη και Βούρα πόλεις εν Αχαΐα, ήτοι Πελοποννήσω, κατεπόθησαν μεγάλω σεισμώ ων έτι κατά θάλασσαν ίχνη φαίνεται τοις πλέουσιν από Πατρών επί Κόρινθον εις δεξιάν". Πολύ μεταγενέστερα, στο Κτητορικό της μονής του Μ, Σπηλαίου, αναγράφεται[6] ότι: "Αυτής της Ελίκης σώζονται αμαυρά τινά ερείπια" (σελ. 34, σημ. α'). Τέλος ο Aρ. Σταυρόπουλος στο περισπούδαστον έργον του "Ιστορία της πόλεως του Αιγίου", 1954, βραβευμένον από την Ακαδημίαν Αθηνών,[6] αναφέρει ότι σήμερα ακόμη, oι κάτοικοι της περιοχής ισχυρίζονται ότι διακρίνουν στο βάθος του θαλασσίου νερού κάποιους σκοτεινούς όγκους, που εικάζουν ότι είναι ερείπια της Ελίκης. Oι δύο τελευταίες, τουλάχιστον, ανωτέρω αναφορές φαίνονται μάλλον φανταστικές παρά ως ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. Σήμερα, έπειτα από 23 ολόκληρους αιώνες, αιωρείται αναπάντητο το ερώτημα: πού ευρίσκεται και πού πρέπει να αναζητηθεί ή χαμένη Ελίκη; Το 1960 ο καθηγ. Σπ. Μαρινάτος διετύπωσε την άποψη ότι oι προσχώσεις, που εσχημάτισαν στις εκβολές τους oι τρεις γειτονικοί ποταμοί - ο Σελινούς, η Μπουφούσια και ο Καλαβρυτινός, κατά τους αιώνες που μεσολάβησαν, καθιστούν πάρα πολύ πιθανόν να ευρίσκωνται πλέον τα ερείπια της Αρχαίας Ελίκης κάτω από σημερινή στεριά. Αντιθέτως ο καθηγ. Η. Μουτσόπουλος πιστεύει ότι τα Αρχαία εκείνα ερείπια πρέπει και σήμερα να είναι σε θαλασσία περιοχή και μάλιστα κοντά στο χωριό Ροδιά, δυτικά του Διακοφτού. Ένας Γάλλος, τέλος, Αρχαιολόγος που ασχολήθηκε με το πρόβλημα στην δεκαετία του 1950, ο R. Demangel, υπελόγισε οτι τα ερείπια της Αρχαίας πόλεως πρέπει να ευρίσκωνται μέσα στην θάλασσα, σε απόσταση 500 - 1500 μέτρων από την παραλία και σε ένα βάθος 15 - 40 μέτρων. Το τελευταίο αυτό δεν φαίνεται βέβαια και πολύ πιθανό. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαν ήδη, μάλλον εύκολα, επισημανθή. Όπως και αν έχη η πραγματικότης, το μυστικό της αρχαίας Αχαϊκής Ελίκης φυλάσσεται ακόμη καλά, βαθειά μέσα στην θάλασσα ή στην παραλιακή στεριά της Αιγιαλείας. Οι απόγονοι του εικοστού αιώνος των αρχαίων Ελικέων περιπατούν ή κολυμβούν ή ταξιδεύουν πλάι σε πολύτιμα αρχαϊκά μνημεία ή έστω μικρά στοιχεία της ζωής και του πολιτισμού του 4ου π.Χ. αιώνος χωρίς να υποπτεύωνται ότι σε πολύ μικρή, ίσως, από αυτούς απόσταση ευρίσκονται τέτοιοι, πολύτιμοι για την ανθρωπότητα, θησαυροί.3 / 44 Πριν κλείσουμε το κεφάλαιον του τρομερού εκείνου σεισμού πρέπει να προσθέσουμε ότι πλήρη καταστροφήν από αυτόν έπαθε και μία άλλη Αχαϊκή πόλη (από τις 12 που υπήρχαν), η Βούρα. Οφείλουσα κατά την μυθολογία το όνομά της στην κόρη του Ίωνος και της Ελίκης, η πόλη αυτή ευρίσκετο ανατολικά της Ελίκης και αφού παρενεβάλλετο η πόλη Κερύνεια (για την τελευταία αυτή δεν αναφέρονται σοβαρές καταστροφές). Στην Βούρα δεν φαίνεται ότι εισώρμησεν η θάλασσα (ευρίσκετο άλωστε επί λόφου) ή οτι κατωλίσθησε το έδαφος, αλλά άνοιξε κατά τον σεισμό μέγα χάσμα, πιθανώς μεταξύ των ποταμών Μπουφούσια ή Κερυνίτη (δυτικά της) και Καλαβρυτινού ή Βουραϊκού (ανατολικά), που την περιέβαλλον. Τόσον ο Στράβων όσον και ο Παυσανίας ομιλούν για την καταστροφή αυτή, σημειώνοντας, ότι μόνον όσοι συμπτωματικώς έλειπαν από την πόλη διεσώθησαν.-²Για τετρακόσια ολόκληρα χρόνια φαίνεται ότι ο Εγκέλαδος λησμόνησε εντελώς την Αχαΐα. Μόλις το 23 μ.Χ. έπληξε λίγο δυτικώτερα ή προηγουμένως, δηλ. συγκεκριμένα το Αίγιον και την στενή γύρω του περιοχή. Για τις συνέπειες γράφει ο Ξινόπουλος το 1912 [4]: "Ούτω το Αίγιον κατά το έτος 23 μ.Χ. επί του αυτοκράτορος της Ρώμης Τιβερίου, βαρυτάτην έπαθε συμφοράν ένεκα της αυτόθι γενομένης ισχυράς σεισμικής δονήσεως, οι δε κάτοικοι της πόλεως ταύτης, τα πάντα απωλέσαντες και εν απελπισμώ ευρισκόμενοι, εστράφησαν προς την Ρώμην αιτούντες βοήθειαν. Η αίτησις των Αιγειέων εξεπληρώθη και τη εισηγήσει του τότε αυτοκράτορος των Ρωμαίων Τιβερίου, το Αίγιον απηλλάγη πάσης προς το Ρωμαϊκόν κράτος υποχρεώσεως επί τριετίαν".-²Και πάλιν επέρασαν τρισήμισυ σχεδόν ακόμη αιώνες, για να θυμηθεί ο Εγκέλαδος, αυτή την φορά, όχι απλώς ένα μέρος του Αχαϊκού εδάφους, αλλά ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου. ”Σεισμός γέγονε καθ' όλης της γης μέγας" θα σημειώση αργότερα (τον ΙΑ' αιώνα) ο Γ. Κεδρηνός, οδηγούμενος από μαρτυρίες παλαιοτέρων του. Την 21η Ιουλίου 365 (υπάρχουν μικροδιαφωνίες - του Θεοφάνους και του Κεδρηνού - ότι επρόκειτο για το 366) ένας τρομερός σεισμός (μεγέθους, κατά Παπαζάχον, 8,2 Ρίχτερ) καταστρέφει δέκα πόλεις στην Κρήτη, προκαλεί διαρρήξεις βράχων στις κορυφές του Ταϋγέτου, το χειρότερον όμως όλων, ακολουθείται από ένα γιγαντιαίο θαλάσσιο σεισμικό κύμα που σαρώνει τις παραλίες από την Αλεξάνδρεια και την Κρήτη, μέχρι ολόκληρη σχεδόν την Πελοπόννησο και την δυτική Στερεά, την Ήπειρο και τις Δαλματικές Ακτές· δεν γλυτώνει βέβαια από την καταστροφή η Πάτρα και οι λοιπές ακτές της Αχαΐας επί του Πατραϊκού κόλπου (Κ. Tριαvταφύλλου: "Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών", 1980). Ο καθηγ. I. Ambraseys συνδυάζων τις περιοχές, που επλήγησαν από τον σεισμό αυτόν καθ’ εαυτόν, με το ευρύτατο περίγραμμα των ακτών που κατέκλυσε το επακολουθήσαν θαλάσσιο σεισμικό κύμα, εξάγει το συμπέρασμα ότι το επίκεντρον του σεισμού πρέπει να τοποθετηθεί κάπου μεταξύ Κρήτης και Ν.Δ. Πελοποννήσου. Ίσως πρόκειται για την ίδια σεισμογόνο εστία - ή έστω γειτονική - που έδωσε σχετικά προσφάτως - το 1903 - έναν ίσου μεγέθους σεισμό (σεισμός Κυθήρων), ο οποίος ευτυχώς υπήρξεν αρκετά ανώδυνος, καθώς αυτή την φορά δεν ακολουθήθηκε από θαλάσσιο σεισμικό κύμα. Προφανώς πρόκειται περί σεισμικής εστίας επί του καλουμένου Ελληνικού Τόξου, του ρήγματος δηλ. που χωρίζει την λιθοσφαιρική πλάκα της Ευρασίας (Ευρώπης + Ασίας) από εκείνην της Αφρικής. Το ρήγμα αυτό, ερχόμενον από το Γιβραλτάρ και τα στενά της Μεσσήνης (στην Ν. Ιταλία), φθάνει έξω από την Κεφαλληνίαν, όπου καμπυλούται ανοιχτά της Ζακύνθου και της Δ. Πελοποννήσου και αγκαλιάζοντάς την υπό μορφήν τόξου προχωρεί βορείως της Κρήτης προς την Μ. Ασίαν.4 / 44 Επειδή το γεγονός υπήρξε στο σύνολό του μοναδικό και συνταρακτικό, είναι ενδιαφέρον, νομίζομεν, να σταθούμε λίγο σε μερικές χαρακτηριστικές και αντιπροσωπευτικές περιγραφές, που δεν αναφέρονται μεν περιοριστικώς και μόνον στην Αχαΐα, δίδουν όμως καταπληκτικά στοιχεία για τα όσα πρωτοφανή συνέβησαν σε μεγάλη έκταση των Ελληνικών παραλίων, μεταξύ δε αυτών, και των ακτών της Αχαΐας - την καλοκαιριάτικη εκείνη ημέρα, αμέσως έπειτα από τον σφοδρό σεισμό της χαραυγής της. Εν πρώτοις, γνωστοί βυζαντινοί χρονογράφοι -ο Θεοφάνης, ο Κεδρηνός και ο παλαιότερος όλων Ζώσιμος - αφηγούνται τα της μεγάλης θεομηνίας. Όπως αναφέρουν, από τον σεισμό, αυτόν καθ’ εαυτόν, (και όχι από θαλάσσιο σεισμικό κύμα, που επακολούθησε) κατεστράφησαν δέκα πόλεις της Κρήτης στην περιοχή της Γόρτυνος του Ηρακλείου. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι διερράγησαν κορυφές του Ταϋγέτου και κατέρρευσεν ο ναός του Ολυμπίου Διός6 και πολλές αρχαίες στήλες στην Ολυμπία. Οι πιο μεγάλες όμως καταστροφές και oι χιλιάδες θυμάτων προεκλήθησαν από το θαλάσσιο κύμα που ακολούθησε. Στην Αδριατική, καράβια που έπλεαν στο μέσον του πελάγους, ευρέθηκαν ξαφνικά να κάθωνται επί της ιλύος του πυθμένος, ενώ σε λίγο ή θάλασσα επέστρεφε και τα θαλασσινά ταξίδια συνεχίστηκαν. Στην Αλεξάνδρεια εξ άλλου, πολλές εκατοντάδες μίλια νοτιώτερα, πλοία προσωρμισμένα στον γιαλό σηκώθηκαν από το φουσκωμένο κύμα ψηλά και περνώντας επάνω από τα ψηλότερα οικοδομήματα και τα τείχη ευρέθηκαν μέσα σε αυλές και δώματα (Θεοφάνης) γενόμενα αντικείμενα εκπλήξεως - ή και λεηλασίας - έως ότου νέο κύμα σάρωσε τους πάντες και τα πάντα. Όσον αφορά τους τόπους, που επλήγησαν από το θαλάσσιο σεισμικό κύμα, ο Κεδρηνός σημειώνει ότι "συνέβη πλείστα μέρη απολέσθαι της Κρήτης και Αχαΐας και Βοιωτίας Ηπείρου τε και Σικελίας ... " Ο Ζώσιμος αφ' ετέρου αναφέρει ότι "εσείσθη δε και Κρήτη σφοδρότερον, και η Πελοπόννησος μετά της άλλης Ελλάδος". Πριν όμως κλείσουμε την παράγραφον αυτήν την αναφερομένην στην καταστροφή του 365, είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε, σε ότι κυρίως καινούργιο παρουσιάζει, την αρκετά λεπτομερή αφήγηση ενός Λατίνου συγγραφέως, του Mercelinus (μετάφραση της οποίας ευρίσκομεν στο βιβλίον "Tsunamis της Ανατολικής Μεσογείου" του καθηγ. Ι. Αντωνόπουλου[9]). "Την 21η Ιουλίου, λίγο πρό της ανατολής του ηλίου, γράφει ο Λατίνος χρονογράφος, κατά την πρώτη υπατεία του Ουαλεντινιανού, έγινε ένας φοβερός σεισμός. Η θάλασσα απεσύρθη και απεκάλυψε τον πυθμένα της. Πολλά θαλάσσια ζώα έμειναν κολλημένα στην λάσπη του. Ο πυθμήν της θαλάσσης, oι κοιλάδες και οι χαράδρες των λόφων, oι οποίες από την εποχή της δημιουργίας τους ευρίσκοντο κάτω από το απέραντο πέλαγος, εδέχοντο για πρώτη φορά τις ακτίνες του ηλίου. Ο σεισμός συνεκλόνισε όλον τον κόσμον. Σε μερικούς τόπους τα πλοία παρασύρθηκαν δύο περίπου μίλια εντός της ξηράς. Ένα από αυτά τα πλοία είδα εγώ ο ίδιος κοντά στην Μεθώνη, το οποίον παρέμεινε και εσάπισε εκεί που το είχαν αφήσει τα κύματα. Πολλές περιοχές στην Κρήτη, Αχαΐα, Βοιωτία, Ήπειρο και Σικελία, εξαφανίσθηκαν κάτω από τα θαλάσσια σεισμικά κύματα, τα οποία υψώθηκαν και ώρμησαν προς την στεριά έως τους πρόποδες των ορέων, μέχρις αποστάσεως και 20 χλμ. από τήν παραλία. Περιοχές που πριν ήσαν βατές, έγιναν πλωτές και νέες περιοχές τώρα βατές - ανεδύθησαν από την θάλασσα ... ... Σε άλλη περιοχή τά κύματα επανήλθαν ανυψωμένα επάνω στα ταραγμένα αβαθή νερά, όρμησαν στην συνέχεια επί των νήσων και των ακτών της ηπειρωτικής χώρας, ισοπεδώνοντας όσες πόλεις συναντούσαν στο ορμητικό πέρασμά τους. 6Περί της χρονολογίας, που συνέβη το δυστύχημα αυτό γιά τον πολιτισμό, υπάρχουν και άλλες εκδοχές.5 / 44 ... Στην Επίδαυρο λέγεται ότι ο Άγιος Ιλαρίων στάθηκε όρθιος στην ακροθαλασσιά κι' εμπόδισε το θαλάσσιο σεισμικό κύμα να κατακλύση την πόλη. Τους πιό πέρα όμως οικισμούς ισοπέδωσε το κύμα και πτώματα πνιγμένων επέπλεαν στα ξέβαθα". Ο συγγραφεύς πρέπει να ήταν χριστιανός. Διότι ο Ζώσιμος, που πρέπει vα ήταν - ακόμη τότε, στα 365 μ.Χ. - ειδωλαλάτρης, αναφέρει ότι διεσώθησαν από την επιδρομή του θαλασσίου σεισμικού κύματος η Αθήνα και η γύρω περιοχή, χάρη στην προστασία του αρχαίου ήρωος Αχιλλέως. Όπως και αν έχουν τα πράγματα στα κίνητρα των συγγραφέων, η μνημόνευση δύο συγκεκριμένων εξαιρέσεων περιοχών, που δεν επλήγησαν από το θαλάσσιο σεισμικό κύμα ή τον ίδιο το σεισμό, φανερώνει ακριβώς την ευρύτητα και την έκταση των καταστροφών στις υπόλοιπες σημειωθείσες ελληνικές περιοχές από την μεγάλη επιδρομή του Εγκέλαδου τον Ιούλιο του 365 μ.Χ. Όσον αφορά τις απώλειες υπάρχει μία και μόνη πληροφορία, από τον Κεδρηνόν, ότι στην Αλεξάνδρεια "πέντε μυριάδες κατεποντίσθησαν", δηλ. 50.000 άτομα επνίγησαν.-²Μετά την θεομηνία του 365, που έπληξε όλη σχεδόν την Ανατολική Μεσόγειο, πέρασαν διακόσια περίπου χρόνια χωρίς να σεισθεί σοβαρώς ή Β. Πελοπόννησος. Φθάνουμε έτσι στα μέσα του 6ου αίώνος, τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού (527 - 565). Πρόκειται για μια περίοδο μεστή σε σημαντικώτατα γεγονότα: λαμπρές στρατιωτικές επιτυχίες και μεγαλειώδη έργα πολιτισμού, παραλλήλως όμως και οδυνηρές επιδημίες, καθώς και πληθώρα καταστρεπτικών σεισμών, τόσον στην βασιλίδα όσον και σε πολλές επαρχίες. Από τον κανόνα δεν εγλύτωσε η Αχαΐα, ιδιαιτέρως δε η Πάτρα. Μια σειρά σεισμών συνετάραξε το 551 (κατά πάσαν πιθανότητα την 7ην Ιουλίου, κατ' άλλην όμως εκτίμηση την Άνοιξη του έτους εκείνου) πολλές επαρχίες του κράτους, προξενώντας σοβαρές καταστροφές και χιλιάδες νεκρούς (oι τελευταίοι αυτοί, κατά μίαν εκτίμηση, ανήλθαν σε 4.000 περίπου). Για τον σεισμό, που έπληξε την πρωτεύουσα του Μωριά, ο σύγχρονός του ιστορικός Προκόπιος σημειώνει μεταξύ άλλων τα εξής: "Εκείνη την χρονιά τρομεροί σεισμοί στην Ελλάδα, την τε Βοιωτίαν και Αχαϊαν και τα περί κόλπον τον Κρισαίον (δηλ, τον κόλπον της Ιτέας) κατέσεισαν. Oι σεισμοί αυτοί ισοπέδωσαν αναρίθμητα χωριά και οκτώ πόλεις, μεταξύ των οποίων ήσαν η Χαιρώνεια (στην Φωκίδα) και η Κορώνεια, και η Πάτρα, και η Ναύπακτος, με όλη την περιοχή της· στην τελευταία αυτή υπήρξαν και τα περισσότερα θύματα... Σε πολλά μέρη το έδαφος άνοιξε από βαθιά έως επάνω και σχηματίσθηκαν χάσματα. Μερικά από αυτά ξανάκλεισαν σε λίγο και η επιφάνεια του εδάφους ξαναπήρε την προγενεστέρα μορφή της, άλλα όμως έμειναν ανοικτά και με ανισοσταθμία των δύο οχθών, σε τρόπον ώστε αποκόπηκε η επικοινωνία των ανθρώπων εκατέρωθέν τους". Τόσον ο Προκόπιος, όσον και ο Ευάγριος και άλλοι αναφέρουν ότι κάπου (πιθανώτατα έξω από την Πάτρα) γινόταν μεγάλη πανήγυρις, στην οποίαν είχαν συρρεύσει άνθρωποι, όχι μόνον από τα γύρω μέρη άλλά και από όλη την Ελλάδα. Με τον σεισμό άνοιξαν μεγάλα χάσματα στο έδαφος και κατάπιαν πολλούς πανηγυριώτες. Ας προστεθή ότι ο Προκόπιος, στην ίδια περικοπή της ιστορίας του και σαν να πρόκειται περί του αυτού σεισμού, κάμνει λόγον περί μεγάλων καταστροφών στο βόρειο και παραλιακό (παρά τον Μαλλιακόν κόλπον) άκρον της Βοιωτίας, εκεί όπου αυτή γειτονεύει με την Θεσσαλία. Η σφοδρά δόνηση συνωδεύθηκε εδώ από σαρωτικό θαλάσσιο σεισμικό κύμα.6 / 44 Η επικρατεστέρα άποψη (όχι βεβαιότης) είναι ότι επρόκειτο για δύο διαφορετικούς σεισμούς, αφού μεταξύ της Β.Α. Βοιωτίας και του Πατραϊκού κόλπου παρεμβάλλεται μεγάλη περιοχή, για την οποίαν δεν μνημονεύονται βλάβες. Εξ άλλου oι δύο γεωγραφικές θέσεις δεν παρουσιάζουν τεκτονική συγγένεια. Ας παρατηρηθή τέλος, ότι ένας σεισμός, που θα ήταν καταστρεπτικός από την Πάτρα εως και τον Μαλλιακόν κόλπον, θα επρεπε να είναι εξαιρετικά ισχυρός, πράγμα, που δεν φαίνεται να συνέβη.-²Γιά πολλούς κατόπιν αιώνες ουδεμία γραπτή μαρτυρία υπάρχει περί κάποιου σοβαρού σεισμού, που να έγινε στην περιοχή της Αχαΐας. Λογικό βέβαια είναι να υποθέσουμε ότι σε διάστημα τόσων εκατοντάδων ετών θα ετραντάχθηκε επανειλημμένως η Αχαϊκή γη από τον Εγκέλαδο, άλλά δεν έτυχε να κινήση το γεγονός την προσοχή των χρονογράφων της βασιλίδος. Δεν θα επρόκειτο άλλωστε για ιδιαιτέρως καταστρεπτικούς σεισμούς. Μόλις για τον Αύγουστο 1304 υπάρχουν αόριστες πληροφορίες για πολύ ισχυρούς σεισμούς, που επληξαν όλη την Αχαΐα, χωρίς όμως να παρέχωνται περισσότερα στοιχεία περί της εκτάσεως των καταστροφών και του άριθμού των τυχόν θυμάτων. Ασφαλεστέραν - γραπτήν- μαρτυρίαν έχουμε για ένα σφοδρό σεισμό, που προεκάλεσε σοβαρές καταστροφές στην Ανατολική Αχαΐα (κυρίως την Αιγιαλεία) το έτος 1402, κατά την εποχή του θερισμού. Υπάρχει μια επιστολή (από 30 Αύγούστου 1402), την οποίαν απηύθυνε ένας Φράγκος κάτοικος της περιοχής, ο Ζ. Contarini, προς κάποιον εξάδελφόν του ευρισκόμενον στην Δαμασκό και ονομαζόμενον Soranzo (Παπαζάχος[11]). Βάσει πληροφοριών του από αυτόπτες μάρτυρες, ο επιστολογράφος αναφέρει ότι, από το φοβερό σεισμό, τις μεγαλύτερες καταστροφές υπέστη το Διακοφτό (κατά Παπαζάχον, εκεί η έντασή του ήταν X βαθμοί της δωδεκαβαθμίου κλίμακος Μερκάλλι). Εβλάβησαν επίσης πολύ, τόσον το Αίγιον (ιδιαιτέρως το φρούριό του) και η περιοχή του, όσον και η παραλιακή ζώνη έως το Ξυλόκαστρον. Το βουνό, επί της κορυφής του οποίου ήταν κτισμένο το χωριό Ζάχολη, άνοιξε στα τέσσαρα και όλα σχεδόν τα σπίτια κατεστράφησαν ολοσχερώς. Οι καταστροφές, όμως, που συνολικά προξένησε ο σεισμός, επολλαπλασιάσθησαν από το θαλάσσιο σεισμικό κύμα, που ακολούθησε και που κατέκλυσε την στεριά σε βάθος μεγαλύτερο του ενός χιλιομέτρου, Παραλλήλως ο σεισμός είχε μία απροσδόκητη παρενέργεια, που θα ήταν τόσο ευχάριστη σε ημέρες ξηρασίας, αυξήθηκε ξαφνικά η ποσότητα του νερού, που ανέβλυζε από κάθε φυσική πηγή, σε όλη την παραλιακή γραμμή Πατρών – Κορίνθου. Σοβαρές όμως ζημιές προεκάλεσεν ο σεισμός και το θαλάσσιο κύμα του, και στα απέναντι παράλια της Ρούμελης. Το νερό πλημμύρισε με ορμή τον κάμπο της Βιτρινίτσας και παρέσυρε τα μόλις θερισμένα σιτηρά, ενώ οι ίδιοι oι αγρότες έτρεξαν ζητώντας σωτηρία στα ψηλότερα σημεία της πλαγιάς, όπου είναι κτισμένη ή Βιτρινίτσα (σήμερα το χωριό αυτό ονομάζεται Τολοφών από το όνομα αρχαίου γειτονικού οικισμού). Νομίζουμε ότι, για να μην αναφέρεται ως ιδιαιτέρως πληγείσα η παραθαλασσία Ερατεινή, θα πρέπει το θαλάσσιο κύμα να ώρμησε από τα δυτικά της, από την καλουμένη σήμερα παραλία Τολοφώνος (όπου και ο ναΐσκος της Αγ. Παρασκευής). Ο σεισμός εκείνος αναφέρεται ότι προεκάλεσε μεγάλες καταστροφές και στα Σάλωνα (την Άμφισσα). Από ανατροπές εστιών φαίνεται ότι προεκλήθησαν πολλές πυρκαϊές (πράγμα αρκετά συνηθισμένο μέχρι προ όλίγων δεκαετιών λόγω των ανατρεπομένων εστιών, των ευφλέκτων υλών και των πολύ στενών οδών), Αυτές κατέστρεψαν περισσότερα από πεντακόσια (500) σπίτια και έκαψαν ανεξακρίβωτον αριθμόν ζώων. Μία και μόνη, ασθενής μαρτυρία ενός συναξαριστού υπάρχει για κάποιον βίαιον σεισμόν, που συνετάραξε την Αχαΐαν περί το 1450.7 / 44 Ενώ, γράφει ο μητροπολίτης Πατρών Ιωακείμ, ετοιμαζόταν να κάμη μετακομιδήν των λειψάνων του Αγίου Λεοντίου από κάποιο σπήλαιον του ορούς Κλωνού, έγινε ένας σφοδρός σεισμός, που ανάγκασε τον μητροπολίτη και την ακολουθία του να εγκαταλείψουν το έργον τους και να φύγουν εσπευσμένως σε ανοικτό χώρο.[5] Και πάλιν επέρασαν αιώνες ολόκληροι χωρίς να σημειωθή - εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζουμε - κανένας καταστρεπτικός σεισμός στην Αχαΐα. Ένας φοβερός σεισμός στην Ζάκυνθο το 1664 γίνεται αισθητός σε όλη την δυτική πλευρά της Πελοποννήσου, ιδιαιτέρως δε στην Αχαΐα λόγω γειτνιάσεως, δεν φαίνεται όμως να προεκάλεσε τίποτε περισσότερο από απλό πανικό. Πολύ ισχυρός σεισμός έγινε στην Πάτρα την Κυριακή 27 Ιουλίου 1714, γύρω στις 10 η ώρα, το πρωί. Χρονογράφος της εποχής[5], [10], [11] σημειώνει σχετικά: "Εις τας Παλαιάς Πάτρας εις τα 1714, Ιουλίου 27, ημέρα Κυριακή, ώρα 6 της ημέρας, μέγας σεισμός εγένετο, όστις εκρήμνισε τα καμπαναριά των εκκλησιών και τους νάρθηκας τινών απ’ αυτάς, και μερικά παλάτια· εσχίσθησαν δε οι του κάστρου πύργοι άνωθεν έως κάτω και έπεσαν τινές από επάλξεις" Ο καθηγ. Παπαζάχος[11] εκτιμά την ένταση του σεισμού αυτού στην Πάτρα σε IX βαθμούς Μερκάλλι. Ο κυριώτερος μετασεισμός - ή και απλώς πολύ ασθενέστερος σεισμός - έγινε το πρωινό της 3ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, χωρίς όμως ευτυχώς θύματα ή αξιοσημείωτες βλάβες αυτή την φορά. Δεν είχαν περάσει παρά οκτώμισυ μόλις χρόνια και οι Πατρινοί δοκιμάζονται εκ νέου από τους θυμούς του Εγκέλαδου, περισσότερον ψυχικώς αυτήν την φορά παρά σωματικώς και υλικώς. Επί τέσσαρες ολόκληρες έβδομάδες, αρχής γενομένης την 8η Φεβρουαρίου 1723, εσείετο συνεχώς η πατραϊκή γη χωρίς ευτυχώς σοβαρώτερες συνέπειες[5], [10]. Οι σεισμοί αυτοί ίσως αποτελούν απόηχον των καταστρεπτικών σεισμών, που έπλητταν τις ίδιες εκείνες ημέρες το Ιόνια νησιά, κυρίως δε την Λευκάδα. Χειρόγραφον της εποχής αναφέρει ότι το 1743 ανεκαινίσθη στο Σαραβάλι ελαιοτριβείον ανήκον στην μονή Ομπλού, που έπεσεν από τον σεισμό. Σπανίας εκτάσεως όμως καταστροφές προξενήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στο Αίγιον από έναν ισχυρό σεισμό, που συνοδεύθη από θαλάσσια σεισμικά κύματα.-²Και φθάνομεν στα 1748. Η χρονιά εκείνη σημαδεύεται από μία μεγάλη καταστροφή, Ένας ισχυρός σεισμός στο Aίγιον ακολουθείται από θαλάσσιον σεισμικόν κύμα, που σαρώνει κυριολεκτικώς ότι ευρίσκει στο δρόμο του, σε ολόκληρη την παραθαλασσία περιοχή της πόλεως. Συνταρακτικές λεπτομέρειες διασώζει μια έκθεση του Ενετού προξένου Πατρών Λάπα προς τον "Προβλέπτην" της Ζακύνθου. Η αναφορά αυτή ευρίσκεται - ευρίσκετο τουλάχιστον έως τους σεισμούς του 1953 - στο Αρχειοφυλάκειο της Αρχιεπισκοπής των Καθολικών στην Ζάκυνθο (και στο φάκελλο "διάφορα"). Ελληνική μετάφρασή της εδημοσιεύθη υπό του Ντέ Βιάζη στο περιοδικόν "Παρνασσός", έτους 1891, τόμος ΙΔ', και ανεδημοσιεύθη μερικώς μεν από τον Π. Ξινόπουλον [4], ολόκληρος δε από τον Αρ. Σταυρόπουλον [6] Στην αρχή της επιστολής του ο Ενετός πρόξενος δίδει μερικές κατατοπιστικές γεωγραφικές πληροφορίες περί της πόλεως του Αιγίου.8 / 44 Για την μεγάλη καταστροφή αναφέρονται, σε ελευθέρα απόδοση, τα ακόλουθα: "Την 14η Mαϊου 1748, ημέρα Τρίτην και ώραν 3 μ.μ. έγινε σεισμός. Στην αρχή οι δονήσεις ήσαν μέτριες σε ένταση και οι κάτοικοι τρομαγμένοι κατέφυγαν σε ασφαλή μέρη. Αυτό υπήρξε σωτήριον, διότι οι σεισμικές δονήσεις συνεχίσθηκαν ολοένα και εντονώτερες, δεν προεκάλεσαν όμως παρά μόνον υλικές καταστροφές (και όχι ανθρώπινα θύματα), ρίχνοντας κάτω τα περισσότερα σπίτια, εκκλησίες και πύργους, Όταν έπαυσαν οι ισχυρές δονήσεις, η θάλασσα ξαφνικά αποσύρθηκε από την παραλία του Αιγίου, αφήνοντας τον πυθμένα άδειον, να σχηματίζη φρικαλέαν άβυσσον. Αφού λοιπόν το νερό της θαλάσσης τραβήχθηκε προς τα βαθιά, αγρίεψε και σηκώθηκε ψηλά τόσον, ώστε δεν εφαίνοντο τα όρη της απέναντι Στερεάς Ελλάδος. Η θάλασσα τότε ώρμησε με μεγάλη δύναμη κατά της παραλίας του Αιγίου δύο φορές. Σε μια τρίτη εξόρμησή της, το κύμα εκάλυψε την μεγάλη πλάτανον της παραλίας (ξεπερνώντας το ύψος της) και έφθασε μέχρι την κορυφή του βουνού, που δεσπόζει της πόλεως. Στην παραλιακή ζώνη παρέσυρε τα σπίτια, τις αποθήκες (σημ.: σταφίδας), το Τελωνείον και αυτόν τον ίδιον τον μεγάλον πλάτανον, από τον οποίον κατόπιν δεν ευρέθη (εξυπακούεται στην θέση του) παρά μόνον ο κορμός του, Τα αγριεμένα κύματα έφθασαν έως και πέρα από την πόλη προξενώντας σημαντικές ζημιές. Χάθηκαν επίσης πολλά ποίμνια και αρκετοί άνθρωποι. Στο λιμάνι ευρίσκοντο καΐκια, βάρκες και δύο ναπολιτάνικες φελούκες (μεγάλα καράβια). Κατά περίεργον τρόπον ο καπετάνιος της μιας φελούκας βρέθηκε αργότερα επάνω στο βουνό. Όλα τα πλοία, που ήσαν στο λιμάνι, κατεστράφησαν, η δε καταστροφή υπήρξε ακαριαία, Όταν ή θάλασσα ησύχασε και ξαναπήρε την συνηθισμένη θέση και κατάστασή της, ενα πλήθος από ψάρια και όστρακα ευρέθησαν μέσα στην πόλη και στα γύρω χωριά. Οι δονήσεις συνεχίσθηκαν επί κάμποσες έβδομάδες, ενώ οι κάτοικοι των παραλίων είχαν καταφύγει για ασφάλεια στα ενδότερα. Οι ισχυρές δονήσεις υπήρξαν αισθητές και στην Πάτρα, όπου όμως ελάχιστες μόνον ζημιές προξένησαν. Αισθητές επίσης ήσαν και σε άλλα παράλια μέρη του Κορινθιακού κόλπου, τόσον επί της Πελοποννήσου όσον και επί της απέναντι Στερεάς Ελλάδος. Σε μερικά προεκλήθησαν και ζημιές από τον σεισμό και την πλημμύρα. Από έγγραφα του ενταύθα δημοσίου αρχειοφυλακείου προκύπτει ότι μερικοί από τους διασωθέντες (στην πληγείσα περιοχή) μετώκησαν στην Πάτρα ή την Ζάκυνθον". Λίγα χρόνια αργότερα ο "Αγγλος περιηγητής Richard Chandler επισκέπτεται την Ελλάδα (περί το 1765) και εις το περί Βοστίτσας (Αιγίου) κεφάλαιον των Αναμνήσεών του αναφέρει τα ακόλουθα, σχετικώς με τον μεγάλον πλάτανον της παραλίας και τον σεισμό του 1748: "Είδαμε κι’ ένα πλάτανο στην παραλία έντυπωσιακόν για το μέγεθός του και το ύψος του, που είναι πράγματι υπερφυσικά, Το δένδρον αυτό είναι γερό και ρωμαλέο και έχει πελώρια κλαριά, με παχειά και πυκνή σκιά, που προσφέρουν, σε μια ευρυτάτη περιφέρεια, πολύτιμο καταφύγιο στους ταξιδιώτες. Ένας λόχος ενόπλων Αλβανών, σαν εκείνον που είδαμε στους Δελφούς, κοιμόταν κάτω από αυτό το καταφύγιο και έτσι δεν μπορέσαμε να μετρήσουμε την περιφέρεια του κορμού. Μας είπαν ότι λόγω ενός σεισμού και εξορμήσεως της θαλάσσης, που συνέβησαν προ μερικών ετών, τα νερά υψώθηκαν τρείς φορές ψηλότερα από τον πλάτανο, καθώς και ψηλότερα από τον απόκρημνο βράχο, που βρίσκεται πίσω του. Μας είπαν ακόμη ότι πολλοί κλάδοι του τεραστίου εκείνου πλατάνου αποσπάσθηκαν από την ορμή του νερού και οι κάτοικοι των πέριξ υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στα γύρω βουνά, για να νοιώσουν ασφαλείς..."9 / 44 Το ύψος του νερού, που ανέφεραν οι ντόπιοι στον ξένο, πρέπει μάλλον να θεωρηθεί υπερβολικό. Αποδεικνύει όμως το δέος που προεκάλεσε το τρομερό φαινόμενο στους Aιγιώτες. Αρκετά όμως εταλαιπωρήθη από τον Εγκέλαδο το Aίγιον. Τώρα έχει πάλι σειρά η Πάτρα. Το βράδυ της 30ης Ιανουαρίου 1785 (ανήμερα των Τριών Ιεραρχών), στις 8 μ.μ., η Πάτρα σείεται από πολύ ισχυρόν σεισμόν. Πιο δυνατό τράνταγμα δέχεται η πόλη την ίδια νύχτα, στις 4 τα ξημερώματα. Οι μετασεισμοί διαρκούν επί έναν ολόκληρον μήνα και οι Πατρινοί, παρά το δριμύ χειμωνιάτικο ψύχος, αναγκάζονται να κοιμούνται στο ύπαιθρο Από ένα ισχυρό μετασεισμό στις 9 Φεβρουάριου καθίσταται ετοιμόρροπο και ακατοίκητο το σπίτι του Ενετού Προξένου. Για τις συνέπειες του καταστρεπτικού εκείνου σεισμού, παλαιόν χειρόγραφον που βρέθηκε στην Ζάκυνθο[5], γράφει τα ακόλουθα (με κάποιες μικροαποκλίσεις): "1785, 30 Ιανουαρίου ξημερώνοντας των Tριώv Ιεραρχών, ημέρα Πέμπτη, έκαμε ένας σεισμός τζή δύο ώρες της νυκτός (σημ.: κατά όθωμανικό ημερολόγιο) εις την πόλη των Πατρών και ετησκαντηνάρισεν τα πάντα και το κάστρο και τζή δέκα ώρες (σημ.: πάλιν οθωμανική ώρα) της νυκτός, το χάραμα, έκαμε άλλος ένας σεισμός, εγκρέμισε όλες ταίς εκκλησίες από τα θεμέλια και εγκρέμισε και μέρος από το κάστρο κατά το κάστρο της πόρτας, και από την χώρα δεν έμεινε ένστρωτο και εσκοτώθηκαν Χριστιανοί άνδρες έως 38 ειδέ από Τούρκους και Οβρέους δεν εξεύρομεν πόσοι”. Ο σεισμός αυτός είχε και ένα καλό αποτέλεσμα για τους Έλληνες Πατρινούς: Οι τουρκικές αρχές εθορυβήθησαν τόσον, ώστε τον εθεώρησαν σαν προειδόποίηση των Xριστιανών Αγίων εναντίον των Οθωμανών για τις ωμότητες, που είχαν διαπράξει προσφάτως οι Τουρκαλβανοί κατά των Χριστιανών της Πελοποννήσου (δεν είχαν απομείνει μετά τις συνεχείς σφαγές, παρά 40.000 χριστιανοί συνολικά σε όλη την Πελοπόννησο). Μετά λοιπόν τους σεισμούς, που άρχισαν το βράδυ της 30ης Ιανουαρίου, οι τουρκικές αρχές άρχισαν να φέρωνται πολύ ηπιώτερα προς τους χριστιανούς, ενώ απεφάσισαν να τιμάται η εορτή των Τριών Αρχόντων (όπως ωνόμαζαν τους Τρεις Ιεράρχες) από όλους τους Πατρινούς, ανεξαρτήτως θρησκεύματος.-²Δέκα εννέα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένως ακριβώς τα μεσάνυχτα 7-8 Ιουνίου 1804, γίνεται ενας πολύ ισχυρός σεισμός στην Ζάκυνθο ακολουθούμενος, με διαφοράν δευτερολέπτων, από δεύτερον ισχυρότερον που ”έρριξε νταβάνια, άνοιξε πόρτες και ανέτρεψε έπιπλα" [11] Τρείς ώρες κατόπιν εκδηλώνεται σφοδρός σεισμός με νέον επίκεντρον στα Β.Δ. παράλια της Πελοποννήσου. Αυτός προεκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πάτρα (όπου η έντασή του εκτιμάται IX βαθμούς Μερκάλι) και τα γύρω, παραθαλάσσια κυρίως χωριά, Τα πλοία, που ευρίσκοντο στο λιμάνι διαταράχθηκαν με βιαιότητα, αναφέρουν ξένοι περιηγητές. Κατά μίαν, μη βεβαίαν, πληροφορίαν ο σεισμός του Πατραϊκού κόλπου συνωδεύθηκε από θαλάσσιον σεισμικόν κύμα. Την 8η Ιανουαρίου 1805 συγκλονίζεται πάλιν η Πάτρα από νέον ισχυρόν σεισμόν. Αναφέρονται καταστροφές και πολλοί νεκροί [7]. Για τρίτη κατά σειράν χρονιά σείεται η Πάτρα το 1806. Την 23η Ιανουαρίου σφοδρός σεισμός προκαλεί, όπως αναφέρει ο ιστορικός της πόλεως Κ, Τριανταφύλλου [10], στηριζόμενος σε “ενθυμήσεις” της μονής Γηροκομείου, κατάρρευση του ναού της μονής (ο τρούλλος του ήταν ήδη μισογκρεμισμένος), καθώς και μεγάλες βλάβες στο βυζαντινό10 / 44 ναΐσκο του Προφήτη Ηλία, που είναι μετόχι της. Βλάβες πρέπει να υπέστησαν και πολλά κελλιά (της μονής Γηροκομείου) διότι αναφέρεται ότι το επόμενον έτος αποκατεστάθησαν ναοί και κελλιά. Μεγάλες επίσης ζημίες υπέστη από τον ίδιο σεισμό και η ιστορική μονή Ομπλού, σε πλαγιά του Παναχαϊκού. Σοβαρές ρωγμές έπαθε και το κάστρο της πόλεως με δεκάδες νεκρών. Σ' αυτό, από την πτώση μιας επάλξεώς του, εφονεύθησαν 13 άτομα. Ο Βρετανός περιηγητής Leake, που επεσκέφθη την ίδια εκείνη χρονιά την σεισμόπληκτη πόλη, γράφει ότι το Προξενείον της πατρίδας του άνθεξε στο σεισμό (άρα πολλά κτίρια γύρω του θα πρέπει να είχαν υποστή σοβαρές βλάβες), διότι ήταν ελαφρό (ξύλινο) και σταθερό (με άρτιες συνδέσεις των επί μέρους στοιχείων).-²Αφού λοιπόν τρείς φορές σε τρία συνεχή χρόνια ο Εγκέλαδος εταλάνισε την Πάτρα, ηρέμησε για λίγο και έπειτα ξαναθυμήθηκε το Αίγιον. Το πρωϊνό της 11ης / 23ης Αυγούστου 1817 μία τρομακτική δόνηση ισοπέδωνε το μεγαλύτερο μέρος - τα 2/3 - του Αίγιου και των γειτονικών του χωριών, ενώ ένα θαλάσσιο σεισμικό κύμα εσάρωνε την παραλία του μέχρι περίπου τις εκβολές του Σελινοϋντος και εξηφάνιζε ένα ολόκληρο ακρωτήριο, φυσική ανατολική πλευρά του λιμανιού της πόλεως. Του κυρίου σεισμού προηγήθησαν δύο ισχυροί προσεισμοί: ένας στο Αίγιον την 1η / 13η Αύγούστου και άλλος μεγαλύτερος στην Πάτρα την 8η / 20η Αυγούστου. Σχεδόν αμέσως μετά την σφοδροτάτην δόνηση της πρωίας της 11ης / 23ης Αυγούστου 1817 αποτραβήχθηκε η θάλασσα - από το λιμάνι του Αιγίου έως σχεδόν τις εκβολές του Σελινούντος - μακρυά από την ακτή, αφήνοντας τα όσα πλοία υπήρχαν εκεί επί του γυμνού πυθμένος. Κατόπιν, επανελθούσα ορμητικά, κατέκλυσε μια παραλιακή ζώνη μήκους δύο περίπου χιλιομέτρων και βάθους 70 - 80 μέτρων. Στο πέρασμά του το κύμα, που έφθανε σε ύψος τα πέντε (5) μέτρα, παρέσυρε τις σταφιδαποθήκες και τις τελωνειακές αποθήκες της παραλίας, καθώς και πολλά γυναικόπαιδα, που την πρωινή εκείνη ώρα της κολοκαιρινής ημέρας είχαν κατέβη από την πόλη (που είναι σε ύψωμα) για να πάρουν δροσερό νερό από τις πολλές, και με πλούσια παροχή, βρύσες - πηγές της παραλίας. Άλλα εξήντα πέντε (65) άτομα ευρήκαν τραγικό θάνατο από την ίδια την δόνηση μέσα στην πόλη, καταπλακωθέντα κάτω από τα ερείπια των σπιτιών τους. Η πόλη του Αιγίου αριθμούσε τότε περί τα 800 σπίτια, μερικά δημόσια κτίρια, λίγες χριστιανικές έκκλησίες και ενα τζαμί. Από τον σεισμό, που η διάρκειά του έφθασε το 1,5 πρώτο λεπτό, ερειπώθηκαν και έγιναν ακατοίκητα τα 2/3 (δύο τρίτα) των κτιρίων, δύο εκκλησίες και το τζαμί. Η ένταση το
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.